Showing posts with label ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ. Show all posts

Monday, February 17, 2020

Κόνι, Κάρλα και Erving Goffman

Στην ταινία “Κόνι και Κάρλα” δύο νέες γυναίκες σε μια σάτιρα του “Θέλμα και Λουίζ” αναγκάζονται να παραστήσουν σε ένα νάιτ-κλαμπ του Λος Άντζελες τις drag queen s για να μην αναγνωριστούν από τους διώκτες τους: τους γκόμενούς τους και τον μαφιόζο που τις κυνηγάει για να πάρει πίσω την κοκαίνη του που κατά λάθος βρέθηκε στο αμάξι τους. Θέλω, λοιπόν, να παρουσιάσω έναν σημαντικό και παραγνωρισμένο κοινωνιολόγο που ανέλυσε αυτό ακριβώς, δηλαδή τη ζωή ως μία παράσταση.


Ο Erving Goffman, ο οποίος πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από την Κοινωνιολογική Σχολή του Σικάγο (έκανε έρευνα πεδίου ήταν στα Σκοτσέζικα νησιά Σέτλαντ), θεωρεί ότι η έννοια της «παράστασης» (performance) ή «εκτέλεσης των κοινωνικών ρόλων σημαίνει αυτό ακριβώς. Δηλαδή στην καθημερινή μας ζωή «είμαστε στη σκηνή» κινούμενοι μεταξύ προσκηνίου και παρασκηνίου. Η μεγαλύτερη συμβολή του Goffman στην κοινωνική θεωρία και την κοινωνιολογία είναι η θεώρηση της συμβολικής διαντίδρασης ως δραματουργική προοπτική σε μια προσπάθεια διόρθωσης των λαθών της. Για τον Γκοφμαν η κοινωνία δεν είναι μια ενιαία κατασκευή. Πρέπει να δρούμε ανάλογα με το πλαίσιο μέσα στο οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε. Το πλαίσιο το οποίο πρέπει να κρίνουμε δεν είναι η κοινωνία γενικώς αλλά το συγκεκριμένο. Υπάρχει, όμως, το ευρύτερο πλαίσιο που αποτελεί τη βάση των κανονικών καθημερινών ανταλλαγών μας πρόσωπο με πρόσωπο, αυτών των «θεατρικών κινήσεων». Η ζωή είναι ένα θέατρο. Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή κι εμείς απλοί ηθοποιοί. Στην καθημερινή μας ζωή εκπέμπουμε δύο σήματα-σινιάλα στις κοινωνικές διαντιδράσεις μας. Η εκφραστικότητα του ατόμου εμφανίζεται να αποτελείται από δύο διαφορετικά είδη σημάτων: την έκφραση που δίνει και την έκφραση που εκπέμπει. Ντυνόμαστε για να προξενήσουμε εντύπωση και συνεχώς παρακολουθούμε και αξιολογούμε τις εντυπώσεις που δημιουργούμε. Συμμετέχουμε διαρκώς σε μια «ιεροτελεστία» διαντιδράσεων. Έτσι όπως δεχόμαστε τους επισκέπτες και τους δείχνουμε ορισμένα δωμάτια αλλά μερικά τα κρατάμε ερμητικά κλειστά από το δημόσιο βλέμμα, έτσι παρουσιάζουμε ορισμένα κομμάτια του εαυτού μας και κρύβουμε άλλα.

Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η σχέση μεταξύ της παράστασης (performance) και του προσκηνίου. Αντίθετα με άλλους συγγραφείς που έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη μεταφορά ο Γκόφμαν μοιάζει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα στοιχεία της ηθοποιίας. Δηλαδή, ότι ένα ηθοποιός (δρων υποκείμενο) ερμηνεύει ένα ρόλο μέσα σε ένα σκηνικό που κατασκευάζεται και αποτελείται από προσκήνιο και παρασκήνιο, χρησιμοποιεί τα επί σκηνής αντικείμενα, παρακολουθείται από ένα κοινό αλλά ταυτόχρονα είναι ο ίδιος το κοινό της παράστασης των θεατών του. Σύμφωνα με τον Γκόφμαν, το κοινωνικό δρων υποκείμενο έχει την ικανότητα να επιλέγει τη σκηνή και τα αντικείμενά του, καθώς και τα κουστούμια που θα φορέσει ενώπιον ενός κάθε φορά συγκεκριμένου κοινού. Ο κύριος σκοπός του ηθοποιού είναι να διατηρήσει τη δική του λογική συνοχή και να προσαρμόζεται στο σκηνικό που του προσφέρεται. Αυτός ο σκοπός επιτυγχάνεται με την διαντίδρασή του με τους άλλους ηθοποιούς. Ως ένα σημείο, αυτή η θεώρηση γεφυρώνει τη δομή και τη δράση, καθώς ενδυναμώνει τη μία (δηλαδή τη συμμετοχή) και περιορίζει την άλλη (δηλαδή τη δομή). Πέραν τούτων, ο Γκόφμαν ασχολείται με τη θεμελιώδη σημασία του συμφωνημένου εκ των προτέρων ορισμού της κατάστασης σε μια δεδομένη διαντίδραση, έτσι ώστε να αποδώσει συνοχή στην διαντίδραση. Ενδέχεται, σε ορισμένες διαντιδράσεις ή παραστάσεις τα εμπλεκόμενα μέρη να είναι ταυτόχρονα μέλη του κοινού και παρουσιαστές. Οι δρώντες συχνά ενισχύουν τη δημιουργία εντυπώσεων που αντανακλούν καλά πάνω στους εαυτούς τους και ενθαρρύνουν τους άλλους να αποδεχθούν τον προτιμώμενο ορισμό τους. Αναγνωρίζει ο συγγραφέας ότι όταν ο συμφωνηθείς ορισμός καταρρεύσει, ορισμένοι ή όλοι οι δρώντες μπορεί να υποκρίνονται ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε αν πρόκειται να έχουν κέρδος ή δεν θέλουν να διαταράξουν την ηρεμία.

O Γκόφμαν ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι, αντί να συμπεριφέρονται κατά τρόπο συνεπή σε σχέση με τα βασικά χαρακτηριστικά ενός ενιαίου χαρακτήρα, αποκαλύπτουν διαφορετικά τμήματα του εαυτού τους σε συγκεκριμένα πλαίσια ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Έχουμε τη δυνατότητα –και, άλλωστε το κάνουμε αυτό- να φοράμε διαφορετικές κοινωνικές μάσκες όταν διαντιδρούμε με τους φοιτητές/τριες, τους εργοδότες, τους/τις συναδέλφους μας, τους γείτονές μας ή τους επαγγελματίες που μας εξυπηρετούν (π.χ. στεγνοκαθαριστές, κουρείς κλπ.) Δεν πρόκειται για έλλειψη αυθεντικότητας αλλά προσαρμογής. Δηλαδή, φοράμε τις διαφορετικές μάσκες που μας βοηθούν να συμπεριφερόμαστε με τον καταλληλότερο τρόπο ανάλογα με τον εκάστοτε κοινωνικό μας ρόλο στα διαφορετικά κοινωνικά σκηνικά (settings) που έχουν τα δικά τους συμφραζόμενα. Ας υποθέσουμε ότι μας «ξεμασκαρεύουν». Τι θα μείνει τελικά; Αντί να δει ο κόσμος τον «αυθεντικό εαυτό μας» θα δει ένα αποκρουστικό θέαμα: έναν πληγωμένο και ανυπεράσπιστο άνθρωπο, πράγματι «δίχως ταυτότητα πια», όπως λέει σ’ ένα γνωστό τραγούδι της η Τάνια Τσανακλίδου, ή όπως δείχνει η Αννίτα Πάνια στις εκπομπές της. Τα άτομα, όπως οι ηθοποιοί του θεάτρου, χρειάζονται τα καμαρίνια του παρασκηνίου όπου μπορούν να βγάλουν τις (δημόσιες) μάσκες τους, να πουν βλάσφημα και πονηρά ανέκδοτα, να μαζέψουν τα κομμάτια τους και να ανακουφιστούν από τις εντάσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας performance. Στο σύγχρονο κόσμο των επιχειρήσεων της «νέας ψηφιακής οικονομίας», οι εργαζόμενοι γραφείου (τα «λευκά κολάρα») βρίσκονται υπό καθεστώς διαρκούς επιτήρησης, όπως ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας The Truman Show που δεν έχει «ανθρώπινες» ιδιότητες και που εκ γενετής βρίσκεται υπό παρακολούθηση μέσα σε ένα δουλευμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σκηνικό χωρίς να το γνωρίζει και, επομένως, χωρίς τη συναίνεσή του κάθε βήμα του και κάθε διαντίδρασή του με τους επαγγελματίες ηθοποιούς, που παριστάνουν την οικογένεια και το φιλικό του κύκλο, αναμεταδίδεται στους τηλεθεατές μέσω κρυμμένων συσκευών βιντεοσκόπησης.
Στο έργο του για το Στίγμα, δίνει μια άλλη διάσταση στην έννοια του αποκλίνοντος προσώπου, το οποίο προσπαθεί να το αναδείξει σε υποκείμενο του δικού του κόσμου. Προσπαθεί να δείξει ότι όλοι αυτοί που τους θεωρούμε «κολασμένους», «παρακατιανούς», «περιθωριακούς» και τους περιφρονούμε, συγκροτούν τη δική τους «ιδιόμορφη ταυτότητα» και επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τις στρατηγικές μέσω των οποίων διαχειρίζονται τις κρίσεις και ελέγχουν τις πληροφορίες προκειμένου να διαφύγουν κατά το δυνατόν από τις θέσεις απαξίωσης.
Στο έργο του για τα Άσυλα, για το οποίο συγκέντρωσε πληροφορίες από το Εθνικό Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, τονίζει πως «οποιαδήποτε ομάδα προσώπων -κρατουμένων, πρωτογόνων, πιλότων ή ασθενών- αναπτύσσει μια δική της ζωή που αποκτά νόημα, λογική και γίνεται φυσιολογική από τη στιγμή που θα την πλησιάσεις». Επινόησε τον όρο «ολοπαγή» ιδρύματα για να χαρακτηρίσει τα ψυχιατρικά άσυλα και να βάλει στο ίδιο τσουβάλι τις φυλακές, τα στρατόπεδα, τα μοναστήρια, τα ορφανοτροφεία, τα πλοία και άλλα ιδρύματα και θεσμούς καθώς θεωρεί πως έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Αυτά είναι η απώλεια του εαυτού και η πλήρης αλλοτρίωση, που συνιστούν την “ηθική σταδιοδρομία” του ασθενή του ψυχιατρείου· η πλούσια και ποικιλόμορφη ζωή, ή μάλλον ‘λαθροβίωση’, σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα· ο μοναδικός χαρακτήρας της παροχής ψυχιατρικών υπηρεσιών, κατά το ότι τίποτε που αφορά, έστω ελάχιστα, τη ζωή του ασθενή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκτός της αρμοδιότητας του ψυχιάτρου. Με τα δικά του λόγια, ολοπαγή είναι τα ιδρύματα-θεσμοί που ορίζονται ως τόποι κατοικίας και εργασίας όπου ένας μεγάλος αριθμός ατόμων βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, αποκομμένα από την ευρύτερη κοινωνία, και για μια σημαντική χρονική περίοδο ζουν από κοινού υπό συνθήκες εγκλεισμού και υπό αυστηρή διοίκηση. Ένα πολύ καλό παράδειγμα του πώς λειτουργούν και πώς διαντιδρούν οι έγκλειστοι και πώς αντιστέκονται στις μικρές και μεγάλες εξουσίες που ασκούν πάνω τους οι εκάστοτε φορείς εξουσίας μέσα σε ένα ολοπαγές ίδρυμα μας έδωσε ο σκηνοθέτης Μίλος Φόρμαν με την ταινία Η Φωλιά του Κούκου. Το βασικό συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε από το έργο του Γκόφμαν είναι ότι δεν υπάρχει αλήθεια με «Α» κεφαλαίο, αλλά εκείνο που μπορούμε να θεωρήσουμε ως βάση μας είναι ότι υπάρχουν ερμηνείες που κάθε άτομο θεωρεί πραγματικές. Χρησιμοποιούμε «ενδείξεις» και «συμβάσεις» ως πλαίσια για να υποθέσουμε ή να εξακριβώσουμε αν ο συνομιλητής μας αστειεύεται ή μιλάει σοβαρά, αν είναι ευγενικός ή άξεστος, αν έχει επίγνωση των κοινωνικών συμβάσεων ή όχι. Είμαστε αντιμέτωποι με τις πολλαπλές πραγματικότητες μέσα στις οποίες ζούμε, ερωτευόμαστε, εργαζόμαστε και κινούμαστε, και οι οποίες παρουσιάζονται με τη μορφή επιλογών ανάμεσα σε διαφορετικές προοπτικές. Συχνά οι ερμηνείες που δίνουμε λειτουργούν ως αυτό-εκπληρούμενες προσδοκίες.
Ο Γκόφμαν κατηγορήθηκε πολλές φορές ότι ζωγραφίζει ένα σκοτεινό κόσμο χρησιμοποιώντας μουντά χρώματα, πως οι απόψεις τους είναι το άκρων άωτον της απαισιοδοξίας, καθώς απεικονίζει τους ανθρώπους ως ηθοποιούς χαμηλών προσδοκιών που μονίμως ανησυχούν για την εικόνα τους και παρακολουθούν τις επιδόσεις τους υπολογίζοντας διαρκώς τις συνέπειες και τις επιπτώσεις με ένα «ορθολογικό» τρόπο. Του καταλογίζεται επίσης ότι γενικεύει τα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, όπου η προσποίηση είναι σημαντικός επιβοηθητικός παράγοντας για την επιβίωση και την ανέλιξη στο κοινωνικό παιχνίδι της αναρρίχησης στις θέσεις ισχύος στην καθημερινή ζωή. Είτε το ήθελε είτε όχι ο ίδιος ο συγγραφέας, η θεωρία του της δραματουργικής δράσης εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των θεωριών που περιλαμβάνουν την οικονομικά ορθολογική δράση του «ορθολογιστικού» ωφελιμιστικού υποκειμένου. Παρ’ όλα αυτά η συνεισφορά του στην κοινωνιολογία είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί άνοιξε το δρόμο σε μια σειρά μελετών για τους «περιθωριακούς» και για τα κοινωνικά κινήματα που αποσκοπούν στην ένταξη των «αποκλεισμένων».


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Monday, September 30, 2019

Immanuel Maurice Wallerstein - Το κοσμοσύστημα


 Immanuel Maurice Wallerstein

Το κοσμοσύστημα




Ο Immanuel Maurice Wallerstein ήταν Αμερικανός της θεωρίας του περί «κοσμο-συστήματος». Υπήρξε ανώτερος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Yale από το 2000 μέχρι το θάνατό του το 2019.
 Οι γονείς του ήταν Πολωνοί Εβραίοι και οι δύο προέρχονταν από τη Γαλικία. Λόγω του 1oυ Παγκοσμίου Πολέμου μετακόμισαν στο Βερολίνο, όπου παντρεύτηκαν το 1919. Δύο χρόνια αργότερα, η Σάρα γέννησε στον πρώτο τους γιο, τον Σολομώντα. Το 1923, η οικογένεια Wallerstein μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη, όπου γεννήθηκε ο Immanuel.
Έχοντας μεγαλώσει σε μια πολιτικά ενεργή οικογένεια, ο Wallerstein ενδιαφέρεται για τις παγκόσμιες υποθέσεις ως έφηβος ενώ ζούσε στην πόλη της Νέας Υόρκης. Έλαβε και τα τρία πτυχία του από το Πανεπιστήμιο Columbia: BA το 1951, ΜΑ το 1954 και Διδακτορικό δίπλωμα το 1959. Επίσης σπούδασε σε άλλα πανεπιστήμια, συμπεριλαμβανομένου του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (1955-56) , του Université libre de Brxelles, του Université Paris 7 Denis Diderot και του Universidad Nacional Autónoma de México.

Η ακαδημαϊκή και επαγγελματική σταδιοδρομία του άρχισε στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, όπου ξεκίνησε ως λέκτορας και αργότερα έγινε αναπληρωτής καθηγητής κοινωνιολογίας από το 1958 έως το 1971.Εκεί έγινε σημαντικός υποστηρικτής των φοιτητών κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια του 1968. Το 1971 μετακόμισε από τη Νέα Υόρκη στο Μόντρεαλ, όπου δίδαξε στο Πανεπιστήμιο McGill για πέντε χρόνια.

Αρχικά, ο τομέας του δεν ήταν η αμερικανική πολιτική, αλλά η πολιτική του μη ευρωπαϊκού κόσμου, ιδιαίτερα η Ινδία και η Αφρική. Για δύο δεκαετίες μελέτησε την Αφρική, δημοσιεύοντας πολυάριθμα βιβλία και άρθρα και το 1973 έγινε πρόεδρος της Ένωσης Αφρικανικών Σπουδών.

Το 1976 του προσφέρθηκε η ευκαιρία να ακολουθήσει ένα νέα δρόμο έρευνας και έτσι ανέλαβε τη θέση του επικεφαλής του «Κέντρου Μελέτης για τις Οικονομίες, τα Ιστορικά Συστήματα και τον Πολιτισμό Fernand Braudel» στο Πανεπιστήμιο Binghamton της Νέας Υόρκης, το οποίο έχει ως αποστολή την ανάλυση της κοινωνικής αλλαγής μεγάλης κλίμακας για μακρές ιστορικές περιόδους. Το Κέντρο άνοιξε με την έκδοση νέου περιοδικού, Review  (του οποίο ήταν ο ιδρυτικός συντάκτης), και θα συνέχιζε να παράγει ένα σύνολο έργων που συνέβαλε στην αναζωογόνηση της κοινωνιολογίας καθώς  και της ιστορίας και της πολιτικής οικονομίας. Συνέχισε ως διακεκριμένος καθηγητής της κοινωνιολογίας στο Binghamton μέχρι την αποχώρησή του το 1999.
Στη διάρκεια της καριέρας του κατείχε θέσεις  επισκέπτη καθηγητή στο Chinese University of Hong Kong, και στα πανεπιστήμια British Columbia, και Amsterdam, μεταξύ άλλων. Βραβεύθηκε  με διάφορους τίτλους και διετέλεσε Διευθυντής σπουδών της École des Hautes Études en Sciences Sociales στο Παρίσι, καθώς και Πρόεδρος της International Sociological Association (1994-1998). Στη διάρκεια της δεκαετίας του΄90 ήταν πρόεδρος της Επιτροπής για την Ανασυγκρότηση των Κοινωνικών Επιστημών.

Στη δεκαετία του ‘60 άρχισε να διακρίνεται ως ιστορικός και θεωρητικός της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σε μακροσκοπικό επίπεδο. Η πρώιμη κριτική του για τον παγκόσμιο καπιταλισμό και η συμμετοχή του στα "αντι-συστημικά κινήματα" τον έκαναν σημαντικό παράγοντα στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, μαζί με τον Noam Chomsky και τον Pierre Bourdieu. Το σημαντικότερο έργο του, «Το Σύγχρονο Κόσμο-σύστημα» κυκλοφόρησε σε τέσσερις τόμους μεταξύ 1974 και 2011. Στο έργο διακρίνονται πολλές πνευματικές επιρροές:
- Karl Marx: έμφαση στους υποκείμενους οικονομικούς παράγοντες και την κυριαρχία τους στους ιδεολογικούς παράγοντες στην παγκόσμια πολιτική και του οποίου την οικονομική σκέψη υιοθέτησε με ιδέες όπως η διχοτόμηση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
-Θεωρία της εξάρτησης: οι έννοιές του "κέντρου" και της "περιφέρειας".
O ίδιος ο Wallerstein θεωρούσε ότι τον επηρέασαν οι Frantz Fanon, Fernand Braudel, και Ilya Prigogine.
Υποστηρίζει ότι το σύγχρονο κόσμο-σύστημα διακρίνεται από τις αυτοκρατορίες λόγω της εξάρτησής του από τον οικονομικό έλεγχο της παγκόσμιας τάξης από ένα κυρίαρχο καπιταλιστικό κέντρο (πυρήνα) σε συστημική οικονομική και πολιτική σχέση με περιφερειακές και ημι-περιφερειακές περιοχές του κόσμου. Απέρριψε την έννοια του «Τρίτου Κόσμου» ισχυριζόμενος ότι υπάρχει μόνο ένας κόσμος που συνδέεται με ένα πολύπλοκο δίκτυο σχέσεων οικονομικής ανταλλαγής - δηλαδή μια «παγκόσμια οικονομία» ή «κοσμοσύστημα» στο οποίο δεσπόζει  η «διαίρεση  κεφαλαίου και της εργασίας» και η αμείωτη  συσσώρευση κεφαλαίου από ανταγωνιζόμενους φορείς (ιστορικά συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι περιοριστικά, κρατών-μελών) που προκαλούν συγκρούσεις. Αυτή η προσέγγιση είναι γνωστή ως η θεωρία του κόσμο-συστήματος.

Ο Wallerstein θεωρεί ότι η προέλευση του σύγχρονου κόσμο-συστήματος βρίσκεται στη Δυτική Ευρώπη του 16ου αιώνα και στην Αμερική. Μια αρχικά μικρή πρόοδος στη συσσώρευση κεφαλαίων στη Βρετανία, την Ολλανδική Δημοκρατία και τη Γαλλία, λόγω συγκεκριμένων πολιτικών συνθηκών στο τέλος της περιόδου της φεουδαρχίας, έθεσε σε κίνηση μια διαδικασία σταδιακής επέκτασης. Ως αποτέλεσμα, στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχει μόνο ένα παγκόσμιο δίκτυο ή σύστημα οικονομικών ανταλλαγών. Μέχρι τον 19ο αιώνα, ουσιαστικά κάθε περιοχή στη γη ενσωματώθηκε στην καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία.

Το καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα δεν είναι πολύ ομοιογενές από πολιτιστική, πολιτική και οικονομική άποψη. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από θεμελιώδεις διαφορές στην κοινωνική ανάπτυξη, τη συσσώρευση πολιτικής εξουσίας και το κεφάλαιο.


2.       Σύγκρουση Πολιτισμών; η Μεγάλη Εικόνα και το Μελλοντικό Σύστημα, Εκδότης: ΘΥΡΑΘΕΝ, 2011
3.       Ουτοπιστική: ή Αλλιώς Ιστορικές Επιλογές για τον 21ο Αιώνα, Εκδότης: ΚΕΔΡΟΣ, 2007
4.       Αντισυστημικα Κινήματα Χθες και Σήμερα, Εκδότης: ΚΟΥΚΚΙΔΑ, 2016
5.       Ευρωπαϊκός Οικουμενισμός: η Ρητορική της Δύναμης, Εκδότης: ΘΥΡΑΘΕΝ, 2010 
6.       Η Παρακμή της Αμερικάνικης Ισχύος: Οι ΗΠΑ σε ένα χαοτικό κόσμο, Εκδότης: ΕΞΑΝΤΑΣ, 2005
7.       Μετά τον Φιλελευθερισμό, Εκδότης: ΗΛΕΚΤΡΑ, 2004
8.       Ιστορικός Καπιταλισμός, Εκδότης: ΘΕΜΕΛΙΟ, 1987


                                                                                                                 Θανάσης Τσακίρης


Tuesday, August 06, 2019

50 χρόνια από το θάνατο του Τέοντορ Αντόρντο (μέρος 1ο)

50 χρόνια σαν σήμερα από το θάνατο του Τέοντορ Αντόρντο στην Ελβετία.




Γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και ψυχολόγος, ηγετικό μέλος της Σχολής της Φρανκφούρτης και υποστηρικτής  της (Μαρξιστικής) Κριτικής Θεωρίας. Μολονότι  ήταν διάσημος για τα φιλοσοφικά του γραπτά, δημοσίευσε δοκίμια για την μουσική και την αισθητική. Τα κύρια φιλοσοφικά του έργα ήταν η Διαλεκτική του Διαφωτισμού (1947), την οποία συνέγραψε με τον Max Horkheimer, το Minima Moralia, (1951) και η  Αρνητική Διαλεκτική (1966). Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού ο Adorno επεξεργάστηκε το έργο τόσο του Walter Benjamin όσο και του Friedrich Pollock. Το ερώτημα τους ήταν συγκλονιστικό: «για ποιο λόγο δεν μπόρεσε ο δυτικός πολιτισμός, παρά την εκπληκτική επιστημονική και τεχνολογική πρόοδό του, να χτίσει έναν κόσμο χωρίς πείνα, πόλεμο, δυστυχία και καταπίεση» ; Για τους συγγραφείς η απάντηση είναι πως οι μεγάλες καινοτομίες του πολιτισμού αυτού πληρώθηκαν με μια διαρκώς αυξανόμενη παρακμή της θεωρητικής συνείδησης. Πρωταρχικό καθήκον, επομένως, μιας αυθεντικής πολιτικής παρέμβασης, που θα απέβλεπε στην ανατροπή του καθεστώτος αυτού, είναι η συνειδητοποίηση και γνωστοποίηση της εσωτερικής λογικής του, την οποία ονομάζουν «διαλεκτική του διαφωτισμού».
 Υποστήριξαν ότι το σύστημα της πολιτιστικής παραγωγής (κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές, εφημερίδες και περιοδικά) ελεγχόταν από τις διαφημιστικές και εμπορικές επιταγές, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ενσταλάζεται στους ανθρώπους η νοοτροπία της υποτέλειας στον καταναλωτικό καπιταλισμό. Υπό την πίεση του σύγχρονου κοινωνικού συστήματος οι λέξεις απέκτησαν αρνητικές έννοιες: ο Λόγος και ο Διαφωτισμός μετατράπηκαν από εργαλεία αλήθειας και απελευθέρωσης μετατράπηκαν σε εργαλεία κυριαρχίας. Ο Λόγος έγινε «εργαλειακός» και μείωσε τις ανθρώπινες υπάρξεις και τη φύση σε αντικειμενοποιημένα πράγματα και σε μετρήσιμες αριθμητικές ποσότητες. Διευκολύνθηκε η επιτάχυνση των εξελίξεων και ανακαλύψεων στην επιστήμη και την τεχνολογία αλλά, ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε τεράστιο ηθικό κενό που οδήγησε στην κοινωνική ψύχωση κι αυτή με τη σειρά της στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζιστικών και φασιστικών καθεστώτων καθώς και στα γκουλάγκ της Σταλινικής ΕΣΣΔ. Η κουλτούρα μετατράπηκε σε μαζική διασκέδαση και η δημοκρατία παρήκμασε προς όφελος της κυριαρχίας των λαοπλάνων χαρισματικών ηγετών τύπου Μουσολίνι και Χίτλερ πάνω στις ανθρώπινες μάζες. Οι άνθρωποι, ουσιαστικά αποκήρυξαν τις ενδότερες επιθυμίες τους για να αφομοιωθούν από ένα τερατώδες διαστροφικό σύστημα που τους κατέστησε παθητικούς φορείς πολέμου και καταδίωξης. Οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ κατηγορήθηκαν ότι εστίασαν υπερβολικά στην ιδέα της χειραγώγησης και της μαζικής εξαπάτησης. Όμως, παρά την κριτική που τους ασκήθηκε, αυτοί επέμειναν σθεναρά υποστηρίζοντας ότι η θεωρία τους διορθώνει εκείνες τις απόψεις που υποβαθμίζουν τους τρόπους με τους οποίους οι βιομηχανίες των ΜΜΕ ασκούν εξουσία πάνω στο κοινό τους επιβάλλοντάς τους να συμπεριφέρονται με κομφορμιστική λογική και να υποτάσσονται στις επιταγές της διαφημιστικής και εμπορικής αγοράς.  

Τα Minima Moralia  σήμαναν την απόρριψη του Χεγκελιανού μαρξισμού με τον ισχυρισμό του ότι «το σύνολο είναι ψέμα» σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Χέγκελ ότι «το αληθινό είναι το σύνολο». Αυτό επιβεβαιώθηκε εκ νέου στην Αρνητική Διαλεκτική όπου υποστήριξε ότι η διαλεκτική δεν έφτασε σε μια ενότητα μεταξύ καθολικού και ιδιαίτερου, όπως πίστευε ο Χέγκελ. Αντίθετα, οδήγησε σε μια μη ταυτότητα όπου η καθολικότητα υπερίσχυσε πάνω από την ιδιαιτερότητα. Αυτό το επιχείρημα, σε συνδυασμό με την παρατήρησή του ότι η φιλοσοφία ζει μόνο επειδή η στιγμή για να το συνειδητοποιήσει χάθηκε, ενθυλακώνει την απαισιοδοξία της σκέψης του Adorno μέσα στην μαρξιστική παράδοση. 


Συνεχίζεται

Θανάσης Τσακίρης

Saturday, July 13, 2019

H συζήτηση για την τεχνοκρατία - μέρος 3 (του Θανάση Τσακίρη)

Προηγούμενο  https://tsakthan.blogspot.com/2019/07/h-2.html




Μαρξ
Ένας ευρύς κύκλος της παραδοσιακής μαρξιστικής διανόησης δεν είχε ιδιαίτερη τάση να συζητάει –όπως εν μέρει έγινε και με τα ζήτημα της γραφειοκρατίας– και να ενασχολείται με κοινωνικές κατηγορίες που ξεφεύγουν από τους παραδοσιακούς ορισμούς της για την κοινωνική τάξη. Έτσι η χρήση της έννοιας της «ελίτ» δεν είναι συχνή. Ο Μαρξ θεωρούσε ότι οι άνθρωποι συγκροτούν κοινωνικές σχέσεις ανεξάρτητα από τις θελήσεις τους και ότι οι πεποιθήσεις και συμπεριφορές τους καθορίζονται ως επί το πλείστον από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν. Σημαντικότερες είναι οι συνθήκες της οικονομικής παραγωγής που τείνουν να καθορίζουν τις άλλες πλευρές της κοινωνικής συμπεριφοράς και τις πεποιθήσεις. Αυτές οι οικονομικές συνθήκες ποικίλουν από εποχή σε εποχή και σε κάθε εποχή (εκτός από την προϊστορική) υπάρχουν διαφορετικές κυρίαρχες και κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις. Καθώς οι κυρίαρχες τάξεις οργανώνονται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά αλλάζουν το οικονομικό σύστημα προς την κατεύθυνση της εντονότερης εκμετάλλευσης των κυριαρχούμενων τάξεων. Πηγή «προόδου» για τις κυρίαρχες τάξεις είναι αυτή η ένταση της εκμετάλλευσης που από τη μια συνεπάγεται αυξήσεις πλούτου και οικονομικής παραγωγικότητας, χρηματοδότηση της επιστήμης και του πολιτιστικού γίγνεσθαι, ενώ από την άλλη δημιουργεί κοινωνικές συγκρούσεις καθώς η μη οικονομική οργάνωση της κοινωνίας αποτυγχάνει να αλλάξει με τους ίδιους ρυθμούς ώστε να ταιριάξει με τις νέες οικονομικές συνθήκες. Οι τάξεις που δεν είναι πλέον οικονομικά χρήσιμες συγκρούονται με την «πρόοδο» για να υπερασπιστούν τις προνομιακές τους θέσεις. Όταν αυτές οι κοινωνικές εντάσεις γίνουν ιδιαίτερα οξείες αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης και η κοινωνία παίρνει μια πιο σύγχρονη μορφή. Ο Μαρξ υπέθετε ότι όταν οι οικονομικές συνθήκες προοδεύσουν σε ιδιαίτερα υψηλό βαθμό θα υπάρξει μια παρόμοια επαναστατική περίοδος και οι καπιταλιστικές κοινωνίες θα μετασχηματιστούν σε σοσιαλιστικές, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική.





Από τον Μαρξ στους επιγόνους
Ο Μαρξ όριζε την πολιτική ζωή ως αντανάκλαση της ταξικής πάλης και ανέλυε τους πολιτικούς αγώνες θεωρώντας τα πολιτικά κόμματα και τους πολιτικούς ηγέτες ως εκπροσώπους των ταξικών τους συμφερόντων. Οι επίγονοί του δεν φρόντισαν να αναπτύξουν ιδιαίτερα τις επί μέρους αναλύσεις τους για τα στρώματα που δεν είχαν ταξική βάση συγκρότησης τα μέσα παραγωγής αλλά διακρίνονται από την κατοχή γνώσης, δεξιοτήτων και ταλέντου. Έτσι, η έννοια της τεχνοκρατίας δεν διερευνήθηκε αρκετά. Όμως, όπως είδαμε, ο H. Braverman, o A. Feenberg και άλλοι μαρξιστές τόνισαν ότι ενυπήρχε και άλλη πλευρά στο έργο του Μαρξ. Εκτός από την «θεωρία της ιδιοκτησίας» ενυπήρχε η «θεωρία της εργασιακής διαδικασίας». Η πάλη ενάντια στην άνιση κατανομή του πλούτου πρέπει να συνοδεύεται και από την πάλη ενάντια στην άνιση κατανομή της δύναμης και της εξουσίας στο χώρο εργασίας. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός πρέπει να επικριθεί συνολικά ως τέτοιος αντί για την αδυναμία του να προσφέρει καταναλωτική αφθονία και ισότητα. Η κυριαρχία και η αλλοτρίωση αποτελούν εξίσου κεντρικής σημασίας με την ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Η κυριαρχία των πλουσίων είναι αναπόσπαστα δεμένη με το χωρισμό των εργατών από τα μέσα παραγωγής και με την υποταγή τους στην εργασιακή διαδικασία υπέρ των συμφερόντων των κατόχων του πλούτου. Έτσι, ο Μαρξ θεωρείται ένας από τους πρώτους επικριτές της τεχνοκρατίας. Το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής ήταν ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς να εμπλακεί στις συζητήσεις, στους αγώνες και τα πειράματα εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και αυτοδιαχείρισης στη Δυτική Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Αλγερία και την Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές της δεκαετίες του ’70. Τέθηκαν έτσι ζητήματα οργάνωσης και διαχείρισης της εργασίας και των αποτελεσμάτων της, της πολλαπλότητας και των μορφών κατανομής δύναμης, εξουσίας και αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της επιχείρησης, καθώς και ζητήματα διαδικασιών ανάπτυξης καινοτομιών και νεωτερισμών.





Στο πλαίσιο της γενικότερης νεομαρξιστικής σχολής, η νέα ταξική διάρθρωση της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» δεν είναι ριζικά διαφορετική από αυτή της βιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας. Αντίθετα, σημειώνεται μια μεγάλη κεφαλαιοκρατική εξάπλωση, «που αναδιαρθρώνει τους εναπομείναντες θύλακες μη κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης.» Συνέπειες αυτής της αναδιάρθρωσης είναι α) η εμπορευματοποίηση των μη υλικών μορφών παραγωγής, β) η κατίσχυση του καπιταλιστικού πολιτισμού, και γ) η μεταλλαγή του καπιταλισμού σε «μεταμοντέρνο» χωρίς την επίλυση των αντινομιών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Οι τελευταίες «βαθαίνουν και ριζοσπαστικοποιούνται διότι προωθούνται σε παγκόσμια κλίμακα».
Σ’ αυτό το πλαίσιο της μεταβιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας σχηματίζεται μια πολιτική κουλτούρα που, έχοντας δώσει κυριαρχική θέση στην τεχνοκρατική γνώση -και μάλιστα στις πιο στενές μορφές της-, απαξιώνει τη θέση των ιστορικών ή ηθικών παραδόσεων. Έτσι απαξιώνεται η δυνατότητά της να αναστοχαστεί σχετικά με τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες των επερχόμενων μετασχηματισμών της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων, της πολιτικής, του περιβάλλοντος και άλλων πλευρών της κοινωνικής ζωής. Παρά την επέκταση της διανοητικής εργασίας σε ολοένα και ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, αυτή τείνει να επικεντρώνεται ολοένα και πιο πολύ σε στενότερες μορφές που δημιουργούνται γύρω από την υψηλή τεχνολογία και τις υπηρεσίες. Προσανατολισμένα κυρίως σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παράγουν αποφοίτους, οι οποίοι εκπαιδεύονται με τη λογική της πρακτικής απόδοσης της εργαλειακής γνώσης και απορρίπτουν, ουσιαστικά, τον κοινωνικο-πολιτικό αναστοχασμό και τη δράση στην κατεύθυνση των κοινωνικών αλλαγών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των οικονομικών σπουδών όπου ολοένα και περισσότερο προσανατολίζονται στη λογική της εξυπηρέτησης των επιχειρήσεων με την ανάπτυξη των business studies μειώνοντας την ενασχόληση με την δημόσια και την κοινωνική οικονομία ή τις εργασιακές σχέσεις. Έτσι εργαλειοποιείται η διανοητική δραστηριότητα με αποτέλεσμα την κυριαρχία εκείνων των «ειδικών» (τηλεπικοινωνιακοί σύμβουλοι, αναλυτές αγορών κ.α.), οι οποίοι υποβαθμίζουν την κοινωνική σημασία και αξία των δημόσιων διανοούμενων, τους οποίους, στην καλύτερη των περιπτώσεων, προορίζουν για τη θέση του υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων, δηλαδή για το ρόλο των spin doctors των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Η τάση για διαχείριση και έλεγχο της πληροφόρησης εκφράζει την τεχνοκρατική λογική που ενυπάρχει στην παράδοση του Διαφωτισμού: εξορθολογισμός, επιστημονική διοίκηση κοινωνική μηχανική, αποδοτικότητα/αποτελεσματικότητα και δαημοσύνη. Η δημόσια σφαίρα της δημοκρατίας διαβρώνεται τόσο από της δυνάμεις της εμπορευματικοποίησης όσο και από διαδικασίες πολιτικής διαχείρισης και χειραγώγησης. Η ορθολογικότητα του Διαφωτισμού μετασχηματίζεται σε εξορθολογισμό, τεχνοκρατία και επιστημονική κοινωνική διαχείριση. Η προπαγάνδα και η πληροφόρηση έχουν καταστεί κανονιστικές και θεμελιακές όψεις του κοινωνικού ελέγχου. Με τον εύστοχο λόγο του ο Μαξ Βέμπερ αποκάλεσε τη «γραφειοκρατία» ως «σιδερένιο κλουβί» προβλέποντας ότι οι άνθρωποι θα εγκλωβιστούν σ’ αυτό όταν θα ενσταλλαχτεί η τεχνοκρατική λογική στις γραφειοκρατικές οργανώσεις. Αναπαράγονται, κατ’ αυτό τον τρόπο, οι «πραγματικές σχέσεις εξουσίας» στο πλαίσιο των οποίων ιεραρχικά ανώτερα είναι εκείνα τα κοινωνικά συμφέροντα τα οποία προσδιορίζουν την κατεύθυνση και το ρυθμό της τεχνικής προόδου και προσδιορίζουν τόσο το κοινωνικό σύστημα συνολικά όσο και την αυτονομία της τεχνολογίας και της επιστήμης που καθίστανται ολοένα και περισσότερο ανεξάρτητες μεταβλητές ακόμη και έναντι της οικονομίας. Η τεχνοκρατία μπορεί επίσης να καταστεί αφανής ιδεολογία που διεισδύει στη συνείδηση της αποπολιτικοποιημένης μάζας του πληθυσμού όπου μπορεί να αποκτήσει νομιμοποιητική δύναμη, ώστε η κυρίαρχη τάξη να λαμβάνει ουσιαστικά τις αποφάσεις και να χρησιμοποιεί με δημοψηφισματικό τρόπο ή/και μέσω δημοσκοπήσεων την κοινή γνώμη. Έτσι, η παρουσίαση των πρακτικών προβλημάτων ως τεχνικών καλύπτει και δικαιολογεί το συμφέρον μιας συγκεκριμένης τάξης και την καταπίεση της ανάγκης μιας άλλης για χειραφέτηση.




Θανάσης Τσακίρης

Friday, December 14, 2018

Τρίτη, 18/12 καλεσμένος στην εκπομπή Αχ Εξουσία o Γιώργος Μπιθυμήτρης Τι νιώθουν οι κοινωνικές τάξεις; Ορισμένα ευρήματα από την συμμετοχή της Ελλάδας στην Παγκόσμια Έρευνα Αξιών"

Την Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018 (8-9μμ) καλεσμένος στην εκπομπή Αχ Εξουσία είναι o Γιώργος Μπιθυμήτρης (Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών). 
Θέμα: "Τι νιώθουν οι κοινωνικές τάξεις; Ορισμένα ευρήματα από την συμμετοχή της Ελλάδας στην Παγκόσμια Έρευνα Αξιών".










Σας περιμένουμε, όπως πάντα, στον φιλόξενο διαδικτυακό ραδιοσταθμό IlioupolisOnAir




Sunday, September 23, 2018

Tα κοινωνιολογικά θεωρητικά πλαίσια -1o μέρος


Σε πολύ γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι τα κοινωνιολογικά θεωρητικά πλαίσια χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες στο εσωτερικό των οποίων υπάρχουν πολλές υποδιαιρέσεις.

Από τη μια είναι οι θεωρίες που αναφέρονται στη δομική συγκρότηση των κοινωνιών και αποκαλούνται δομικές θεωρίες. Από την άλλη είναι οι θεωρίες που αναφέρονται στη δράση των κοινωνικών μονάδων (υποκείμενα) και αποκαλούνται ερμηνευτικές θεωρίες.

Οι δομικές θεωρίες είναι προσανατολισμένες στο μακροεπίπεδο και ασχολούνται με τα μεγάλης κλίμακας ζητήματα του τύπου: «Τι είναι αυτό που διατηρεί τη συνοχή της κοινωνίας;»  ή «Πώς αλλάζει η κοινωνία στη διάρκεια του χρόνου;» Δύο μεγάλοι στοχαστές του 19ου αιώνα που θεωρούνται οι πατέρες των δομικών θεωριών είναι ο Καρλ Μαρξ και ο Εμίλ Ντυρκέμ.

Οι ερμηνευτικές θεωρίες ή θεωρίες της δράσης είναι προσανατολισμένες στο μικρο-επίπεδο και εστιάζουν στην κοινωνική διάδραση σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Κυριότερος στοχαστής αυτής της κατηγορίας είναι ο Μαξ Βέμπερ.

Στο πλαίσιο των δομικών θεωριών εντοπίζουμε μια σειρά από ανταγωνιζόμενες θεωρητικές προσεγγίσεις που η κάθε μία διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία. Από μια οι θεωρίες των κοινωνικών συγκρούσεων και από την άλλη οι θεωρίες της συναίνεσης.



Καρλ Μαρξ (1818-1883)

Ας ξεκινήσουμε από τις πρώτες. Ο κυριότερος εκπρόσωπος είναι ο Καρλ Μαρξ που ουσιαστικά δίνει το έναυσμα για τη συγκρότηση ενός ολόκληρου κοινωνικο-πολιτικού κινήματος και παράλληλα ενός αντίπαλου κόσμου που προσπαθεί να συγκροτήσει τη δική του θεωρητική απάντηση στις απόψεις του Μαρξ για την κοινωνία και την εξέλιξή της.

Λίγα λόγια για τον Καρλ Μαρξ και τη βιογραφία του είναι απαραίτητα για να κατανοήσουμε το έργο του. Γεννήθηκε στις 5 Μαΐου 1818 και πέθανε στις 14 Μαρτίου 1883. Ήταν το τρίτο από τα 7 παιδιά μιας οικογένειας προσηλυτισμένων στο Χριστιανισμό (για λόγους ανάγκης συνέχισης της επαγγελματικής δραστηριότητας του δικηγόρου πατέρα του) Εβραίων της Γερμανίας που ζούσε στην πόλη Τρίερ της επαρχίας του Κάτω Ρήνου του Βασιλείου της Πρωσίας. Το σπίτι της οικογένειάς του ήταν ανοιχτό και φιλοξενούσε σημαντικούς διανοούμενους της εποχής που συνέβαλαν στην διατήρηση μιας πνευματικής ατμόσφαιρας η οποία παρέσυρε τον Καρλ στην περιπέτεια της γνώσης. Ως τα 13 χρόνια διδάχθηκε κατ’ οίκον μαθήματα και αφού τελείωσε το Γυμνάσιο της πόλης του εγγράφηκε σε ηλικία 17 ετών στο Πανεπιστήμιο της Βόννης όπου σπούδασε Νομικά. Έγινε μέλος του Συλλόγου των Φίλων του Οινοπνεύματος της Ταβέρνας του Τρίερ. Είχε χαμηλές επιδόσεις σε διάφορα μαθήματα γιατί ενδιαφερόταν κυρίως για την πολιτική φιλοσοφία και τη φιλολογία. Όμως ο πατέρας του δεν το ανεχόταν αυτό γιατί θεωρούσε πως δε θα μπορούσε να βγάζει τα προς το ζην μόνο με την ιδιότητα τοπυ διανοούμενου. Γι’ αυτό τον ανάγκασε να μετεγγραφεί στο Πανεπιστήμιο Friedrich-Wilhelms-Universität του Βερολίνου. Εκεί έγραψε πολλά ποιήματα και δοκίμια για τη ζωή χρησιμοποιώντας τη θεολογική γλώσσα του ντεϊσμού που ακολουθούσε ο πατέρας του. Όμως, κάνοντας παρέα με τους Νέους Εγελιανούς που είχαν ισχυρή ομάδα στο πανεπιστήμιο αυτό, ο Μαρξ ενδιαφέρθηκε για την αθεϊστική φιλοσοφία. Το 1841 απέκτησε το διδακτορικό δίπλωμά του με τη διατριβή του για τη Διαφορά μεταξύ της Δημοκρίτειας και της Επικούριας Φιλοσοφίας της φύσης την  οποία όμως υπέβαλε στο Πανεπιστήμιο της Ιένας λόγω της προειδοποίησης που του απευθύνθηκε ότι επειδή ήταν Νέος Εγελιανός κινδύνευε με απόρριψη στο Βερολίνο. Στη διατριβή αυτή ο Μαρξ  απέδειξε, κόντρα σε παλιότερες έρευνες, ότι οι θεωρίες του Δημόκριτου και του Επίκουρου δεν ταυτίζονται. Δεν επρόκειτο όμως για μια απλή θεωρητικού περιεχομένου εργασία αλλά για ουσιαστική παρέμβαση στο δημόσιο θεωρητικό διάλογο ενός υπό διαμόρφωση κοινωνικού επαναστάτη.  Στη δημόσια συζήτηση τότε κυριαρχούσαν οι επίγονοι και οι μαθητές του Χέγκελ, οι λεγόμενοι «αριστεροί εγελιανοί». Το πρόβλημα που υπήρχε ήταν η απαλλαγή από την κυριαρχία της θεολογίας και της θρησκείας γενικότερα, ώστε να κατακτηθεί η πολλά υποσχόμενη «ατομική αυτοσυνειδησία» του «αυτόνομου υποκειμένου». Ο Μαρξ εντάσσεται αρχικά στη συζήτηση ως εγελιανός στο βαθμό που μάχεται τη θρησκεία. Έτσι, ο Μαρξ υποστηρίζει τον Επίκουρο, αντιπαραθέτοντάς τον στο Δημόκριτο, θεωρώντας ότι χρησιμεύει στην πάλη ενάντια στο απολυταρχικό πρωσικό κράτος, ενάντια στη θρησκεία και υπέρ της αυτοσυνειδησίας, της ελευθερίας και της αυτονομίας του ανθρώπου. Προτιμά τον Επίκουρο θεωρώντας ότι η «αισθησιοκρατία» της σκέψης του προσφέρεται καλύτερα από τον «αγνωστικισμό» του Επίκουρου γιατί έτσι είναι δυνατή η παραγωγή γνώσης κόντρα στην άγνοια της πίστης. Ο ηθικά ελεύθερος άνθρωπος του Μαρξ αντιπαρατίθεται ως πρότυπο στον ηθικά υποταγμένο από φόβο τιμωρίας ή λόγω προσδοκίας ανταμοιβής άνθρωπο της θρησκείας. Στο βιβλίο του Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου διαγράφονται καθαρά ποιοι είναι οι βασικοί πόλοι θεωρητικών συγκρούσεων σε επίπεδο φιλοσοφίας που σηματοδοτούν το πέρασμα από τον «υποκειμενικό ιδεαλισμό» (Καντ) στον «αντικειμενικό ιδεαλισμό» (Καντ) και κατόπιν στον «ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό» (Μαρξ).

Μελετώντας τον Καντ, ο Μαρξ δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις απαντήσεις του στα φιλοσοφικά ερωτήματα που είχε κατά νου και ιδιαίτερα από τον «ανταγωνισμό μεταξύ του ‘είναι’ και του ‘δέοντος’». Ο Μαρξ θεωρεί ότι ο Χέγκελ, ξεπερνώντας τον συνδυασμό «εμπειρισμού» και «ορθολογισμού» του Καντ, άνοιξε το δρόμο στην κατεύθυνση της εξάλειψης της αλλοτρίωσης του ανθρώπου με το να προσφέρει έναν τρόπο υπέρβασης και κατάργησης της διχοτόμησης μεταξύ ‘είναι’ και ‘δέοντος’ και με το να «πραγματοποιήσει τον ιδεαλισμό στην πραγματικότητα».

Ο Χέγκελ όρισε την αλλοτρίωση ως το προϊόν της μοίρας της ανθρώπινης συνείδησης που στην πορεία της να πραγματώσει την ιδέα και την απόλυτη γνώση έχασε την ουσία της μέσω της θρησκείας και της πολιτικής παύοντας να ζει στα πλαίσια της αρχαίας ελληνικής πόλης σε αρμονία με τον εαυτό του και τους συμπολίτες του.

Ο Μαρξ αποδεχόμενος την έννοια της αλλοτρίωσης του Χέγκελ, ξεπερνά και ανατρέπει την ιδεαλιστική λογική του Χέγκελ και την εντάσσει στο πλαίσιο του πραγματικού ιστορικού, φυσικού και κοινωνικού χώρου. Δηλαδή διαχωρίζει και ανασυνθέτει την έννοια μέσα από την σύνδεση θεωρίας και πράξης.

Η αντιστροφή της εγελιανής λογικής από το Μαρξ διαφαίνεται και στην κριτική που ασκεί στο κράτος και στο δίκαιο. Ο Χέγκελ θεωρεί ότι η κοινωνία των ιδιωτών και η οικογένεια αποτελούν δημιουργήματα (κατηγορήματα) του κράτους που βρίσκεται έξω και πάνω από την κοινωνία και εκτός ιστορίας ενώ ο Μαρξ θεωρεί ότι οι κοινωνικές σχέσεις παράγουν το κράτος και εκφράζονται από αυτό. Επίσης ασκεί κριτική στην έννοια της «γραφειοκρατίας» του Χέγκελ θεωρώντας την ως «ιδεαλιστική» στο βαθμό που τονίζει την αφοσίωση της γραφειοκρατίας στη γενική ευημερία της κοινωνίας. Θεωρεί, δηλαδή, ότι πρόκειται για μάσκα που καλύπτει τους κοινούς και υλικούς σκοπούς της γραφειοκρατίας. Αντιθέτως, τονίζει ότι «η δημοκρατία είναι η αληθινή ενότητα του γενικού και του μερικού». Το προλεταριάτο είναι η μόνη τάξη, που κατά τον Μαρξ, μπορεί να άρει όλες τις αλλοτριωτικές αντιθέσεις της κοινωνίας, να μετατρέψει την κριτική της θρησκείας σε κριτική της κοινωνικής δράσης, την κριτική της φιλοσοφίας σε κριτική της ιστορίας και την κριτική της πολιτικής ζωής σε κριτική της οικονομικής ζωής. Η σκέψη αυτή προκύπτει από τη βασική αρχή ότι «δεν καθορίζει η συνείδηση των ανθρώπων την ύπαρξή τους» αλλά, αντιθέτως, «η κοινωνική τους ύπαρξη καθορίζει τη συνείδησή τους».



Κατά τον Μαρξ μελετά την κοινωνία του 19ου αιώνα ως μια ιστορική κοινωνία που έχει απαρχές και τέλος. Η ιστορία και η διαδοχή των κοινωνιών καθορίζονται από την αλλαγή των τρόπων παραγωγής και την πάλη των τάξεων. Κάθε κοινωνία έχει τις άρχουσες και τις αρχόμενες τάξεις της με βάση το ποιος κατέχει και εκμεταλλεύεται τα μέσα παραγωγής. Αφού, λοιπόν, η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων, οι Καρλ Μαρξ και Φρήντριχ Ένγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο διατύπωσαν την ανάλυσή τους για τα ιστορικά στάδια ανάπτυξης του καταμερισμού της εργασίας μεταξύ των τάξεων και της συνακόλουθης σύγκρουσής τους:

1.              Πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία: υπήρχε κοινή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, συλλογικότητα στην κατανάλωση και στην κατανομή των αγαθών και ισότητα μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Οι ομάδες ζούσαν νομαδική ζωή, συλλέγοντας καρπούς, κυνηγώντας ή αλιεύοντας και πολεμώντας με τις γειτονικές φυλές, με ισονομία ανδρών και γυναικών. Με την εμφάνιση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας επιβλήθηκε στοιχειώδης καταμερισμός εργασίας μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας-φυλής και έτσι ξεπήδησαν οι αρχηγοί που επέβαλλαν σύστημα διανομής του παραγόμενου πλεονάσματος του προϊόντος ανάλογα με την εργασία και την προσφορά δημιουργώντας τις πρώτες ταξικές αντιθέσεις, τόσο στο εσωτερικό της φυλής όσο και μεταξύ των φυλών (ταξικοί ανταγωνισμοί και διαφυλετικοί πόλεμοι).
2.              Αρχαία δουλοκτητική κοινωνία: Υπάρχει πλέον ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και, συνεπώς, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Στις πόλεις-κράτη, αλλά και στα υπόλοιπα γνωστά τότε κράτη, από τη μια πλευρά βρίσκονται οι κύριοι (δουλοκτήτες) και από την άλλη οι δούλοι. Κατά τον Μαρξ, «ο δούλος μπαίνει σαν ανόργανη προϋπόθεση στην ίδια μοίρα με τα άλλα φυσικά όντα, πλάι στα ζώα ή σαν εξάρτημα της γης». Κατά τον Ένγκελς, η δουλεία «μετατρέπει την εργασία σε υποτιμητική για τους ελεύθερους ανθρώπους απασχόληση και η αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές σχέσεις και τις παραγωγικές δυνάμεις φτάνει σε αδιέξοδο, δε βοηθάει την ανάπτυξη και πρέπει να καταργηθεί αυτή η σχέση παραγωγής». Εκτός από τους δούλους, υπήρχαν πολλοί ελεύθεροι αγρότες και βιοτέχνες, καθώς και όσοι δεν μπορούσαν να πληρώσουν τα χρέη του και εκπίπτανε στο status του προλετάριου στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μεγαλογαιοκτήμονες, έμποροι και τοκογλύφοι από τη μια πλευρά του ταξικού φράγματος και αγρότες, χειροτέχνες, δούλοι και προλετάριοι από την άλλη συγκρούονταν με βία (π.χ. εξέγερση δούλων υπό την ηγεσία του Σπάρτακου) και το κράτος ενισχυόταν για την οργάνωση και υπεράσπιση του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής και καταμερισμού εργασίας. Η κατάρρευση του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής επιταχύνθηκε και από τις ξενικές επιδρομές και από τα σαμποτάζ των δούλων και από την αντίσταση των αγροτών και των βιοτεχνών.
3.              Φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής: Αγροτικό σύστημα όπου κυριαρχούν οι φεουδάρχες-γαιοκτήμονες σε βάρος των δουλοπάροικων-αγροτών. Ο καταμερισμός της εργασίας είναι μικρός. Η εκμετάλλευση των δουλοπάροικων από τους φεουδάρχες (με τη βοήθεια της εκκλησίας) εκφραζόταν με τη μορφή της γαιοπροσόδου (αγγαρεία / προσωπική εργασία σε όφελος του αφέντη, προϊόντα / δοσίματα στον αφέντη, χρήμα). Στις μεσαιωνικές πόλεις υπήρχαν τα στρώματα των χειρωνακτών – τεχνιτών που ήταν οργανωμένοι σε κλειστές και ιεραρχικά δομημένες συντεχνίες και προέρχονταν από τις τάξεις των απελεύθερων δουλοπάροικων. Οι έμποροι και οι χειρώνακτες / βιοτέχνες των πόλεων θα αποτελέσουν τη μαγιά από την οποία θα δημιουργηθεί η αστική τάξη που θα παίξει επαναστατικό ρόλο στην ιστορία, σύμφωνα με τους Μαρξ και Ένγκελς ανατρέποντας το φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής και θα τον αντικαταστήσει με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.
4.              Αστική καπιταλιστική κοινωνία: Η κυρίαρχη τάξη είναι η αστική τάξη που εκμεταλλεύεται το προλεταριάτο, κατέχοντας τα μέσα παραγωγής και ιδιοποιούμενη την υπεραξία, δηλαδή το μέρος εκείνο της εργασίας του προλεταριάτου που είναι απλήρωτο. Η νίκη των αστών κεφαλαιοκρατών σε βάρος τόσο της φεουδαρχίας όσο και των προλεταριακών μαζών επήλθε με την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου, τις αποικίες και τη διάλυση των συντεχνιών που προστάτευαν ως ένα βαθμό τους εργάτες.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Μαρξ προσπαθεί αφ’ ενός να εξηγήσει τις μεταβολές που υφίσταται η κοινωνική δομή μέσω ενός συστήματος αιτιών και αποτελεσμάτων που το ονόμασε «διαλεκτικό υλισμό». Στην ουσία, ο Μαρξ με την επινόηση του όρου αυτού προσπαθεί να μας εξηγήσει ότι υπάρχει ένας κοινωνικός «νόμος» που εκφράζεται ως «θέση, αντίθεση και σύνθεση». Αντιστρέφοντας την ιδέα της διαλεκτικής του Χέγκελ για την αιώνια διαδοχή της θέσης, της αντίθεσης και της σύνθεσης την έστησε στα πόδια της, δηλαδή στο έδαφος της υλικής πραγματικότητας. Τι συμβαίνει σ’ αυτόν τον κόσμο της υλικής πραγματικότητας; Κάθε κοινωνικός σχηματισμός διακρίνεται από τον τρόπο παραγωγής του. Ο τρόπος παραγωγής αποτελεί την οικονομική βάση των μηχανισμών εκμετάλλευσης. Ο Μαρξ δίνει σ’ αυτό τον παράγοντα την προτεραιότητα. Αυτός είναι που καθορίζει τα στοιχεία της «υπερδομής», δηλαδή το δίκαιο, την πολιτική, την κουλτούρα και την ιδεολογία. Όμως, τα στοιχεία της υπερδομής έχουν τη σχετική αυτονομία τους και δεν αποτελούν άμεση αντανάκλαση των μετασχηματισμών της οικονομικής δομής, δηλαδή της βάσης του εποικοδομήματος. Το περιεχόμενο του εποικοδομήματος της κοινωνίας καθορίζεται από τη βάση, όμως η ανάπτυξή του έχει μια σχετική αυτονομία και το εποικοδόμημα επηρεάζει ενεργά την όλη εξελικτική πορεία μιας κοινωνίας. Έχουμε μια αλληλεπίδραση όλων των στοιχείων του εποικοδομήματος. Η αλληλεπίδραση βάσης-οικοδομήματος (ύλης-ιδέας) υπάρχει, τον καθοριστικό όμως ρόλο τον παίζει η βάση. Σύμφωνα με τον ίδιο το Μαρξ «στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι συνάπτουν συγκεκριμένες σχέσεις που είναι θεμελιακές και ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σχέσεις παραγωγής που ανταποκρίνονται σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεών τους. Το γενικό σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας, το πραγματικό θεμέλιο που πάνω σ’ αυτό υψώνεται μια νομική και πολιτική υπερδομή και στην οποία ανταποκρίνονται συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης.[1] Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής διαμορφώνει γενικώς τις διαδικασίες της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξή τους αλλά, αντιθέτως, η κοινωνική τους ύπαρξη καθορίζει τη συνείδησή τους.»

Στο πλαίσιο αυτό, παίρνει συγκεκριμένη μορφή το σχήμα διαλεκτικής του Μαρξ. «Σε ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής…Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων αυτές οι σχέσεις μετατρέπονται σε εμπόδιά τους. Αρχίζει τότε μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή του οικονομικού θεμελίου ολόκληρη η μεγάλη υπερδομή μετασχηματίζεται με λιγότερο ή περισσότερο ραγδαίους ρυθμούς.» 

Έτσι, ο κάθε φορά ιστορικός τρόπος παραγωγής μιας ορισμένης εποχής και ενός ορισμένου τόπου δημιουργεί τη δική του κοινωνική δομή και το εποικοδόμημά της (θέση). Με τη μορφή της τεχνολογικής προόδου, των νέων βελτιωμένων και αποτελεσματικότερων μέσων παραγωγής καθώς και των νέων μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης της παραγωγής εμφανίζεται η αντίθεση. Η σύνθεση προκύπτει όταν οι αναδυόμενες κοινωνικές τάξεις ισχυροποιούν τον πόλο της αντίθεσης σε τέτοιο βαθμό ώστε να ξεπερνιέται και να καταστέλλεται η αντίσταση και η αντίδραση του παλιού τρόπου παραγωγής και των τάξεών του και επιβάλλουν τελικά νέο τρόπο παραγωγής και νέα κοινωνική τάξη πραγμάτων.



Το προλεταριάτο είναι εκείνη η κοινωνική τάξη που επιφορτίζεται από τους Μαρξ και Ένγκελς με ένα ιστορικό καθήκον, αυτό της ανατροπής της αστικής τάξης για λογαριασμό τόσο της ίδιας όσο και ολόκληρης της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Ένγκελς: «Η βασική ιδέα που κυριαρχεί στο ‘Μανιφέστο’ είναι η ιδέα ότι η οικονομική παραγωγή και η κοινωνική διάρθρωση κάθε ιστορικής εποχής που προέρχεται απ’ αυτήν αναγκαστικά αποτελούν τη βάση για την πολιτική και πνευματική ιστορία αυτής της εποχής, ότι σύμφωνα μ’ αυτά…όλη η ιστορία ήταν ιστορία ταξικών αγώνων…Η εκμεταλλευόμενη και καταπιεζόμενη τάξη (το προλεταριάτο) δεν μπορεί πια να απελευθερωθεί από την τάξη που την εκμεταλλεύεται και την καταπιέζει (από την αστική τάξη), χωρίς να απελευθερώσει σύγχρονα και για πάντα ολόκληρη την κοινωνία από την εκμετάλλευση, την καταπίεση και τους ταξικούς αγώνες. Αυτή η βασική ιδέα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον Μαρξ». Αυτή η αποστολή που ανατίθεται στο προλεταριάτο, αν εκπληρωθεί θα οδηγήσει την ανθρώπινη κοινωνία στην έξοδό της από την προϊστορία και την είσοδό της στην ιστορία.

Τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα τροφοδότησαν έντονους διαλόγους και αναθεωρήσεις απόψεων σε όλα τα ρεύματα της αριστεράς και όχι μόνο. Μετά την ανάγνωση των «Χειρογράφων» δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι υπάρχει μια «τομή» στο έργο του Μαρξ: νεότερος Μαρξ vs. ύστερος Μαρξ. Ο βασικός υποστηρικτής της θέσης περί «τομής», σε αντίθεση με την επίσημη σταλινική θέση, ο Λουί Αλτουσέρ, τόνισε ότι πρόκειται για πολιτική διαμάχη που επίδικο αντικείμενό της έχει την «επαναστατική απελευθέρωση του προλεταριάτου» και ότι επανεντάσσονται στη συζήτηση οι έννοιες της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης που λείπουν στο έργο ολόκληρων γενιών μαρξιστών από τον Ένγκελς και την Α΄ Διεθνή ως τη Β΄ Διεθνή και τον Λένιν.

Η έννοια της αποξένωσης του εργάτη είναι βασική. Ο Μαρξ θεωρεί ότι «όσο αυξάνεται η αξία του κόσμου των πραγμάτων τόσο ευθέως ανάλογα προχωρά η απαξίωση του κόσμου των ανθρώπων. Η εργασία δεν παράγει μόνο εμπορεύματα αλλά παράγει τον εαυτό της και τον εργάτη ως εμπόρευμα». Έτσι, «το αντικείμενο που παράγεται από την εργασία αντιμετωπίζεται ως κάτι ξένο, ως μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό». Ο εργάτης, συνεπώς, ούτε ελέγχει τη μοίρα του προϊόντος που παράγει ούτε έχει κάποιο όφελος απ’ αυτό. Εξάλλου, από τη στιγμή που η εργασία είναι υποχρεωτική δεν προσφέρει ουσιαστική ικανοποίηση και γίνεται μέσο για ένα σκοπό αντί να γίνεται σκοπός η ίδια. Η αλλοτριωμένη εργασία μετατρέπει το ανθρώπινο γένος σε ένα απλό μέσο της ατομικής ύπαρξης και αποξενώνει τον άνθρωπο από τα κοινωνικώς δημιουργούμενα χαρακτηριστικά του. Ο άνθρωπος αποξενώνεται από τον άνθρωπο καθώς όλες οι ανθρώπινες σχέσεις στον καπιταλισμό τείνουν να αναχθούν σε λειτουργίες της αγοράς παρ’ όλο που το σύνολο των οικονομικών σχέσεων αποτελούν κοινωνικές σχέσεις. Και σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ: «Η αποξενωμένη δηλαδή εργασία αποξενώνει τη φύση, από τον άνθρωπο, τον άνθρωπο από τον εαυτό του, αλλά και τον άνθρωπο από το είδος του…Τα ζώα παράγουν σύμφωνα με τα πρότυπα και τις ανάγκες του είδους στο οποίο ανήκουν, ενώ ο άνθρωπος είναι ικανός να παράγει σύμφωνα με τα πρότυπα κάθε είδους και να επιβάλλει σε κάθε αντικείμενο το φυσικό του πρότυπο. Γι’ αυτό ο άνθρωπος παράγει επίσης σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς…μέσα από την εργασία του η φύση εμφανίζεται σαν δικό του έργο και δική του πραγματικότητα. Το αντικείμενο της εργασίας είναι, άρα, η αντικειμενοποίηση της ειδολογικής ζωής του ανθρώπου: γιατί ο άνθρωπος αναπαράγει τον εαυτό του όχι μόνο πνευματικά στη συνείδησή του, αλλά δραστήρια και ουσιαστικά και μπορεί έτσι να κοιτάζει τον εαυτό του, σ’ ένα κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε…Τελικά αποξενώνεται ο άνθρωπος και από τους άλλους ανθρώπους, όταν συγκρούεται με τον εαυτό του και έτσι όλοι οι άνθρωποι είναι αποξενωμένοι από την ουσία του ανθρώπου».

Στο τέλος των Χειρογράφων, ο Μαρξ επανέρχεται στην κριτική της διαλεκτικής του Χέγκελ και της φιλοσοφίας γενικά, με αφορμή την Φαινομενολογία του Πνεύματος. «Ο Hegel διαπράττει ένα διπλό σφάλμα…όντας ο ίδιος ως φιλόσοφος μια αφηρημένη μορφή αποξενωμένου ανθρώπου, ορθώνει τον εαυτό του σαν μέτρο του αποξενωμένου κόσμου. Ολόκληρη η ιστορία της αλλοτρίωσης και ολόκληρη η αναίρεση αυτής της αλλοτρίωσης δεν είναι έτσι τίποτα περισσότερο από την ιστορία της παραγωγής της αφηρημένης, δηλαδή της απόλυτης σκέψης, της λογικής, θεωρητικής σκέψης…Η ανθρωπιά της φύσης και της φύσης όπως παράχθηκε από την ιστορία των προϊόντων του ανθρώπου είναι φανερή από το γεγονός ότι είναι προϊόντα του αφηρημένου πνεύματος, οντότητες της σκέψης. Η Φαινομενολογία είναι συνακόλουθα κρυφή και απατηλή κριτική, κριτική που δεν κατάκτησε την αυτοσαφήνεια…δηλαδή το αποτέλεσμα είναι η διαλεκτική της καθαρής σκέψης…Η μόνη εργασία που ξέρει να αναγνωρίζει ο Hegel είναι η αφηρημένη πνευματική εργασία… έτσι παρουσιάζει και τη δική του φιλοσοφία σαν ολόκληρη τη φιλοσοφία…Ακόμη και ο άνθρωπος θεωρείται σαν μη αντικειμενική, πνευματική ύπαρξη…Για τον Hegel, η ανθρώπινη φύση, ο άνθρωπος, είναι ισοδύναμος προς την αυτοσυνείδηση…Μια μη αντικειμενική ύπαρξη είναι μια μη ύπαρξη…Η ιστορία είναι η αληθινή φυσική ιστορία του ανθρώπου…Ο τρόπος με τον οποίο η συνείδηση υπάρχει, και με τον οποίο υπάρχει κάτι για τη συνείδηση, είναι η γνώση. Η γνώση είναι η μοναδική της πράξη…Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε τις θετικές ροπές της χεγκελιανής διαλεκτικής, μέσα στα προσδιοριστικά όρια της αποξένωσης…όπως ο αθεϊσμός σαν ξεπέρασμα του Θεού είναι η εμφάνιση στο προσκήνιο του θεωρητικού ανθρωπισμού κι ο κομμουνισμός σαν ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η διεκδίκηση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής σαν ιδιοκτησία του ανθρώπου, η εμφάνιση δηλαδή του πρακτικού ανθρωπισμού. Ο αθεϊσμός είναι ο ανθρωπισμός που συνδέεται με τον εαυτό του μέσα από το ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας…αλλά ο αθεϊσμός και ο κομμουνισμός δεν είναι φυγή, δεν είναι αφαίρεση, δεν είναι απώλεια του αντικειμενικού κόσμου που δημιούργησε ο άνθρωπος, ή των ουσιαστικών του δυνάμεων που προεκτείνονται στην αντικειμενικότητα, δεν είναι μια άθλια επιστροφή στην αφύσικη, πρωτόγονη απλότητα. Είναι μάλλον η πρώτη πραγματική εμφάνιση, η αληθινή πραγμάτωση του ανθρώπου, η επαλήθευση της ανθρώπινης ουσίας του…Ο Hegel όμως βλέπει την εργασία – μέσα στην αφαίρεση – σαν πράξη αυτοδημιουργίας του ανθρώπου, τη σχέση του ανθρώπου προς τον εαυτό του τη βλέπει σαν αλλότρια ύπαρξη και την εκδήλωση του εαυτού του σαν αλλότρια ύπαρξη, σαν την εμφάνιση της ειδολογικής συνείδησης και ειδολογικής ζωής…Είναι η αφηρημένη, καθαρή απόλυτη ύπαρξη του ανθρώπου (σε διάκριση από τον εαυτό του), που περνά μέσα από τη διαδικασία αυτή…αλλά για το Hegel το υποκείμενο που γνωρίζει τον εαυτό του σαν απόλυτη αυτοσυνείδηση είναι έτσι ο Θεός, απόλυτο πνεύμα, η αυτογνωριζόμενη και αυτοεκδηλωνόμενη ιδέα. Ο πραγματικός άνθρωπος και η πραγματική φύση γίνονται απλά κατηγορούμενα, σύμβολα αυτού του άδηλου, μη πραγματικού ανθρώπου και αυτής της μη πραγματικής φύσης. Έτσι υποκείμενο και κατηγορούμενο στέκονται σε μια σχέση απόλυτης αντιστροφής μεταξύ τους…Το θετικό επίτευγμα του Hegel στη θεωρητική του λογική είναι που παρουσιάζει καθορισμένες έννοιες, τις παγκόσμιες σταθερές μορφές-σκέψεις, ανεξάρτητες από τη φύση και το πνεύμα, σαν αναγκαίο αποτέλεσμα της καθολικής αποξένωσης της ανθρώπινης ύπαρξης και σκέψης και τις αντιλαμβάνεται σαν ροπές στη διαδικασία της αφαίρεσης. Για παράδειγμα, ύπαρξη ξεπερασμένη είναι η ουσία, ουσία ξεπερασμένη είναι η αντίληψη, η αντίληψη ξεπερασμένη είναι…η απόλυτη ιδέα. Αλλά τι είναι η απόλυτη ιδέα; Είναι υποχρεωμένη να ξεπεράσει τον ίδιο της τον εαυτό ξανά για να μη μείνει μια αφαίρεση. Πρέπει η αφαίρεση να εγκαταλείψει τον εαυτό της – την αφαίρεση – κι έτσι φτάνει σε κάτι που είναι ακριβώς το αντίθετό της, στη φύση…Η αφηρημένη ιδέα, που άμεσα γίνεται ενόραση δεν είναι, εντελώς απλά, τίποτες περισσότερο από αφηρημένη σκέψη, που εγκαταλείπει τον εαυτό της και αποφασίζει να ασχοληθεί με την ενόραση…Το μυστικιστικό συναίσθημα που οδηγεί το φιλόσοφο από την αφηρημένη σκέψη στην ενόραση είναι η ανία, η επιθυμία για κάποιο περιεχόμενο…Οι σκέψεις του είναι έτσι σταθερά φαντάσματα που υπάρχουν έξω από τη φύση και τον άνθρωπο…Ο αφηρημένος στοχαστής που καταφεύγει στην ενόραση ενοράται τη φύση αφηρημένα».[2]



[1] Εδώ χρειάζεται να ειπωθεί ότι η θεωρία για τη σχέση βάσης-εποικοδομήματος έχει προκαλέσει πολλές παρερμηνείες και έχει συμβάλλει στη δημιουργία διαφορετικών σχολών μαρξιστικής σκέψης. Η κύρια διαμάχη αφορά το κατά πόσον υπάρχει ολοκληρωτικός καθορισμός του εποικοδομήματος από τη βάση ή το εποικοδόμημα διαθέτοντας σχετική αυτονομία καθορίζεται μόνο σε τελευταία ανάλυση από την οικονομική βάση. Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων και τη διατύπωση διαφορετικών πολιτικών στρατηγικών.
[2] Μαρξ-Ένγκελς, (χ.χ.) Διαλεκτά έργα. Αθήνα: Εκδ. Γνώσεις. Μαρξ Κ. (1995), Οικονομικά και Φιλοσοφικά χειρόγραφα. Αθήνα: Εκδ. Γλάρος.  Marx Κ. (1974) Θέσεις πάνω στον Φόιερμπαχ. Αθήνα: Εκδ. Διογένης. Marx K. & Engels Fr., (1978) Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του Δικαίου. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση.  Marx K. & Engels F. (1979) Η Γερμανική Ιδεολογία. 2 τόμοι. Αθήνα:. Εκδ. Gutenberg Marx K. & Engels Fr. (1983) Το Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος. Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο.

Θανάσης Τσακίρης

Monday, September 03, 2018

Τι είναι Κοινωνιολογία; (του Θανάση Τσακίρη)


Τι είναι Κοινωνιολογία;
Η επιστήμη της κοινωνιολογίας είναι η συστηματική, αναλυτική ή αφηρημένη, στοχαστική μελέτη της ανθρώπινης κοινωνίας. Η θεμελιώδης αφετηρία της είναι η σχέση ατόμου και κοινωνίας. Αυτή η σχέση τίθεται στο επίκεντρο της κοινωνιολογικής στοχαστικής δραστηριότητας που μας βοηθάει να ξεφύγουμε από την αίσθηση την οποία έχουμε συχνά και που μας εμποδίζει να δούμε τα πράγματα με «άλλο μάτι» από αυτό της εντελώς «κοινής λογικής». Μας βοηθάει να συλλάβουμε τη «μεγάλη εικόνα» των δομών και των θεσμών τόσο στο παρόν όσο και στο ιστορικό παρελθόν της κοινωνίας και να στοχαστούμε σχετικά με πιθανές εναλλακτικές κοινωνικές μορφές του μέλλοντος. Μας βοηθάει, επίσης, να σχηματίσουμε μια υψηλής ευκρίνειας εικόνα του μικρού τοπίου της καθημερινότητάς μας, αναδεικνύοντας καθαρότερα τις διαδικασίες και τις σχέσεις που τη διέπουν και την καθορίζουν. Όμως, μας υποδεικνύει τρόπου δράσης, υπενθυμίζοντάς μας ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε που με τις δικές μας ενέργειες δημιουργούμε, μετασχηματίζουμε ή αλλάζουμε ριζικά τις κοινωνίες μας, τις δομές και τους θεσμούς της καθώς και την καθημερινή ζωή μας. Είμαστε μεν τα υποκείμενα της δράσης, αλλά ταυτόχρονα είμαστε υποκείμενα ενταγμένα σε μια δεδομένη ιστορική φάση σε μια κοινωνική ομάδα με βάση ορισμένα χαρακτηριστικά μας, όπως η τάξη, το φύλο, η εθνότητα, η φυλή, η κουλτούρα και ο πολιτισμός μας.
Για να ξεφύγουμε, λοιπόν, από την «πεζή» καθημερινότητά μας με τις καθιερωμένες, και συχνά παγιωμένες και στατικές, οπτικές γωνίες και να δούμε τα πράγματα με «άλλο μάτι», χρειάζεται να διαθέτουμε ή να μάθουμε πώς να την αποκτήσουμε, την «κοινωνιολογική φαντασία». Το καθήκον μας, λοιπόν, για να τιμήσουμε την ιδιότητά μας ως κοινωνικοί επιστήμονες, είναι να βοηθήσουμε «ώστε οι άνθρωποι να καταστούν ικανοί να συλλάβουν τις σχέσεις μεταξύ των ιδίων και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία τους. Η κοινωνιολογική φαντασία μας καθιστά ικανούς να συλλάβουμε την ιστορία και τη βιογραφία και τις μεταξύ τους σχέσεις στην κοινωνία.»
Όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Έχουν διατυπωθεί αρκετοί ορισμοί για το τι είναι «κοινωνιολογία» μεταξύ των οποίων οι παρακάτω:
1.     Κοινωνιολογία είναι η επιστήμη που μελετά (ως πραγματικά κοινωνικά φαινόμενα) την κοινωνική συμπεριφορά και την κοινωνική δράση.[1]
2.     Κοινωνιολογία είναι η επιστήμη που μελετά: α) την συγκρότηση, τη λειτουργία και το μετασχηματισμό των κοινωνικών συνόλων (ομάδες, χωριά, πόλεις, κοινωνίες και β) τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της εμφάνισης, της μεταβολής και της έκλειψης των κοινωνικών σχέσεων.[2]
3.     Κοινωνιολογία είναι η επιστημονική μελέτη των ομαδικών διαδικασιών  και δομών (οργανωτικά πρότυπα) και τις κοινωνικές και πολιτιστικές αιτίες και συνέπειες αυτών των διαδικασιών και δομών.[3]


Τι είναι κοινωνία;
Εκτός αυτών θα πρέπει να ορίσουμε τον όρο «κοινωνία». Κοινωνία, λοιπόν, είναι σύμφωνα με μία άποψη, «ένα σύστημα κοινωνικής διάδρασης/αλληλεπίδρασης που περιλαμβάνει τόσο την κουλτούρα όσο και την κοινωνική οργάνωση.» Το σύστημα αποτελεί μία σύναξη οντοτήτων/αντικειμένων, πραγματικών ή αφηρημένων, που αποτελούν ένα σύνολο μεταξύ τους με το κάθε στοιχείο να αλληλεπιδρά ή να συσχετίζεται με τουλάχιστον ένα ακόμη στοιχείο. Κάθε αντικείμενο που δεν έχει συσχέτιση με κάποιο άλλο στοιχείο του συστήματος, δεν αποτελεί στοιχείο του συστήματος. Ένα υποσύστημα είναι τότε ένα σύνολο στοιχείων, που αποτελεί ένα σύστημα από μόνο του, και ένα μέρος του όλου συστήματος. Στο πλαίσιο, λοιπόν, μιας κοινωνίας οι άνθρωποι έχουν μια κοινή κουλτούρα, ακόμη και αν στο εσωτερικό της υπάρχει μεγάλη ποικιλία πολιτιστικών διαιρέσεων. Σε μια κοινωνία, οι άνθρωποι που είναι μέλη της θεωρούν τους εαυτούς τους ιδιαίτερους και ξεχωριστούς σε σχέση με μέλη άλλων κοινωνιών, διατηρούν δεσμούς διάδρασης και έχουν υψηλό βαθμό αλληλεξάρτησης.[4]
Ο ορισμός αυτός δεν είναι μοναδικός. Θα μπορούσε να οριστεί και ως «ένα καθολικό, αυτοτελές και οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που έχει συνείδηση της ιδιαίτερης υπόστασής του και συνέχεια στο χρόνο.» Η εδαφικότητα, ο έλεγχος δηλαδή μιας περιοχής, δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της κοινωνίας στην οποία περιλαμβάνονται και νομαδικά σύνολα κτηνοτρόφων, περιφερόμενων ομάδων Ρομά κ.α. «Η κοινωνία είναι η εμπεριέχουσα (και γι’ αυτό καθολική) κοινωνική πραγματικότητα. Όλες οι άλλες μορφές συλλογικής υπόστασης (κοινότητες, ομάδες κλπ.) είναι περιεχόμενες και δεν υπάρχουν έξω από αυτήν.»[5]
Ένας ακόμη ορισμός που έχει δοθεί είναι αυτός που ορίζει την κοινωνία ως ένα κοινωνικό δεσμό  θεμελιώνεται στην κοινή λογική βούληση όσων δρουν με αμοιβαία επιδιωκόμενους σκοπούς και πρέπει να ρυθμίσουν ανάλογα τις μεταξύ τους σχέσεις. Τα κοινωνικά σύνολο αυτού του τύπου χαρακτηρίζονται από τυπικές, έμμεσες και συμβατικές σχέσεις, ορθολογισμό και συλλογικότητα Αυτή η έννοια της κοινωνίας, όμως, αναφέρεται κυρίως στις πόλεις, το κράτος και τις εταιρείες και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εμπορικός δεσμός. Είναι, λοιπόν, μερικότερη έννοια σε σχέση με την κοινωνία, όπως την ορίσαμε στην αρχή.[6]
Τέλος, μια πιο συνοπτική εκδοχή ορίζει την κοινωνία ως «σύμπλεγμα, ένα σύστημα θεσμοποιημένων τρόπων συμπεριφοράς (π.χ. γλώσσα).»[7]
Σύμφωνα με τους περισσότερους από τους παραπάνω ορισμούς, που είναι οι κλασικοί, η κοινωνία είναι μια ολότητα, ένα ενιαίο σύνολο, όσες και αν είναι οι εσωτερικές διαιρέσεις, αντιθέσεις και αντιφάσεις της. Αυτή είναι λεγόμενη «μονιστική» (unitary) προσέγγιση.
Οι πρώτοι κοινωνιολόγοι του 19ου αιώνα έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους να λαμβάνουν χώρα συγκλονιστικές, κοσμογονικές ιστορικές αλλαγές και επιδόθηκαν σε αγωνιώδεις προσπάθειες να τις εξηγήσουν. Κάθε κοινωνιολόγος έδινε τη δική του εξήγηση για τις αλλαγές αυτές στις οποίες υποβαλλόταν η ενιαία κοινωνία.
Με τις αλλαγές που διαδραματίζονταν γεννιόταν με ραγδαίους ρυθμούς μια νέα κοινωνία που ονομαζόταν «μοντέρνα» ή «νεωτερική».Τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας κοινωνίας ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτά της «πρωτόγονης» ή «παλαιάς» κοινωνίας, όπως δείχνει ο ακόλουθος πίνακας:[8]

Πρωτόγονη
Μοντέρνα
Φεουδαρχία
Καπιταλισμός
Γεωργική
Βιομηχανική
Αγροτική
Αστική
Απλή
Σύνθετη
Θρησκευτική
Κοσμική
Πίστη
Επιστήμη
Προλήψεις
Ορθολογική σκέψη
Παράδοση
Πρόοδος




Όσο περνούσαν τα χρόνια και οι δεκαετίες και ο βιομηχανικός κόσμος για πολλούς και διάφορους λόγους, παρήκμαζε, άρχιζαν να διατυπώνονται νέες προσεγγίσεις που αμφισβητούσαν την εξηγητική επάρκεια της «μονιστικής». Πρώτα εμφανίστηκαν οι «πλουραλιστικές» προσεγγίσεις. Αυτές αναπαριστούσαν τις σύγχρονες κοινωνίες ως μωσαϊκά πολλών ανταγωνιζόμενων μεταξύ τους κόσμων. Η δύναμη και η εξουσία διαχέονταν σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών θέσεων. Αυτές οι προσεγγίσεις έθεταν στους κοινωνιολόγους το καθήκον της ανακάλυψης όλων αυτών των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που είτε από μόνες τους είτε από κοινού και σε συντονισμό με άλλες ομάδες προστατεύουν έναντι τρίτων ή προωθούν τα δικά τους συμφέροντα.[9] Με τη λέξη συμφέρον εννοούμε μια κατάσταση «που φέρνει κέρδος ή που θίγει κάποιον ή κάτι»[10]. Μπορεί επίσης να είναι δικαίωμα, τίτλος, ή νόμιμο μερίδιο σε κάτι.[11] Ενδέχεται να είναι η ανάμειξη ή ένα νόμιμο δικαίωμα, που συνήθως σχετίζεται μια εργασία, μια επιχείρηση ή με περιουσία.[12] Τέλος, έννομο συμφέρον είναι το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή αντικείμενο διακύβευσης για τη διατήρηση - ή για την επίδραση σ’ αυτήν – μιας κατάστασης, μιας διευθέτησης ή δράσης.[13] Πρόκειται για τη διατήρηση ενός νόμιμου δικαιώματος για παρούσα ή μελλοντική άσκηση (π.χ. το συμφέρον ενός εργαζομένου σύμφωνα με ένα πρόγραμμα συνταξιοδότησης). [14]
Ακόμη πιο πρόσφατα, στα τέλη του 20ού αιώνα, αναπτύχθηκαν οι θεωρίες περί «μεταμοντέρνας» κοινωνίας. Αν στην εποχή της «πρωτόγονης» ή «παλαιάς» κοινωνίας αλλά και της «μοντέρνας» υπήρχε μια βασική αρχή που ήταν η σχεδόν μοναδική που οργάνωνε την κοινωνία και την κρατούσε ενιαία, στις λεγόμενες «μεταμοντέρνες» δεν κυριαρχεί μια καθοριστική αρχή αλλά το «χάος», η δε ύπαρξή μας ως ανθρώπων είναι ενδεχόμενη και απρόοπτη αλλά και εξαρτώμενη από το τυχαίο. Η κοινωνία μας είναι πολύπλοκη και κατακερματισμένη.[15] Εκεί που νομίζαμε πως διαθέταμε μόνο μία ταυτότητα (π.χ. εργάτης) αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε πολλές και αντικρουόμενες γιατί ανήκουμε σε ποικίλες ομάδες, είμαστε δηλαδή λευκοί ή αφροαμερικανοί, άνδρες ή γυναίκες, επιστήμονες ή χούλιγκανς, ροκάδες ή ρεμπετόβιοι, ψηφοφόροι της δεξιάς ή αναρχοαυτόνομοι, σκακιστές ή σινεφίλ και πάει λέγοντας. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τις «μοντέρνες» κοινωνίες, οι «μεταμοντέρνες έχουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

Μοντέρνα
Μεταμοντέρνα
Καπιταλισμός
Μετα-καπιταλισμός
Βιομηχανική
Μετα-βιομηχανική
Αστική
Παγκόσμια
Σύνθετη
Κατακερματισμένη
Κοσμική
Πλουραλιστική
Γνώση
Σχετικότητα
Επιστημονικά γεγονότα
Πεποιθήσεις (Beliefs)
Αλήθειες
Τυχαιότητες (Contingencies)

Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι οι κοινωνιολόγοι σταμάτησαν να ασχολούνται με τις δομές, τη δύναμη και την εξουσία, με τους θεσμούς και την αναζήτηση σταθερών σημείων αναφοράς. Απεναντίας, αλλάζοντας συχνά τα πεδία ή/και τις μεθόδους διατηρούν και διευρύνουν τις παλιότερες θεματικές. Μελετούν τις κοινωνίες υπό το πρίσμα ευρύτερων εμπειριών που πηγάζουν από την τάξη, το κοινωνικό φύλο (gender), τη φυλή, την εθνότητα, την ηλικία, τη σεξουαλικότητα, την οικολογική διάσταση, την αναπηρία κλπ. Ασχολούνται, βεβαίως, πάντα με τις σχέσεις δύναμης και εξουσίας που πηγάζουν από αυτές τις διευρυμένες εμπειρίες.[16]



Οι κοινωνιολογίες

Η επιστήμη της κοινωνιολογίας υποδιαιρείται σε επιμέρους κλάδους ανάλογα με τις κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες κοινωνικών δομών  που κάθε κλάδος «θεραπεύει». Παραδείγματος χάριν:
¨     Κοινωνιολογία της Εργασίας
¨     Κοινωνιολογία της Οικογένειας
¨     Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης
¨     Κοινωνιολογία της Επικοινωνίας και των ΜΜΕ
¨     Πολιτική Κοινωνιολογία (ασχολείται με την εξουσία, τα πολιτικά κόμματα, τα εργατικά συνδικάτα κλπ.)
¨     Εκλογική Κοινωνιολογία
¨     Κοινωνιολογία της Κοινοτικής Οργάνωσης
¨     Κοινωνιολογία του Στρατού
¨     Κοινωνιολογία του Αθλητισμού
¨     Κοινωνιολογία του Εγκλήματος
¨     Συλλογική Συμπεριφορά
¨     Κοινωνιολογία των Κοινωνικών Κινημάτων
¨     Κοινωνιολογία της Μόδας
¨     Κοινωνιολογία της Υγείας
¨     Κοινωνιολογία της Τέχνης
¨     Κοινωνική Διαστρωμάτωση και Κοινωνική Αλλαγή





Ουσιαστικά η κοινωνιολογία ως επιστήμη και ως ακαδημαϊκός κλάδος ξεκινά τη σύγχρονη παρουσία της με το έργο του Αύγουστου Κοντ (Auguste Comte, 1798-1857). O Kont δεν ήταν μόνο ο θεμελιωτής της κοινωνιολογίας και αυτός που καθιέρωσε τον όρο αλλά και ο ιδρυτής της λεγόμενης σχολής του «θετικισμού». Στηριζόμενος σε προγενέστερες μελέτες Σκωτσέζων και Γάλλων φιλοσόφων και οικονομολόγων του Διαφωτισμού, ο Κοντ υποστήριξε ότι δεν επαρκεί η έρευνα για την ανθρώπινη φύση αν θέλουμε να επιτύχουμε τάξη και πρόοδο στην ανθρώπινη κοινωνία. Αντιθέτως, χρειαζόμαστε επιστημονικά πειράματα και ανάλυση των κοινωνικών γεγονότων. Παλιότερες συζητήσεις περί κοινωνικής διαφοροποίησης, κοινωνικής ανισότητας και κοινωνικών συγκρούσεων είχαν λάβει χώρα και στο παρελθόν, από την αρχαία Ελλάδα ως τις απαρχές της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Όμως, επρόκειτο για σκόρπιες και μη συστηματικές φιλοσοφικές ενατενίσεις. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, όμως, η κοινωνική μεταβολή επιταχυνόταν και εμφανίζονταν τα μύρια όσα κοινωνικά προβλήματα που απειλούσαν εκατομμύρια ανθρώπων στον πλανήτη (Παγκόσμιο Πόλεμος, μαζική μετανάστευση και προσφυγιά, φτώχεια, ανεργία, εγκληματικότητα, μαζική παραβατικότητα κ.α.). Τότε η κοινωνιολογία άρχισε να αποκτά επιστημονικό κύρος και υπόσταση γιατί υποσχόταν να αναζητήσει ορθολογικές λύσεις στα κοινωνικά προβλήματα. Η αστικοποίηση, η εκβιομηχάνιση, οι επαναστάσεις που βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, ιδίως η Γαλλική (1789) και η Αμερικανική (1776) που έφεραν τα πάνω κάτω γκρεμίζοντας τα «αρχαία καθεστώτα» άνοιγαν τους δρόμους για νέους κόσμους. Μαζί τους, όμως, εμφανίστηκαν νέα δεινά. Στις μεγαλουπόλεις οι διωγμένοι από τα χωριά τους εξαθλιωμένοι αγρότες σπρώχνονταν στα εργοστάσια χωρίς καμία άλλη φροντίδα εκτός από ένα πολύ χαμηλό μεροκάματο ίσα-ίσα για να αναπαράγεται η εργατική δύναμη, γυναίκες και ανήλικα παιδιά επιστρατεύονταν για να δουλεύουν στις άθλιες βιομηχανίες, το μικροέγκλημα αποκτούσε μαζικές διαστάσεις (πορνεία, ληστείες κλπ.). Οι νέοι πληθυσμοί των πόλεων δεν διέθεταν τις κοινωνικές σχέσεις της αγροτικής κοινωνίας και δεν ελέγχονταν από τις παραδοσιακές εξουσίες (άρχοντας, ιερέας, στρατιωτικοί). Οι παλιές θρησκευτικές κοινότητες κατέρρεαν και οι ηθικές δεσμεύσεις εξαφανίζονταν, χωρίς να υπάρχει καινούργια καθοδήγηση στο νέο κόσμο. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός δεν φαινόταν ότι αποτελούσε διέξοδο για τις στερημένες ομάδες του πληθυσμού που δεν είχαν ούτε Θεία Πρόνοια ούτε Κρατική Φροντίδα για να βρουν αποκούμπι και κάποια προοπτική κοινωνικής ανόδου. Οι κοινωνίες που περιέγραφε ο Κάρολος Ντίκενς ήταν εφιαλτικές.[17] Έτσι οι κοινωνιολόγοι στρώθηκαν στη δουλειά για να βοηθήσουν στην εξήγηση του κόσμου που τους περιβάλλει, να βρουν τις κοινωνικές αιτίες της δυστυχίας και να προτείνουν λύσεις στα προβλήματα.



Σε μια τέτοια εποχή, οι κοινωνιολόγοι δημιούργησαν νέες θεωρίες για τη σχέση ατόμου και κοινωνίας. Η συζήτηση  της εποχής γίνονταν στο φόντο του «νεωτερικού» σχεδίου για την κοινωνία.: Η νεωτερικότητα αφορά μια ξεχωριστή θέση όσον αφορά το χαρακτήρα το χαρακτήρα της γνώσης και το ρόλο που μπορεί να παίξει στις ζωές των ανθρωπίνων όντων και των κοινωνιών. Οι νεωτεριστές είναι στρατευμένοι στην ιδέα ότι είναι δυνατή η απόκτηση ορθολογικής, έγκυρης, σωρευτικής γνώσης των κοινωνιών, η κατασκευή βάσει αυτής θεωριών μέσω των οποίων μπορούν να αναπαρασταθούν και να εξηγηθούν, και ότι οι ανταγωνιζόμενες θεωρίες ή αφηγήσεις μπορούν να αξιολογούνται με την επίκληση της λογικής και με τη δοκιμή των ισχυρισμών τους – δηλαδή, ότι μια συγκεκριμένη θεωρία ή αφήγηση μπορεί να είναι ‘σωστή’. Όμως, ο μοντερνισμός αφορά την ιδέα της προόδου μέσω της γνώσης, ότι η συσσώρευση γνώσεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χειραφέτηση των ανθρώπων, για τον εμπλουτισμό της ζωής τους, για τη βελτίωση της κοινωνίας και της ανθρωπότητας γενικώς, για την επίτευξη της προόδου κι ενός καλύτερου μέλλοντος.[18]

Η συζήτηση μετά από αυτό το σημείο μπορεί κάλλιστα να μετεξελίσσεται σε πνευματική και θεωρητική διαμάχη  και σύγκρουση πάνω σε κοινωνικά προβλήματα και τις προτεινόμενες λύσεις, γιατί η κοινωνιολογία αποκτά  χαρακτήρα δυναμικής κοινωνικής επιστήμης, όπου οι κοινωνιολόγοι συνεχώς ερμηνεύουν και επανερμηνεύουν τον κοινωνικό κόσμο προτείνοντας ολοένα και νεώτερες θεωρίες και ακόμη πιο νέες και πρωτότυπες λύσεις.

Θανάσης Τσακίρης



[1] Βλ. Bain, R & Kolb W. (1992) Λεξικό κοινωνικών επιστημών. Β΄ τόμος, Αθήνα: UNESCO, σελ. 452.
[2] Βλ. Τσαούσης Δ. (1984) Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας. Αθήνα: Εκδ. Gutenberg, σελ. 158.
[3] Βλ. Lowe T.W. (1969) Structure and the Social Studies. Ithaca, NY: Cornell University Press, σελ. 110. Πρόκειται για ορισμό που έδωσε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Cornell (25/11/1965) o Robin Williams, καθηγητής Κοινωνιολογίας του εν λόγω Πανεπιστημίου.
[4] Βλ. Anderson, M. and Taylor, H. (2006) Sociology: Understanding a Diverse Society. Belmont, CA: Thomson Learning, Inc., σελ. 112.
[5] Βλ. Τσαούσης Δ. (1984) ο.ε.π., σελ. 130.
[6] Βλ. Tonnies, F. (2002/1865) Community and Society. N.Y.: Dover Publications. Βλ. επίσης και Τσαούσης Δ. (1984) ο.ε.π., σελ. 131.
[7] Giddens, A. (1989) Εισαγωγή στην κοινωνιολογία. Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας, σελ. 14.
[8] Βλ. Cree, V. (2000) Sociology for Social Workers and Probation Officers. London: Routledge, σελ. 2-3.
[9] Βλ. Marsh, T., Keating, M., Eyre, A., Campbell, R., and McKenzie, J. (1996) Making Sense of Society: An Introduction to Sociology. Essex, UK: Addison Welsey Longman, σελ. 192.
[10] http://dictionary.cambridge.org/define.asp?key=41418&dict=CALD
[11] http://www.m-w.com/cgi-bin/dictionary?book=Dictionary&va=interest
[12] http://dictionary.cambridge.org/define.asp?key=41422&dict=CALD
[13] http://www.m-w.com/cgi-bin/dictionary?book=Dictionary&va=vested+interest
[14] http://dictionary.cambridge.org/define.asp?key=88106
[15] Βλ. Foucault, M. (1987) H αρχαιολογία της γνώσης. Αθήνα: Εκδ. Εξάντας.
[16] Βλ. Bauman Z. (1990) Thinking Sociologically. Oxford, UK: Basic Blackwell.
[17] Όλιβερ Τουίστ (Εκδ. Άγκυρα). Σκληροί Καιροί (Εκδ. Γράμματα). Η Μικρή Ντόριτ (Εκδ. Μίνωας).
[18] Βλ. Bilton, T., Bonnett, K.,  Jones, p. Skinner, D., Stanworth M., and Webster, A. (1996) Introducing Sociology. Basingstoke, UK: Macmillan, σελ. 450.

Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)                                                                    του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...