Showing posts with label ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΑ. Show all posts

Saturday, July 13, 2019

H συζήτηση για την τεχνοκρατία - μέρος 3 (του Θανάση Τσακίρη)

Προηγούμενο  https://tsakthan.blogspot.com/2019/07/h-2.html




Μαρξ
Ένας ευρύς κύκλος της παραδοσιακής μαρξιστικής διανόησης δεν είχε ιδιαίτερη τάση να συζητάει –όπως εν μέρει έγινε και με τα ζήτημα της γραφειοκρατίας– και να ενασχολείται με κοινωνικές κατηγορίες που ξεφεύγουν από τους παραδοσιακούς ορισμούς της για την κοινωνική τάξη. Έτσι η χρήση της έννοιας της «ελίτ» δεν είναι συχνή. Ο Μαρξ θεωρούσε ότι οι άνθρωποι συγκροτούν κοινωνικές σχέσεις ανεξάρτητα από τις θελήσεις τους και ότι οι πεποιθήσεις και συμπεριφορές τους καθορίζονται ως επί το πλείστον από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν. Σημαντικότερες είναι οι συνθήκες της οικονομικής παραγωγής που τείνουν να καθορίζουν τις άλλες πλευρές της κοινωνικής συμπεριφοράς και τις πεποιθήσεις. Αυτές οι οικονομικές συνθήκες ποικίλουν από εποχή σε εποχή και σε κάθε εποχή (εκτός από την προϊστορική) υπάρχουν διαφορετικές κυρίαρχες και κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις. Καθώς οι κυρίαρχες τάξεις οργανώνονται καλύτερα και πιο αποτελεσματικά αλλάζουν το οικονομικό σύστημα προς την κατεύθυνση της εντονότερης εκμετάλλευσης των κυριαρχούμενων τάξεων. Πηγή «προόδου» για τις κυρίαρχες τάξεις είναι αυτή η ένταση της εκμετάλλευσης που από τη μια συνεπάγεται αυξήσεις πλούτου και οικονομικής παραγωγικότητας, χρηματοδότηση της επιστήμης και του πολιτιστικού γίγνεσθαι, ενώ από την άλλη δημιουργεί κοινωνικές συγκρούσεις καθώς η μη οικονομική οργάνωση της κοινωνίας αποτυγχάνει να αλλάξει με τους ίδιους ρυθμούς ώστε να ταιριάξει με τις νέες οικονομικές συνθήκες. Οι τάξεις που δεν είναι πλέον οικονομικά χρήσιμες συγκρούονται με την «πρόοδο» για να υπερασπιστούν τις προνομιακές τους θέσεις. Όταν αυτές οι κοινωνικές εντάσεις γίνουν ιδιαίτερα οξείες αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης και η κοινωνία παίρνει μια πιο σύγχρονη μορφή. Ο Μαρξ υπέθετε ότι όταν οι οικονομικές συνθήκες προοδεύσουν σε ιδιαίτερα υψηλό βαθμό θα υπάρξει μια παρόμοια επαναστατική περίοδος και οι καπιταλιστικές κοινωνίες θα μετασχηματιστούν σε σοσιαλιστικές, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική.





Από τον Μαρξ στους επιγόνους
Ο Μαρξ όριζε την πολιτική ζωή ως αντανάκλαση της ταξικής πάλης και ανέλυε τους πολιτικούς αγώνες θεωρώντας τα πολιτικά κόμματα και τους πολιτικούς ηγέτες ως εκπροσώπους των ταξικών τους συμφερόντων. Οι επίγονοί του δεν φρόντισαν να αναπτύξουν ιδιαίτερα τις επί μέρους αναλύσεις τους για τα στρώματα που δεν είχαν ταξική βάση συγκρότησης τα μέσα παραγωγής αλλά διακρίνονται από την κατοχή γνώσης, δεξιοτήτων και ταλέντου. Έτσι, η έννοια της τεχνοκρατίας δεν διερευνήθηκε αρκετά. Όμως, όπως είδαμε, ο H. Braverman, o A. Feenberg και άλλοι μαρξιστές τόνισαν ότι ενυπήρχε και άλλη πλευρά στο έργο του Μαρξ. Εκτός από την «θεωρία της ιδιοκτησίας» ενυπήρχε η «θεωρία της εργασιακής διαδικασίας». Η πάλη ενάντια στην άνιση κατανομή του πλούτου πρέπει να συνοδεύεται και από την πάλη ενάντια στην άνιση κατανομή της δύναμης και της εξουσίας στο χώρο εργασίας. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός πρέπει να επικριθεί συνολικά ως τέτοιος αντί για την αδυναμία του να προσφέρει καταναλωτική αφθονία και ισότητα. Η κυριαρχία και η αλλοτρίωση αποτελούν εξίσου κεντρικής σημασίας με την ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Η κυριαρχία των πλουσίων είναι αναπόσπαστα δεμένη με το χωρισμό των εργατών από τα μέσα παραγωγής και με την υποταγή τους στην εργασιακή διαδικασία υπέρ των συμφερόντων των κατόχων του πλούτου. Έτσι, ο Μαρξ θεωρείται ένας από τους πρώτους επικριτές της τεχνοκρατίας. Το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής ήταν ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς να εμπλακεί στις συζητήσεις, στους αγώνες και τα πειράματα εργατικού και κοινωνικού ελέγχου και αυτοδιαχείρισης στη Δυτική Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Αλγερία και την Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές της δεκαετίες του ’70. Τέθηκαν έτσι ζητήματα οργάνωσης και διαχείρισης της εργασίας και των αποτελεσμάτων της, της πολλαπλότητας και των μορφών κατανομής δύναμης, εξουσίας και αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της επιχείρησης, καθώς και ζητήματα διαδικασιών ανάπτυξης καινοτομιών και νεωτερισμών.





Στο πλαίσιο της γενικότερης νεομαρξιστικής σχολής, η νέα ταξική διάρθρωση της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» δεν είναι ριζικά διαφορετική από αυτή της βιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας. Αντίθετα, σημειώνεται μια μεγάλη κεφαλαιοκρατική εξάπλωση, «που αναδιαρθρώνει τους εναπομείναντες θύλακες μη κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης.» Συνέπειες αυτής της αναδιάρθρωσης είναι α) η εμπορευματοποίηση των μη υλικών μορφών παραγωγής, β) η κατίσχυση του καπιταλιστικού πολιτισμού, και γ) η μεταλλαγή του καπιταλισμού σε «μεταμοντέρνο» χωρίς την επίλυση των αντινομιών της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Οι τελευταίες «βαθαίνουν και ριζοσπαστικοποιούνται διότι προωθούνται σε παγκόσμια κλίμακα».
Σ’ αυτό το πλαίσιο της μεταβιομηχανικής καπιταλιστικής κοινωνίας σχηματίζεται μια πολιτική κουλτούρα που, έχοντας δώσει κυριαρχική θέση στην τεχνοκρατική γνώση -και μάλιστα στις πιο στενές μορφές της-, απαξιώνει τη θέση των ιστορικών ή ηθικών παραδόσεων. Έτσι απαξιώνεται η δυνατότητά της να αναστοχαστεί σχετικά με τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες των επερχόμενων μετασχηματισμών της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων, της πολιτικής, του περιβάλλοντος και άλλων πλευρών της κοινωνικής ζωής. Παρά την επέκταση της διανοητικής εργασίας σε ολοένα και ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας, αυτή τείνει να επικεντρώνεται ολοένα και πιο πολύ σε στενότερες μορφές που δημιουργούνται γύρω από την υψηλή τεχνολογία και τις υπηρεσίες. Προσανατολισμένα κυρίως σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παράγουν αποφοίτους, οι οποίοι εκπαιδεύονται με τη λογική της πρακτικής απόδοσης της εργαλειακής γνώσης και απορρίπτουν, ουσιαστικά, τον κοινωνικο-πολιτικό αναστοχασμό και τη δράση στην κατεύθυνση των κοινωνικών αλλαγών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των οικονομικών σπουδών όπου ολοένα και περισσότερο προσανατολίζονται στη λογική της εξυπηρέτησης των επιχειρήσεων με την ανάπτυξη των business studies μειώνοντας την ενασχόληση με την δημόσια και την κοινωνική οικονομία ή τις εργασιακές σχέσεις. Έτσι εργαλειοποιείται η διανοητική δραστηριότητα με αποτέλεσμα την κυριαρχία εκείνων των «ειδικών» (τηλεπικοινωνιακοί σύμβουλοι, αναλυτές αγορών κ.α.), οι οποίοι υποβαθμίζουν την κοινωνική σημασία και αξία των δημόσιων διανοούμενων, τους οποίους, στην καλύτερη των περιπτώσεων, προορίζουν για τη θέση του υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων, δηλαδή για το ρόλο των spin doctors των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Η τάση για διαχείριση και έλεγχο της πληροφόρησης εκφράζει την τεχνοκρατική λογική που ενυπάρχει στην παράδοση του Διαφωτισμού: εξορθολογισμός, επιστημονική διοίκηση κοινωνική μηχανική, αποδοτικότητα/αποτελεσματικότητα και δαημοσύνη. Η δημόσια σφαίρα της δημοκρατίας διαβρώνεται τόσο από της δυνάμεις της εμπορευματικοποίησης όσο και από διαδικασίες πολιτικής διαχείρισης και χειραγώγησης. Η ορθολογικότητα του Διαφωτισμού μετασχηματίζεται σε εξορθολογισμό, τεχνοκρατία και επιστημονική κοινωνική διαχείριση. Η προπαγάνδα και η πληροφόρηση έχουν καταστεί κανονιστικές και θεμελιακές όψεις του κοινωνικού ελέγχου. Με τον εύστοχο λόγο του ο Μαξ Βέμπερ αποκάλεσε τη «γραφειοκρατία» ως «σιδερένιο κλουβί» προβλέποντας ότι οι άνθρωποι θα εγκλωβιστούν σ’ αυτό όταν θα ενσταλλαχτεί η τεχνοκρατική λογική στις γραφειοκρατικές οργανώσεις. Αναπαράγονται, κατ’ αυτό τον τρόπο, οι «πραγματικές σχέσεις εξουσίας» στο πλαίσιο των οποίων ιεραρχικά ανώτερα είναι εκείνα τα κοινωνικά συμφέροντα τα οποία προσδιορίζουν την κατεύθυνση και το ρυθμό της τεχνικής προόδου και προσδιορίζουν τόσο το κοινωνικό σύστημα συνολικά όσο και την αυτονομία της τεχνολογίας και της επιστήμης που καθίστανται ολοένα και περισσότερο ανεξάρτητες μεταβλητές ακόμη και έναντι της οικονομίας. Η τεχνοκρατία μπορεί επίσης να καταστεί αφανής ιδεολογία που διεισδύει στη συνείδηση της αποπολιτικοποιημένης μάζας του πληθυσμού όπου μπορεί να αποκτήσει νομιμοποιητική δύναμη, ώστε η κυρίαρχη τάξη να λαμβάνει ουσιαστικά τις αποφάσεις και να χρησιμοποιεί με δημοψηφισματικό τρόπο ή/και μέσω δημοσκοπήσεων την κοινή γνώμη. Έτσι, η παρουσίαση των πρακτικών προβλημάτων ως τεχνικών καλύπτει και δικαιολογεί το συμφέρον μιας συγκεκριμένης τάξης και την καταπίεση της ανάγκης μιας άλλης για χειραφέτηση.




Θανάσης Τσακίρης

Friday, July 12, 2019

H συζήτηση για την τεχνοκρατία - μέρος 2 (του Θανάση Τσακίρη)

Προηγούμενο https://tsakthan.blogspot.com/2019/07/h-1.html






Σεν-Σιμόν και Κοντ: ο επιστήμονας ηγέτης
Περίπου δύο αιώνες αργότερα, το νήμα θα έπιανε ο Claude Henri de Rouvroy, δούκας του Saint-Simon, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Σεν Σιμόν και θεωρείται ως ο πατέρας του γαλλικού σοσιαλισμού. Ο Σεν Σιμόν οραματίστηκε ένα νέο τύπο κοινωνίας, που αποτελούσε ουσιαστικά προσαρμογή και περαιτέρω επεξεργασία της Νέας Ατλαντίδας, μέσα στο κλίμα ενθουσιασμού που προκάλεσε το φιλοσοφικό κίνημα του Διαφωτισμού με την επιστημονική ορθολογικότητα. Βασικό στοιχείο του οράματός του ήταν η δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία θα κυβερνούσε μια άρχουσα ελίτ, αποτελούμενη από τους επιστήμονες, τους βιομήχανους και τους καλλιτέχνες. Η πνευματική εξουσία θα ανήκε στους καλλιτέχνες, η κοσμική-υλική εξουσία στους βιομηχάνους, ενώ εξουσία επιλογής αυτών που θα ασκούσαν το λειτούργημα του ηγέτη θα είχαν οι πάντες. Η ανταμοιβή που θα ελάμβαναν οι ηγέτες θα ήταν ο σεβασμός. Ο λόγος που ο Σεν Σιμόν προτιμούσε την εξουσία μιας «εκπαιδευμένης ελίτ» ήταν η «λειτουργικότητά» της. Θεωρούσε, πιο συγκεκριμένα, ότι επιστήμονες, καλλιτέχνες και βιομήχανοι ήταν τα πλέον ικανά και παραγωγικά μέλη της κοινωνίας. Αν εξέλιπε αυτή η «διαφωτισμένη ελίτ», σύμφωνα με τον Σεν Σιμόν, η Γαλλία θα μετατρεπόταν σε ένα άψυχο σώμα. Αντίστροφα αν χάνονταν τα βασικά μέλη της αριστοκρατίας, θα ήταν σε θέση να αναπληρωθούν από την «διαφωτισμένη ελίτ». Το δυστύχημα, κατά τον Σεν Σιμόν, ήταν ότι αυτή η ελίτ υπόκειτο στην εξουσία των μελών του διοικητικού μηχανισμού. Η λύση ήταν η ανοικοδόμηση της κοινωνίας στη βάση του ορθολογισμού και της επιστήμης. Η φιλοσοφία του 19ου αιώνα, σημείωνε ο Σεν Σιμόν, ήταν κριτική και επαναστατική, ενώ στον 19ο αιώνα θα ήταν καινοτόμα, εφευρετική και δημιουργική. Ένθερμος υποστηρικτής του οράματος αυτού ήταν ο πατέρας του θετικισμού στην κοινωνιολογία, ο Αύγουστος Κοντ. Απάντησε στην κριτική όσων μιλούσαν για «επιστημονικό δεσποτισμό», λέγοντας ότι «ο φόβος ενός δεσποτισμού θεμελιωμένου στην επιστήμη αποτελεί γελοία φαντασίωση, επειδή η πίστη των πολιτών στους νέους ηγέτες τους, τους επιστήμονες, θα είναι διαφορετικού χαρακτήρα από την αναιτιολόγητη υποταγή στους ιερείς της θεολογικής φάσης».



Τέιλορ: ο ειδικός διοικεί, ο εργάτης εκτελεί
Καθώς μπαίνουμε στον 20ό αιώνα, η τεχνοκρατία αποκτά συγκεκριμένη υλική  έκφραση με τη λογική του Φρέντρικ Τέιλορ για την «επιστημονική οργάνωση της εργασίας». Από ουτοπία, η τεχνοκρατία γίνεται πραγματικότητα – στο χώρο του εργοστασίου στην αρχή, και στον τριτογενή τομέα της οικονομίας αργότερα. Ο γενικός στόχος κάθε επιχείρησης είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους.  Την εποχή που ο Tέιλορ ήταν εργάτης στο εργοστάσιο παραγωγής ακατέργαστου μολύβδου Μπετελέμ, παρατηρούσε τη διαδικασία εκτέλεσης των διαφόρων εργασιών, αναζητώντας τον βέλτιστο τρόπο πραγματοποίησής τους. Επεδίωκε να βελτιωθεί η αμοιβή του εργαζόμενου και παράλληλα να αυξάνεται η απόδοσή του. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να εκτελούν την εργασία τους πιο έξυπνα και πιο συνειδητά. Οι επιμέρους στόχοι ήταν η μείωση των άσκοπων καθυστερήσεων και της σπατάλης του χρόνου με μελέτη της διάρκειας και των κινήσεων. Ο εργάτης αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο της παραγωγής, το οποίο αφού γίνει γνωστό σε κάθε λεπτομέρειά του, μπορεί με τις κατάλληλες επεμβάσεις (οι οποίες προκύπτουν από τις συγκεκριμένες έρευνες) να αποδώσει τα μέγιστα. Παρά τον εργαλειακό τους χαρακτήρα τους, οι έρευνες αυτές έγιναν στα πλαίσια της οργανωτικής θεωρίας και ανέδειξαν τον παράγοντα «εργασιακή συμπεριφορά» σε ένα ακόμη στοιχείο της οργανωτικής δομής.
Σημαντικό στοιχείο στη θεωρία του Τέιλορ αποτελεί η έννοια του ελέγχου. Ο ίδιος δείχνει δυσπιστία στις προθέσεις, πόσο μάλλον στη δράση των εργατών: Η διοίκηση δεν πρέπει να εμπιστεύεται τον εργάτη, γιατί μεταξύ αυτού και του εργοδότη υπάρχει σύγκρουση που πηγάζει από την προτεραιότητα την οποία δίνει ο καπιταλισμός στο κέρδος, έναντι της ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών. Η επισήμανση του ελέγχου είχε ως συνέπεια το διαχωρισμό του σχεδιασμού από την εργασία και τη διάκριση της πνευματικής από την χειρωνακτική εργασία. Ο διαχωρισμός αυτός υποβάθμισε την εργασία σε ένα μονότονο σύνολο, αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα το διοικητικό έργο, με αποτέλεσμα την αποειδίκευση του εργάτη.
Η προσέγγιση του Tέιλορ είναι εμπειριστική και χαρακτηρίζεται από το θετικιστικό πρότυπο. Στο πρότυπο αυτό, η ανθρώπινη συμπεριφορά -συνεπώς και η εργασιακή συμπεριφορά- κυριαρχείται από κανονικότητες, νομοτέλειες και νόμους που, αν ανακαλυφθούν με τη βοήθεια των επιστημονικών μεθόδων (παρατήρηση και πείραμα), μπορούν να κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά στην άριστη επίτευξη του καθήκοντος. Η ύπαρξη αντικειμενικών τρόπων μέτρησης μπορεί να οδηγήσει στην διατύπωση των νόμων που κατευθύνουν και προδιαγράφουν την ανθρώπινη εργασιακή συμπεριφορά. Ο Harry Braverman, ασκώντας κριτική θεώρησε ότι ο τεϊλορισμός είναι «ο καπιταλιστικός τρόπος διοίκησης». Ουσιαστικά ο Braverman ανέδειξε μια πλευρά της κριτικής του Μαρξ, που είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την κλασική οικονομίστικη παράδοση του μαρξισμού.
Η τεχνοκρατία αποτελεί ένα σύνθετο τύπο οργανωτικού ελέγχου, που ενσωματώνει ορισμένες από τις όψεις των προγενέστερων μορφών ελέγχου (τεχνικός, γραφειοκρατικός, επαγγελματικός). Ως επί το πλείστον συναντάται σε χώρους εργασίας που είναι προηγμένοι τεχνολογικά (π.χ. τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ.). Τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα αυτού του είδους επιχειρηματικής οργάνωσης είναι:
α) πόλωση μεταξύ «ειδικών» και «μη ειδικών»
β) ισοπέδωση των γραφειοκρατικών ιεραρχιών
γ) αποσάρθρωση των εσωτερικών κλιμάκων θέσεων εργασίας
δ) αυξανόμενη έμφαση στα προσόντα και στο διαχωρισμό τους
ε) αυξανόμενη στήριξη στην τεχνική δαημοσύνη ως πρωταρχική προέλευση νομιμοποίησης
στ) ευέλικτες διαμορφώσεις συγκέντρωσης/αποκέντρωσης




Τεχνοκρατία και μεταβιομηχανική κοινωνία
Ο όρος «τεχνοκρατία» επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960, στο πλαίσιο πια της κριτικής στις όψεις αυτές της σύγχρονης τεχνολογικής κοινωνίας. Η κριτική ασκήθηκε τόσο από διανοούμενους όσο και από τα κοινωνικά κινήματα (φοιτητικό, εργατικό, οικολογικό, αντιπυρηνικό κ.α.). Επισημάνθηκε, έτσι, ότι οι τεχνοκράτες αναλαμβάνουν ολοένα και σημαντικότερους ρόλους και θέσεις εξουσίας χωρίς να έχουν επιλεγεί από δημόσια καθολική ψηφοφορία, χωρίς δηλαδή να διαθέτουν λαϊκή νομιμοποίηση, ούτε και επαρκή «ηθική φαντασία» για να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Τέθηκε λοιπόν υπό διερεύνηση ο τρόπος με τον οποίο οι τεχνικές λογικές αντικαθιστούν τη λήψη αποφάσεων σε τομείς όπως η απασχόληση ή η δημόσια υγεία και πρόνοια.
Κριτήρια για την κοινωνική άνοδο δεν είναι πια αυτά της κατοχής πλούτου ή της πολιτικής. Αναγκαίο αλλά όχι ικανό προσόν είναι η επαγγελματική και τεχνική εξειδίκευση˙ ικανό προσόν είναι η δημιουργικότητα. Η ιδεολογία της μεταβιομηχανικής κοινωνίας είναι η τεχνική ορθολογικότητα στην οικονομία, στην κοινωνία και στην πολιτική. Κυρίαρχοι είναι οι τεχνοκράτες, οι σχεδιαστές/ προγραμματιστές και οι επιστήμονες. Οι τεχνοκράτες ασκούν εξουσία ένεκα της τεχνικής κατάρτισής τους.
Αυτό που σηματοδοτεί η ανάδειξη τεχνοκρατών σε θέσεις τυπικής ή άτυπης εξουσίας είναι η επικράτηση της αποδοτικότητας, της εργαλειακότητας και του πραγματισμού ως κατεξοχήν κριτηρίων επίλυσης των προβλημάτων. Στη λογική αυτή, η «μηχανή του χρόνου» επιταχύνεται και τα μεσοδιαστήματα μεταξύ της έναρξης μιας αλλαγής και της εφαρμογής της μειώνονται εντυπωσιακά, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να προεξοφλούν την αλλαγή, να υπολογίζουν την πορεία της κατεύθυνσής της και τις επιπτώσεις της, να την ελέγχουν και να την διαμορφώνουν ανάλογα με τους προκαθορισμένους σκοπούς.
Σημεία-κλειδιά της μετάβασης στη μεταβιομηχανική κοινωνία είναι η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, η καθιέρωση της σχέση μεταξύ επιστήμης και διακυβέρνησης, η εισαγωγή της «κοινωνικής φυσικής» με την ανάπτυξη της επιστήμης της κυβερνητικής και μια νέα ώθηση του ιδεολογήματος περί «προσανατολισμού προς το μέλλον» («φουτουρισμός»). Καθιερώνονται, επομένως, τα βασικά θέματα της «τεχνοκρατικής εποχής» (ορθολογικότητα, σχεδιασμός και πρόβλεψη).
Το περιεχόμενο της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», κατά τον Ντάνιελ Μπελ, προσδιορίζεται από τις εξής παραμέτρους:
i)  Μετάβαση από τη δευτερογενή παραγωγή αγαθών στην οικονομία των υπηρεσιών.
ii) Στροφή στην επαγγελματική και τεχνική ειδίκευση, ως αναγκαίο προσόν για την επιτυχία.
iii) Πρωτεύουσα σημασία της θεωρητικής γνώσης ως α) παράγοντα επίτευξης σημαντικών καινοτομιών αλλά και β) ως παραγωγικής
δύναμης για την πρακτική άσκηση κοινωνικής πολιτικής.
iv) Δημιουργία μιας νέας «διανοητικής τεχνολογίας» και νέων πολιτικών διαδικασιών για τη λήψη των αποφάσεων.
v)  Έλεγχος της τεχνολογίας και των επιτευγμάτων.



Τα στοιχεία για τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ που παραθέτει ο Μπελ είναι εντυπωσιακά. Το μέσο ποσοστό των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα μειώθηκε σε όλα τα κράτη-μέλη σε 9.2% του συνόλου της απασχόλησης (μείωση κατά 15%), στο βιομηχανικό τομέα σε 33,4% (μείωση κατά 4,1%) ενώ, αντιθέτως, στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών το ποσοστό αυξήθηκε κατά 21%, φτάνοντας στο 57,4%. Πολιτικές συνέπειες αυτής της κοινωνικής μεταλλαγής είναι η στασιμότητα και η παρακμή των κινημάτων της εργατικής τάξης για την υπεράσπιση και τη διεύρυνση των κατακτήσεών τους, η ανάπτυξη ενδο-συστημικών κινημάτων «αντιθετικής κουλτούρας» από τα μέλη της ίδιας της αστικής τάξης  και εξω-συστημικών κινημάτων «αντι-κουλτούρας». Τα πρώτα προέρχονται από την ίδια την αστική τάξη και την ικανότητά της να ανανεώνεται και να ριζοσπαστικοποιείται, ενώ τα δεύτερα από την άρνηση όχι μόνο της αστικής κουλτούρας, αλλά και κάθε κατάκτησης του παρελθόντος που συνδέθηκε με (και στηρίζεται σε) στερητικές διαδικασίες και αλλοτριωτικές σχέσεις.
Ένας άλλος μελλοντολόγος, οπαδός της τεχνολογικής επανάστασης και «γκουρού» του νέου οικονομικού φιλελευθερισμού, ο Άλβιν Τόφλερ, μιλά για τις τρεις φάσεις-κύματα της ανάπτυξης της κοινωνίας, που το καθένα με τη σειρά του σπρώχνει στην άκρη τις παλιές κοινωνίες και κουλτούρες. Το τρίτο κύμα είναι αυτό της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Από τα τέλη της δεκαετίας 1950-1960 η κοινωνία κινείται σε μια νέα εποχή που χαρακτηρίζεται και ως «εποχή της πληροφορίας». Αντίθετα από το δεύτερο κύμα, στη μεταβιομηχανική κοινωνία υπάρχει τάση πολλαπλασιασμού των διαφορετικών τρόπων ζωής, περισσότερων οργανώσεων που συγκροτούνται για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και μόνο για να διαλυθούν μόλις αυτός επιτευχθεί με αποτέλεσμα οι αλλαγές να είναι καθεστώς που προκαλεί τους πάντες να προσαρμόζονται σ’ αυτές. Η πληροφορία υποκαθιστά τους περισσότερους υλικούς πόρους και αποτελεί την κύρια πρώτη ύλη των εργατών νέου τύπου (cognitarians) που είναι χαλαρά συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Η μαζική εξατομίκευση (customization) προσφέρει δυνατότητες παροχής φθηνών, προσωποποιημένων προϊόντων και υπηρεσιών σε συγκεκριμένους τομείς της αγοράς με τη μέθοδο της άμεσης παραγωγής και παράδοσης (just-in-time production). Το κενό που υπάρχει μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή γεφυρώνεται μέσω της τεχνολογίας. Οι καταναλωτές (prosumers αντί consumers) μπορούν να ικανοποιούν μόνοι τις ανάγκες τους (π.χ. ανεξάρτητη – free lance – εργασία, open source κώδικες λογισμικού, «καν’ το μόνο σου» assembly kits τύπου ΙΚΕΑ). Έτσι, με αυτά τα δεδομένα μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η «μεταβιομηχανική κοινωνία» αποτελεί σύνθεση των βασικών αρχών που διατύπωσαν για τη βιομηχανική κοινωνία οι Μαξ Βέμπερ (εξορθολογισμός), Ντυρκέμ, Σεν Σιμόν (που θεωρείται ο πρώτος θεωρητικός της τεχνοκρατίας) και του Τέιλορ (επιστημονικό μάνατζμεντ). O Βέμπερ, όμως, προειδοποίησε ότι οι γραφειοκράτες της μεταβιομηχανικής κοινωνίας εξελίσσονται σε «ειδικούς χωρίς καρδιά» που ασκούν εξουσία χωρίς να έχουν εκλεγεί από το λαό και συχνά αποφασίζουν με βάση τα τεχνικά δεδομένα αντί να λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των πολιτών Αυτό είναι το αποτέλεσμα της σύλληψης της έννοιας της ορθολογικότητας ως λειτουργικής, ως εξορθολογισμού των πραγμάτων και όχι ως Λόγου. Ο Μπελ προέβλεψε ότι η οργάνωση-κλειδί στο μέλλον θα είναι το πανεπιστήμιο που θα αντικαταστήσει την επιχείρηση, ενώ το κοινωνικό κύρος θα είναι υψηλότερο για τις κοινότητες των διανοουμένων και των επιστημόνων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διανοούμενοι και οι επιστήμονες καθίστανται η κυρίαρχη ή κυβερνώσα τάξη αλλά ότι αλλάζει η λογική του πολιτικού συστήματος που στηρίζεται πια στην τεχνοκρατική αντίληψη.
Σε μια τέτοια μεταβιομηχανική κοινωνία, δεν θα υπάρχουν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ λειτουργικών οικονομικών ομάδων και η όλη συζήτηση θα αφορά τεχνικές κατανομής των πόρων με βάση την ορθολογικότητα.
O Αλαίν Τουρέν, από τη δική του σκοπιά, τόνισε τις ταξικές κοινωνικές μορφές κυριαρχίας της κατεστημένης γνώσης και επένδυσης των κυρίαρχων τάξεων οι οποίες ελέγχουν τις διαδικασίες κοινωνικής και οικονομικής αναπαραγωγής. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός στις Δυτικές κοινωνίες, σύμφωνα με τον Τουρέν, αντικαταστάθηκε από τη προγραμματισμένη «μεταβιομηχανική» μορφή καπιταλισμού. Η τεχνοκρατία ήταν το κόκκινο πανί για τους εξεγερθέντες φοιτητές του Γαλλικού Μάη του 1968, που θεωρήθηκε ως «κοινωνικός, πολιτισμικός και πολιτικός αγώνας, περισσότερο εναντίον της κυριαρχίας και της ενσωμάτωσης» και οι ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις της βιομηχανικής καπιταλιστικής εποχής ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη έδωσαν τη θέση τους στις συγκρούσεις ανάμεσα στην κυρίαρχη τεχνοκρατία και τους αποκλεισμένους από τη γνώση και την επένδυση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επήλθε τέλος στην κλασική οικονομική εκμετάλλευση. Οι νέες μορφές συγκρούσεων αφορούν την επιχειρούμενη «πολιτισμική χειραγώγηση» των κοινωνικών υποκειμένων και των οργανωμένων τους εκφράσεων και παλεύουν ενάντια στον ταξικό αντίπαλό τους για τον κοινωνικό έλεγχο της ιστορικότητάς τους.

Συνεχιζεται....

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Thursday, July 11, 2019

H συζήτηση για την τεχνοκρατία - μέρος 1 (του Θανάση Τσακιρη)


18 είναι εξωκοινοβουλευτικοί τεχνοκράτες υφυπουργοί της νέας κυβέρνησης της Ν.Δ. 


H συζήτηση για την τεχνοκρατία στην ουσία αρχίζει από πολύ παλιά με το έργο του Πλάτωνα για την Πολιτεία. Έχει υποστηριχτεί, μάλιστα, ότι όλη η σύγχρονη συζήτηση θα μπορούσε να είναι μια σειρά «υποσημειώσεων» στο εν λόγω έργο.

Οι φιλόσοφοι-βασιλείς της πλατωνικής Πολιτείας
Ο Πλάτων θεωρούσε ότι την κυβερνητική εξουσία της ιδανικής πολιτείας θα έπρεπε να την ασκούν οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες. Στο πρόγραμμα εκπαίδευσης των υποψηφίων φιλοσόφων-βασιλέων, ο ίδιος περιλάμβανε τα Μαθηματικά, γιατί πίστευε ότι υπήρχαν πραγματικές δομές και φύσεις πραγμάτων που αποκαλούσε ιδανικές «μορφές» των σχημάτων (γεωμετρικές μορφές) και φυσικών αντικειμένων καθώς και μορφές ηθικών εννοιών (κουράγιο, πίστη, δικαιοσύνη). Μόνο διανοητική θα μπορούσε να είναι η σύλληψη των μορφών: δεν μπορούσαν να προσληφθούν μέσω των αισθήσεων. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Πολιτεία του Πλάτωνα ήταν η πρώτη θεωρία περί τεχνοκρατίας, που ουσιαστικά ορίζεται ως κυβέρνηση μιας ελίτ εκπαιδευμένης με την υψηλότερη μορφή συλλογιστικής. Ενδιαφερόμενος για τις μορφές της δικαιοσύνης και των υπόλοιπων ηθικών εννοιών, ο Πλάτων θεωρούσε ότι τα Μαθηματικά ήταν η ακριβέστερη διανοητική (intellectual) γνώση των μορφών (των αριθμών και της γεωμετρίας). Επίσης τα Μαθηματικά αποτελούν αυστηρό τρόπο συλλογισμού από καθορισμένες υποθέσεις και παραμένουν το πρότυπο της τέλειας ορθολογικότητας για πολλούς φιλόσοφους (π.χ. Ευκλείδης). Ωστόσο, για τον Πλάτωνα τα Μαθηματικά είναι μόνο μια προκαταρκτική προϋπόθεση για την περαιτέρω ενασχόληση με τις φιλοσοφικές σπουδές.



Οι ορθολογικά σκεπτόμενοι στη Νέα Ατλαντίδα του Μπέικον
Ο Άγγλος φιλόσοφος –και θεωρούμενος, από αρκετούς, συγγραφέας και των έργων του Σαίξπηρ- Φράνσις Μπέικον συνέβαλε με τη σειρά του στη θεωρία της τεχνοκρατίας και την ανάδειξη της επιστήμης σε λόγο εξουσίας, με την περιγραφή μιας ουτοπικής κοινωνίας, στο πλαίσιο της οποίας κυριαρχούν οι ορθολογικά σκεπτόμενοι επιστήμονες στον Οίκο του Σολομώντος, με το σύνθημα «η γνώση είναι δύναμη». Στη Νέα Ατλαντίδα η πολιτική αντικαθίσταται από την επιστημονική διαχείριση. Καθώς δεν υπάρχει πολιτική διαδικασία, οι αποφάσεις λαμβάνονται «για το καλό του συνόλου» από τους επιστήμονες, που υποτίθεται ότι αυτοί και μόνο γνωρίζουν τα μυστικά της φύσης. Ο επιστήμονας της Νέας Ατλαντίδας ήταν κάτι σαν τον «Νεοπλατωνικό Μάγο», ο οποίος επιδίωκε να αποκτήσει έλεγχο και εξουσία πάνω στη φύση. Με το έργο του αυτό, ο Μπέικον προεξόφλησε την έμφαση στην επιστήμη και την τεχνολογία που δόθηκε στα κατοπινά έργα ουτοπικών συγγραφέων. Προεξόφλησε επίσης και τη συζήτηση που θα γινόταν στον 20ό αιώνα, και που συνεχίζεται στις ημέρες μας, σχετικά με τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις της αυξανόμενης εξάρτησης από την τεχνολογία.

Συνεχίζεται...

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Monday, December 29, 2014

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΚΗ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ”

ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Η τεχνοκρατία ως η κυριαρχία των ειδικών στην τεχνολογία και τις κοινωνικές επιστήμες αποτέλεσε μια πρώτη θεωρητική και πολιτική απάντηση στο ερώτημα τι μπορεί να γίνει στην περίπτωση των σύγχρονων κοινωνιών που έχουν καταστεί πολύπλοκες και είναι δύσκολη η  διακυβέρνησή τους με τις παραδοσιακές μορφές της εκλεγμένης πολιτικής ηγεσίας.
Πώς, όμως, διαμορφώθηκε αυτή η άποψη και ποιες είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας λογικής αν ακολουθηθεί στο πολιτικό και στο κοινωνικό; O Thorstein Veblen υποστήριζε μια υλιστική αντίληψη για τη διαμόρφωση της κοινωνίας. Θεωρούσε ότι τα μέλη μιας κοινωνίας, δηλαδή οι πολίτες της,  είναι οι διαμορφωτές της με τους τρόπους με τους οποίους προσπαθούν να κερδίσουν τα προς το ζην. Αντίθετα από τον Καρλ Μαρξ, θεωρούσε ότι δεν είναι η εργασία αλλά η τεχνολογία και οι βιομηχανικές τέχνες που αποτελούν τους δημιουργικούς μοχλούς της κοινωνίας.[1] Επιπλέον, διέκρινε την αντίθεση μεταξύ των παραδοσιακών ιδιοκτητών των επιχειρήσεων που ενδιαφέρονται κυρίως για τη μεγιστοποίηση του κέρδους και την περίοπτη κατανάλωση από την μια πλευρά και των μηχανικών και λοιπών τεχνιτών της βιομηχανίας που ενδιαφέρονται για την αποδοτικότητα αυτή καθαυτή και για την παραγωγή για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών από την άλλη πλευρά. Έχοντας κατά νου αυτή τη θετική έννοια της τεχνοκρατίας ο Veblen πρότεινε τη σύσταση των «σοβιέτ των τεχνικών» για να αναλάβουν την εξουσία και να διαχειριστούν το βιομηχανικό οικονομικό σύστημα ορθολογικά και αποδοτικά. [2] Αυτή η πρόταση στηρίχθηκε στη νευραλγική θέση που κατέχουν μηχανικοί και τεχνικοί στο ίδιο το βιομηχανικό καπιταλιστικό σύστημα και στη γνώση τους τόσο για τη λειτουργία όσο και για τη διόρθωση ή το μετασχηματισμό του. Αν αυτή η πρόταση φάνταζε «υπερεπαναστατική» για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις προτάσεις των περισσότερων νέων επιστημόνων και πολιτικών καθώς μετά την πρώτη εμφάνιση του κοινωνικού κινήματος υπέρ της τεχνοκρατίας στη δεκαετία του 1920 διαδόθηκαν ευρέως τεχνοκρατικές ιδέες και αντιλήψεις. Στη διάρκεια της Προοδευτικής Εποχής και του New Deal στις ΗΠΑ του Φ. Ρούζβελτ και στη Δυτική Ευρώπη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας, για την επέκταση του διοικητικού μηχανισμού του κράτους χρειαζόταν μεγάλης κλίμακας συντονισμός πόρων και έμπειρων και καταρτισμένων τεχνικών. Το κίνημα δεν προχώρησε, όμως, πολύ μακριά ώστε να απαιτήσει την υποχρεωτική εγκατάσταση των τεχνικών και των επιστημόνων στα υπουργεία αλλά, τουλάχιστον, τη χρήση στη διακυβέρνηση των ίδιων μεθοδολογικών κριτηρίων: ιδεολογική ουδετερότητα και χρήση μεθόδων συλλογής δεδομένων και τεκμηρίων που θα συνέβαλλαν στην παραγωγή σύγχρονων τεχνολογιών.
Ταυτόχρονα με την έναρξη της εφαρμογής της τεχνοκρατικής λογικής, άρχισαν οι κριτικές και οι επικριτικές έως και δυστοπικές αναλύσεις και καταγγελίες. Η πρώτη αυστηρή κριτική ασκήθηκε από τον θεωρούμενο πραγματιστή και φιλελεύθερο (κατ’ άλλους συντηρητικό) Ισπανό φιλόσοφο Ortega Y Gasset, ο οποίος απέρριπτε την ορθολογισμό γιατί θεωρούσε ότι συνέχεε τη λογική με την κατάχρησή της και τόνιζε επίσης ότι οι τεχνικοί και οι επιστήμονες δεν πρέπει να εγκλωβίζονται στη στενή εξειδίκευσή τους αλλά να διαθέτουν ευρύτητα πνεύματος και παιδείας. Κατ’ αυτόν, οι χώρες πρέπει να διοικούνται από τις πνευματικές ελίτ για να αποφεύγεται η «παρακμιακή» επιρροή λόγω του ελέγχου των μαζών («μαζανθρωποι») επί των τεχνών και του κράτους. Θεωρούσε, ωστόσο, απίθανη την τελική επικράτηση της τεχνοκρατίας για το λόγο ότι εξ ορισμού οι μηχανικοί δεν μπορούν να κυβερνήσουν καθώς χρήσιμοι και αξιολάτρευτοι αλλά «αθεράπευτα δευτερεύοντες», δηλαδή «μαζάνθρωποι».[3]
 Για τον ίδιο λόγο ο Clive Staples (C.S.) Lewis παρατήρησε ότι εάν κάποιος θέλει σήμερα να κυριαρχήσει στην κοινωνία αυτός μπορεί να το κάνει με το ένδυμα της επιστήμης για να καλύψει τις πραγματικές προθέσεις του και απηύθυνε προειδοποίηση: « …η νέα ολιγαρχία πρέπει ολοένα και περισσότερο να βασίζει την αξίωσή της να μας προγραμματίζει στην επίκληση της γνώσης (…) Αυτό σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερο πρέπει να εξαρτώνται από τις συμβουλές των επιστημόνων, ώσπου στο τέλος οι ίδιοι οι πολιτικοί να καταλήξουν να γίνουν πιόνια των επιστημόνων.(…) Τώρα, φοβάμαι τους ειδικούς στην εξουσία γιατί είναι ειδικοί που ομιλούν εκτός του πεδίου των ειδικών αντικειμένων τους. Ας μας μιλήσουν οι επιστήμονες για τις επιστήμες».[4] Ασκήθηκε επίσης κριτική ότι, ειδικά στις ΗΠΑ, η τεχνοκρατία αποτελεί μια από τις λιγότερο εξελιγμένες μορφές πρωτόγονων Αμερικανικών διευθυντικών ιδεολογιών. Αυτό σήμαινε ότι εξαιτίας της επερχόμενης «επανάστασης των διευθυντών» θα μειώνονταν οι εξουσίες και η δύναμη των υφιστάμενων θεσμών και ιδεολογιών στην καπιταλιστική κοινωνία, θα ελέγχονταν οι μάζες κατά τρόπο ώστε να αποδέχονται την κυριαρχία των διευθυντών και των τεχνοκρατών ως φυσικό φαινόμενο. Όμως, όπως υποστήριξε ο πρώην τροτσκιστής David Burnam, όχι μόνο στο σύγχρονο καπιταλισμό, αλλά και σε άλλα κοινωνικά ή πολιτικά καθεστώτα της εποχής (κομμουνισμό, φασισμό), η δύναμη μετατοπίζεται συνεχώς από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ιδιωτική ή κρατική, στους μάνατζερ των επιχειρήσεων, έτσι ώστε η ίδια η δυναμική αυτών των συστημάτων οδηγεί στη μεταλλαγή τους. Η υπόθεση περί της «τεχνολογικής ελίτ» που θα κατακυρίευε τον κόσμο έγινε κυρίαρχη αργότερα. Ξεκινώντας από την ακραία δυστοπική θεωρία του George Orwell για την κοινωνία του πανοπτικού ελέγχου του «1984»[5] και φτάνοντας στην άλλη ακραία διατύπωση του David Burnam [6]περί «τεχνολογικού απαρτχάιντ» εκφράστηκαν μια σειρά από κοινωνικές φοβίες.
Πέραν τούτων, η τεχνοκρατία αποτελεί ένα σύνθετο τύπο οργανωτικού ελέγχου, που ενσωματώνει ορισμένες από τις όψεις των προγενέστερων μορφών ελέγχου (τεχνικός, γραφειοκρατικός, επαγγελματικός. Ως επί το πλείστον συναντάται σε χώρους εργασίας που είναι προηγμένοι τεχνολογικά (π.χ. τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια κλπ.). Τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα αυτού του είδους επιχειρηματικής οργάνωσης είναι:
Α) πόλωση μεταξύ «ειδικών» και «μη ειδικών»
Β) ισοπέδωση των γραφειοκρατικών ιεραρχιών
Γ) αποσάρθρωση των εσωτερικών κλιμάκων θέσεων εργασίας
Δ) αυξανόμενη έμφαση στα προσόντα και στο διαχωρισμό τους
Ε) αυξανόμενη στήριξη στην τεχνική δαημοσύνη ως πρωταρχικής προέλευσης νομιμοποίησης
ΣΤ) ευέλικτες διαμορφώσεις συγκέντρωσης/αποκέντρωσης
Ο όρος «τεχνοκρατία» επανεμφανίστηκε στη δεκαετία του 1960 στις κριτικές εναντίον αυτών των όψεων της σύγχρονης τεχνολογικής κοινωνίας τόσο από διανοούμενους όσο και από τα κοινωνικά κινήματα (φοιτητικό, εργατικό, οικολογικό, αντιπυρηνικό κ.α.).  Επισημάνθηκε από ορισμένες κριτικές ότι οι τεχνοκράτες αναλαμβάνουν ολοένα και σημαντικότερους ρόλους και θέσεις εξουσίας χωρίς να έχουν επιλεχθεί από δημόσια καθολική ψηφοφορία και λαϊκή νομιμοποίηση και δίχως να διαθέτουν επαρκή «ηθική φαντασία» για να ασκούν υπεύθυνα την εξουσία και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι, τέθηκε υπό διερεύνηση ο τρόπος με τον οποίο οι τεχνικές λογικές αντικαθιστούν την πολιτική λήψη αποφάσεων σε τομείς όπως η απασχόληση ή η δημόσια υγεία και πρόνοια. Τέλος, πολλοί θεωρητικοί και πολιτικοί έχουν προειδοποιήσει για την «αποικιοποίηση» της κοινωνικής ζωής από τεχνικές λογικές σε ζητήματα που είναι κατεξοχήν πολιτικά και αφορούν τις βασικές αρχές τις οποίες επιλέξουν οι κοινωνίες για να ζήσουν και να αναπτυχθούν.
 Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του προβλήματος και της λογικής που διέπει την τεχνοκρατία είναι η ακόλουθη είδηση που ήλθε πριν από οχτώ στη θυρίδα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του γράφοντος: «NEWS ALERT from The Wall Street Journal, Aug. 17, 2006. Ford, under pressure to speed up its restructuring after reporting a $254 million loss in the second quarter, is looking to close more factories, eliminate more white-collar jobs in North America to cut salaried costs by another 10% to 30%, and scale back benefits, say people familiar with the auto maker’s plans. The cuts would be on top of previously announced reductions.» Ούτε λίγο-ούτε πολύ, η σύντομη είδηση μας έλεγε ότι επειδή σε ένα τριμηναίο απολογισμό, η ισχυρότερη βιομηχανία αυτοκινήτων πλανήτη που ίδρυσε ο Ford παρουσίασε ζημιές, θα αχρηστευθούν θέσεις εργασίας, ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, θα περικοπούν μισθοί και επιδόματα γιατί η τεχνοκρατική λογική που διέπει τη σκέψη και την πολιτική των μετόχων και των διευθυντών αφήνει έξω από την οπτική της τους πραγματικούς ανθρώπους και τα πραγματικά προβλήματά τους. Την αμέσως επόμενη ημέρα ήρθε το sequel της είδησης και, όπως κάθε sequel που σέβεται την «παράδοση» του Hollywood, ήταν χειρότερο από το πρώτο: «Ford announced plans to reduce its North American fourth-quarter production by 21%, or 168,000 units, as it tries to accelerate its Way Forward plan. The auto maker is also cutting third-quarter output and said it will unveil further moves in September. People familiar with its plans say Ford is looking to close more factories and cut salaried jobs and benefits.» Οπότε τίθεται το βασικό ερώτημα του κατά ποίον τρόπο μπορεί να διατηρούνται οι δημοκρατικές αξίες της κοινωνίας όταν η επιστήμη και η τεχνολογία καθίστανται ολοένα και πιο πολύ κυρίαρχοι θεσμοί; Εντοπίζονται ισχυρές συγκρούσεις μεταξύ της αντίληψης της «αποδοτικότητας» (“efficiency”) και της δημοκρατικής ιδεολογίας. Αντιπαρατίθενται έτσι από τη μια μεριά ο προσδιορισμός των προβλημάτων ως τεχνικού χαρακτήρα για την επίλυση των οποίων πρέπει να επιλαμβάνονται οι «ειδικοί» και από την άλλη τα ιδεώδη της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.
Αυτή η συζήτηση συνέπεσε με την εμφάνιση των απόψεων περί «τέλους της ιδεολογίας» και «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» και με τον «εξορθολογισμό» της πολιτικής με την αυξανόμενη σημασία της τεχνικής δαημοσύνης. Σύμφωνα με τη θεωρία της περί «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» του Daniel Bell έχει επέλθει «η τελική κατίσχυση του τομέα των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανίας» με αποτέλεσμα την απόδοση κεντρικής θέσης στην πληροφορία και τη θεωρητική γνώση, οι φορείς της οποίας ελέγχουν αποφασιστικά τις καινοτομίες που συντελούνται στο χώρο μιας νέας πνευματικά προσδιορισμένης τεχνολογίας. Έτσι, στην εν λόγω κοινωνία επικρατούν αριθμητικά οι πνευματικά εργαζόμενοι (knowledge workers) ενώ μειώνεται ο αριθμός των χειρωνακτών και των ανειδίκευτων εργαζομένων.[7]
Η ιδεολογία της μεταβιομηχανικής κοινωνίας είναι η τεχνική ορθολογικότητα στην οικονομία, στην κοινωνία και στην πολιτική. Κυρίαρχοι είναι οι τεχνοκράτες, οι σχεδιαστές/προγραμματιστές και οι επιστήμονες. Οι τεχνοκράτες ασκούν εξουσία ένεκα της τεχνικής δαημοσύνης τους. Η ανάδειξή τους σε θέσεις, τυπικής ή άτυπης εξουσίας σηματοδοτεί την ανάδειξη της αποδοτικότητας, της εργαλειακότητας και του πραγματισμού ως λογικών επίλυσης προβλημάτων. Επιπλέον, επιταχύνεται η «μηχανή του χρόνου» και μειώνονται εντυπωσιακά τα μεσοδιαστήματα μεταξύ της έναρξης μιας αλλαγής και της εφαρμογής της, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να προεξοφλούν την αλλαγή, να υπολογίζουν την πορεία της κατεύθυνσής της και τις επιπτώσεις της, να την ελέγχουν και να την διαμορφώνουν ανάλογα με τους προκαθορισμένους σκοπούς.




[1] Veblen Thorstein  (1994) [1899]. The Theory of the Leisure Class: An Economic Study of Institutions. New York, NY: Penguin Books. [Veblen Thorstein (1982) Η θεωρία της αργόσχολης τάξης: Η οικονομική μελέτη των θεσμών. Αθήνα: Εκδ. Κάλβος.]
[2] Veblen Thorstein (2001) [1921] The Engineers and the Price System. Kitchener, Ontario: Batoche Books.
[3] Y Gasset Ortega (1994) [1930] The Revolt of the Masses. New York, NY: W. W. Norton & Company http://pinkmonkey.com/dl/library1/revolt.pdf [Ορτέγα υ Γκασσέτ (2010) H εξέγερση των μαζών. Αθήνα: Εκδ. Αρμός.]
[4] (C.S.) Lewis (2013) [1943] That hideous strength. New York, NY: Scribner
[5] George Orwell (1949) Nineteen Eighty-Four. London, UK: Secker & Warburg  [Τζωρτζ Οργουελ (1978) 1984.Αθήνα: Εκδ. Κάκτος.]
[6] Burnam David (1972) [1941] The Managerial Revolution. Westport, CT:Greenwood Press [David Burnam (1990) Η επανάσταση των διευθυντών. Αθήνα: Εκδ. Κάλβος.
[7] Bell Daniel (1973)The Coming of Post-Industrial Society: A Venture in Social Forecasting. New York, NY: Basic Books. 

Tuesday, December 27, 2011

"Οι ειδικοί στην εξουσία. Και η δημοκρατία;" Εκδήλωση του Red Notebook - Aπόψε στις 7:30


«Οι ειδικοί στην εξουσία. Και η δημοκρατία;» Εκδήλωση του Red Notebook


Τρίτη, 27/12/2011
στο Στέκι Μεταναστών
Τσαμαδού 15






Τη συζήτηση θα ανοίξουν οι:

Μίκαελ Λεβί, Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS), Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες, (EHESS) Παρίσι
Ελένη Βαρίκα, Καθηγήτρια, Paris VIII (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών)
Μιχάλης Σπουρδαλάκης, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης Πανεπιστήμιο Αθηνών
Νίκος Γιαννόπουλος, Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα

Sunday, November 13, 2011

Πρώτες σκέψεις για την «νέα μεταπολίτευση», του Θανάση Τσακίρη

Πρώτες σκέψεις για την «νέα μεταπολίτευση», του Θανάση Τσακίρη http://j.mp/vtgulF

Πώς να γράψει κανείς ένα άρθρο για τη νέα κατάσταση και τα νέα καθήκοντα που μπαίνουν στην ημερήσια πολιτική διάταξη χωρίς να νοιώθει ότι γράφει σε άγραφο χαρτί; Με διαίσθηση,; Με λογική; Με έρευνα στις ιστορικές διαδρομές; Με μια καταγγελτική διάθεση; Ίσως με όλα αυτά τα στοιχεία, μήπως; Όπως και να ’χει, πρέπει να ξεκινήσουμε από κάπου και να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε και να ερμηνεύσουμε αυτή την κατάσταση που ακόμα διαμορφώνεται.




Το ΠΑΣΟΚ, το κατ’ εξοχήν «κόμμα-καρτέλ» του ελληνικού κομματικού συστήματος, εξάντλησε πολύ γρήγορα τα αποθέματα πολιτικής και κοινωνικής δύναμης που διέθετε τόσα χρόνια, ως πολιτικός Ιανός, τόσο λόγω της πρόσδεσής του στο κράτος όσο και της διαρκούς ανανέωσής της στήριξής του από τις ανερχόμενες κοινωνικές ταξικές μερίδες αλλά και από ευρέα εργατικά-λαϊκά στρώματα που το χρησιμοποιούσαν ως «αποκούμπι» κόντρα στις ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου μεταξύ της υπογραφής του πρώτου μνημονίου και της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου ήταν μοιραία για το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ οδηγώντας το σε σπασμωδικές αντιδράσεις (βλ. χειρισμός της ιδέας για δημοψήφισμα) απέναντι στην ολοένα και εντεινόμενη αγανάκτηση του ίδιου του κόσμου που δεχόταν τη μία νεοφιλελεύθερη πολιτική επίθεση μετά την άλλη από τα πολιτικά κέντρα της τρόικας και της κυβέρνησης με αποτέλεσμα την πλήρη κατάρρευση του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Η 28η Οκτωβρίου βιώθηκε ως Βατερλό του ΠΑΣΟΚ όταν οι επίσημες αρχές εξαφανίστηκαν από προσώπου γης καθώς οι εξεγερμένοι πολίτης πήραν τις παρελάσεις στα χέρια τους. Γράφτηκαν και ορισμένες υπερβολές όπως αυτή περί Βαστίλης του 2011 αλλά σημασία έχει πως το «σύστημα» θορυβήθηκε και οι βασικοί του εκφραστές αποφάσισαν να πάρουν κι αυτοί την τύχη του στα χέρια τους επιβάλλοντας στον Γ. Παπανδρέου να φύγει ταπεινωμένος από την κυβέρνηση και να μην μπορεί να ελέγξει ούτε τη διαδοχή του στην πρωθυπουργία. Ακόμη και η «θεσμική» λύση με τον Φ. Πετσάλνικο «αποτεφρώθηκε» άρον-άρον. Ο εκλεκτός του συστήματος ήταν ο Λ. Παπαδήμος που επιβλήθηκε ως «μεταβατική» κατάσταση σε ένα νέο πολιτικό τοπίο.



Η επιλογή του Λ. Παπαδήμου έγινε αμέσως αποδεκτή από τις νεοφιλελεύθερες και σοσιαλ-φιλελεύθερες πτέρυγες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και τις ταξικές μερίδες του κεφαλαίου που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες περιόδους ευελπιστώντας να σταθεροποιήσουν τα κέρδη τους σε βάρος των εργαζομένων. Υποστηρίχθηκε εξίσου φανατικά από εκπροσώπους των μικρομεσαίων στρωμάτων που αγωνίζονται να ξεπεράσουν τις συνέπειες της κρίσης χωρίς άλλες απώλειες. Η ΝΔ βρέθηκε στις συμπληγάδες πέτρες όταν ξεσηκώθηκαν οι εκπρόσωποι της «λαϊκής δεξιάς» εναντίον της παλινδρόμησης της ηγεσίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς την υποστήριξη του Παπαδήμου και της πολιτικής του μνημονίου αναιρώντας την αντιμνημονιακή πολιτική την οποία θεωρητικά ακολουθούσε ο Α. Σαμαράς.



Από αυτή την ιστορία, κερδισμένη η νέα Άκρα Δεξιά του ΛΑ.Ο.Σ. που νομιμοποιήθηκε από το κομματικό σύστημα και βάζει πλώρη για ταραγμένες θάλασσες. Μπορούμε να εντοπίσουμε ιστορικές αναλογίες στην προπολεμική Ελλάδα ή έστω καθ’ υπερβολή με τη δημοκρατία της Βαϊμάρης που επικαλούνται ορισμένοι; Η περίπτωση του 1936 είναι ίσως πιο κοντά με την έννοια ότι και τότε υπήρχε οικονομική κρίση και λάμβαναν χώρα έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, που κατέληξαν σε «αδυναμία» του κομματικού συστήματος να διαχειριστεί την κρίση επιτυχώς και γι’ αυτό το λόγο Μοναρχικοί, Λαϊκοί και Βενιζελική συνασπίστηκαν και ενσωμάτωσαν τους Μεταξικούς στην κυβέρνηση για να βρεθούν με το ζυγό του Μεταξικού φασισμού την 4η Αυγούστου. Στη σημερινή περίπτωση βλέπουμε ότι είναι πολλές οι διαφορετικές πλευρές, χωρίς, όμως, να χάνουμε την ουσία, δηλαδή το γεγονός ότι ολόκληρο το σύστημα κινείται στα όρια της συνταγματικής νομιμότητας και κερδίζει γρήγορα έδαφος η τεχνοκρατική αντίληψη για την Πολιτική ως έργο των «ειδικών». Η ανεμπόδιστη κυριαρχία αυτής της αντίληψης καθιστά την «τεχνοδικτατορία» μια ισχυρή επικίνδυνη με την οποία πρέπει να είμαστε σε θέση να αναμετρηθούμε ως αριστερά. Αλλά για την αριστερά και την πολιτική ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει κι αυτή χαμένη θα συζητήσουμε σε επόμενο άρθρο.



ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ




Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)                                                                    του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...