Showing posts with label ΗΠΑ. Show all posts
Showing posts with label ΗΠΑ. Show all posts

Monday, March 02, 2020

ΗΠΑ: Λίνκολν-εμφύλιος πόλεμος-εκβιομηχάνιση-εργατικη-τάξη (του Θανάση Τσακίρη)


To 1860 εκλέχτηκε πρόεδρος ο Ρεπουμπλικανός Αβραάμ Λίνκολν. Οι Δημοκρατικοί κατέβηκαν με δύο ψηφοδέλτια, το Βόρειο και το Νότιο και, βεβαίως, έχασαν το παιχνίδι και σε λίγο έγιναν υπαίτιοι (“War Democrats”) ενός από τους χειρότερους εμφυλίους πολέμους της παγκόσμιας ιστορίας. “War Democrats” από το Βορρά στήριξαν τον Λίνκολν. Υπήρξαν, βέβαια, Δημοκρατικοί που εναντιώθηκαν στον πόλεμο.[1] Αντιπολίτευση αντιμετώπισε και μέσα από το κόμμα του από τους «Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικάνους» που απαιτούσαν να αναλάβει το Κογκρέσο την ευθύνη του πολέμου, να καταργηθεί εδώ και τώρα η δουλεία και να ανασυγκροτηθεί πολιτική ο νότος μετά τη λήξη του πολέμου. Για να αντιμετωπίσει την αμφισβήτηση, ο Λίνκολν διεύρυνε το κόμμα του με τους “War Democrats” και το μετονόμασε σε Union Party (Κόμμα της Ένωσης). Κι όμως, στις εκλογές του 1864 οι “War Democrats” κατέβασαν δικό τους υποψήφιο κόντρα στον Λίνκολν αλλά μάταια. Μετά τη δολοφονία του Λίνκολν, την Προεδρία ανέλαβε ο προερχόμενος από τους “War Democrats” Αντιπρόεδρος Άντριου Τζάκσον αλλά αντιμετώπισε σκληρή αντιπολίτευση από τους «Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικανούς» που πέτυχαν να υπερψηφιστεί πρόταση μομφής εναντίον του αλλά απέτυχαν να πείσουν τους γερουσιαστές.



Με την επιστροφή των Νοτίων πολιτειών στην Ομοσπονδία το Δημοκρατικό Κόμμα ξανάγινε «αξιωματική αντιπολίτευση». Ο ήρωας του πολέμου στρατηγός Οδυσσέας Γκραντ ηγήθηκε των Ρεπουμπλικάνων και παρέμεινε Πρόεδρος για δύο θητείες (1868 και 1872). Έτσι, λοιπόν, το τέλος του πολέμου βρήκε τους Ρεπουμπλικανούς νικητές και τις ΗΠΑ μια διαφορετική χώρα. Τυπικά η δουλεία καταργήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1865 με την 13η Τροποποίηση του Συντάγματος ενώ η μόνη εξαίρεση που διατηρήθηκε αφορούσε την περίπτωση διάπραξης εγκλήματος, κάτι που προκαλούσε αρνητικές ερμηνείες και προβλήματα. Και για να μη νομίζουμε πως επρόκειτο για μια απλή διαδικασία, η τροποποίηση έπρεπε να εγκριθεί από τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Και ποια ήταν η Πολιτεία που τελευταία κατάργησε και τυπικά τη δουλεία μόλις το 1995; Η Πολιτεία του Μισισίπι!!!

Η ανασυγκρότηση των υποδομών έδωσε δουλειά σε πολύ κόσμο και, κυρίως, έδωσε νέα ορμή στην καπιταλιστική εκβιομηχάνιση καθώς η χώρα θα συνεχιζόταν να επεκτείνεται προς τη Δύση και χρειαζόταν νέους σιδηροδρόμους, νέα εργοστάσια και νέες αγροτικές και κτηνοτροφικές εκτάσεις που θα ετίθεντο υπό την εκμετάλλευση των μεγάλων αγροβιομηχανικών επιχειρήσεων. Μέσα σε αυτό το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο θα γιγαντώνονταν τα πολιτικά κόμματα και θα άλλαζε ο πολιτικός τους προσανατολισμός καθώς οι Ρεπουμπλικανοί θα γίνονταν το κόμμα των βιομηχανικών και χρηματιστικών κύκλων της αστικής τάξης ενώ το Δημοκρατικό θα ψηφιζόταν από τους «χαμένους» της διαδικασίας της εκβιομηχάνισης αγρότες και εργάτες. Οι Ρεπουμπλικάνοι εξελίχθηκαν σε ένα άκρως εθνοκεντρικό κόμμα επιβάλλοντας αντιμεταναστευτική πολιτική και νομοθεσία με αποτέλεσμα οι Δημοκρατικοί να ψηφίζονται και από τους μετανάστες που ζούσαν στις μεγάλες πόλεις. Η σύγκρουση των δύο κομμάτων ήταν σφοδρή. Ο συσχετισμός δυνάμεων έγερνε πότε από τη μία και πότε από την άλλη πλευρά. Οι ανάγκες της πανεθνικής πολιτικής σύγκρουσης είχε ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση μαζικών οργανώσεων (machines) από τα κόμματα, που, εκτός των άλλων, αποσκοπούσαν και στην πολιτική ενσωμάτωση των νέων πληθυσμών που προέρχονταν από τις νέες πολιτείες και κτήσεις καθώς και των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών που συνέρρεαν από όλο τον κόσμο και, κυρίως, από την Ευρώπη. Όμως, όπως παρατήρησε ο Ρόμπερτ Μίκελς, «όποιος μιλά για οργάνωση μιλά για ολιγαρχία», δηλαδή σε κάθε πολιτική οργάνωση (κόμμα ή συνδικάτο) όσο και αν θεωρείται δημοκρατική δημιουργούνται ηγετικές γραφειοκρατικές ολιγαρχίες.[2] Έτσι εξελίχθηκαν στη φάση αυτή τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα. Παράλληλα, οι μηχανισμοί ανέπτυξαν τεράστια δίκτυα πελατειακών σχέσεων (“machine politics”). «Ο μηχανισμός και οι ηγέτες ήθελαν πολιτική δύναμη κι εξουσία. Η πολιτική εξουσία οδηγούσε σε προσωπικό πλούτο. Για να αποκτηθούν δύναμη κι εξουσία οι μηχανισμοί χρειάζονταν τον έλεγχο των δημοσίων αξιωμάτων οπότε όριζαν ποιοι θα ήταν οι υποψήφιοι και τους εξασφάλιζαν πιστές και προβλέψιμες ψήφους. Σε αντάλλαγμα, η αντιπαροχή του μηχανισμού ήταν η προσφορά σε προσωπική βάση υπηρεσιών και χειροπιαστών υλικών ανταμοιβών σε εκείνους που τον υποστήριζαν.»[3]

Επειδή, όπως τονίσαμε, οι μηχανισμοί είχαν συχνά ανάγκη από άφθονο χρήμα, διαφθορά επικρατούσε στις πόλεις όπου δημόσια αξιώματα έφερναν εκτός από τη δόξα και τον πλούτο. Έτσι οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι και οι κομματικοί στρατοί τους νόθευαν τις εκλογικές διαδικασίες («μπούκωναν» τις κάλπες με ψηφοδέλτια δικά τους, διπλοψήφιζαν και τριπλοψήφιζαν) και τρομοκρατούσαν  ανοιχτά τους αντίπαλούς τους. Προεκλογικά βοηθούσαν τους μετανάστες, έδιναν δουλειές και άλλες παροχές στους φτωχούς για να τους πάρουν τις ψήφους κι αυτοί λόγω έλλειψης κράτους πρόνοιας υπέκυπταν στους εκβιασμούς. Αυτά τα συμπτώματα «άρρωστης δημοκρατίας» δεν έχουν εξαλειφθεί, παρ’ όλο που πολλοί θεωρούν ότι κράτησαν ως τη δεκαετία 1950-1960. Η κατάσταση στην πόλη του Σικάγο είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική και είναι πρώτη στην πολιτική διαφθορά. Οι εργάτες και οι αγρότες ένοιωθαν αποκλεισμένοι από τις πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις και είχαν την αίσθηση ότι οι κοινότητές τους δεν όριζαν οι ίδιες τις τύχες τους αλλά η παγκόσμια αγορά, οι κερδοσκόποι του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι άπληστοι βιομηχανικοί καπιταλιστές (robber barons).[4] Όταν εκδηλώθηκε η πρώτη μεγάλη οικονομική κρίση το κομματικό σύστημα άρχιζε να τρίζει επικίνδυνα. Μεταξύ 1870 και 1896 οι αγρότες των μεσοδυτικών, δυτικών και νότιων πολιτειών δημιούργησαν οργανώσεις εκπροσώπησης των συλλογικών συμφερόντων τους. Το Greenback Party που υποστήριζε το αίτημα έκδοσης χάρτινου χρήματος και το αγροτικό κίνημα Granger που αγωνιζόταν εναντίον των μονοπωλίων των σιδηροδρόμων και προωθούσε την ιδέα των αγροτικών μεταφορικών συνεταιρισμών και ταχυδρομείων κατέβασαν κοινούς υποψηφίους στις εκλογές (1876, 1880, 1884). Όμως, τη μεγάλη απειλή για τα δύο μεγάλα κόμματα την αντιμετώπισαν όταν το 1892 το Κόμμα του Λαού (Peoples Party ή Populists) με υποψήφιο πρόεδρο τον Τζέιμς Γουήβερ πήρε  8% και εξέλεξε 22 εκλογείς στο Εκλεκτορικό Κολέγιο, 6 κυβερνήτες και αρκετούς δημάρχους μικρών πόλεων. Οι Δημοκρατικοί εξέλεξαν Πρόεδρο τον Γκρόουβερ Κλήβελαντ και κατέκτησαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο. Όμως, ο Κλήβελαντ ήταν ανοιχτά άνθρωπος των βιομηχάνων και των τραπεζιτών. Έτσι, υπεράσπισε με νύχια και με δόντια το «χρυσό κανόνα» αρνούμενος σθεναρά να υιοθετήσει την πρόταση των αγροτών, των εργατών και των μικρεμπόρων και μικροβιοτεχνών. Έτσι, χειροτέρεψε η οικονομική κατάσταση, κατέρρευσαν τράπεζες, χρεοκόπησαν επιχειρήσεις, μειώθηκε η βιομηχανική παραγωγή, εκατοντάδες χιλιάδες έμειναν άνεργοι. Επί 30 χρόνια οι Δημοκρατικοί θα αντιμετωπίζονταν από τα λαϊκά στρώματα ως το κόμμα που πρόδωσε τις ελπίδες τους και έφερε φτώχεια και μιζέρια. Το 1894 οι Ρεπουμπλικάνοι επανάκτησαν την πλειοψηφία στο Κογκρέσο και η αυτοπεποίθηση των Δημοκρατικών έπεσε στο ναδίρ. Στη συνδιάσκεψη του 1896 ένας πρώην βουλευτής από τη Νεμπράσκα έκανε την εμφάνισή του και με το λόγο του ξεσήκωσε το παθιασμένο χειροκρότημα της πλειοψηφίας των Δημοκρατικών συνέδρων. Ο Γουίλιαμ Τζένινγκς Μπράιαν επιτέθηκε στους υποστηρικτές του «χρυσού κανόνα» λέγοντας: «Δεν θα σταυρώσετε την ανθρωπότητα πάνω σε ένα χρυσό σταυρό.» Οι σύνεδροι κατενθουσιασμένοι υπερψήφισαν την υποψηφιότητά του. Το Δημοκρατικό Κόμμα τάχθηκε με τα εκατομμύρια των εργατών και αγροτών και γενικότερα με τη «φτωχολογιά». Το «Κόμμα του Λαού» στη δική του συνδιάσκεψη που έλαβε χώρα μερικές μέρες αργότερα τάχθηκε και αυτό υπέρ του Μπράιαν. Όμως, η ρητορική του Μπράιαν ξέφυγε από το πλαίσιο «τάξη εναντίον τάξη» και έγινε «ύπαιθρος εναντίον πόλεων», με αποτέλεσμα οι Ρεπουμπλικανοί με τον Γουίλιαμ ΜακΚίνεϋ, που τον χρηματοδοτούσαν φανερά και ξεδιάντροπα οι κεφαλαιοκράτες,να καταφέρουν να κερδίσουν τον κόσμο των εργαζομένων των πόλεων με το επιχείρημα ότι μόνο με την ανάπτυξη των μεγάλων επιχειρήσεων των πόλεων θα μπορέσουν να κρατήσουν τις δουλειές τους, και τους υποσχέθηκαν να επιβάλλουν υψηλούς βιομηχανικούς δασμούς στις εισαγωγές. Έτσι έχασαν οι Δημοκρατικοί και οι «Λαϊκιστές» έσβησαν ως κόμμα.


[1] Τους έμεινε η ονομασία Copperhead (αγκιστρόδους)  που τους είχαν αποδώσει οι Ρεπουμπλικάνοι γιατί, τάχα, μου χτυπούσαν χωρίς να τους καταλαβαίνουν όπως κάνει το συγκεκριμένο φίδι σε αντίθεση με τον κροταλία.
[2] Βλ. Michels Robert (1915) Political Parties: A Sociological Study of the Oligarchical Tendencies of Modern Democracy. London: Jarrold & sons.
[3] Βλ. Crotty William (1994) “Urban Political Machines” in L. Sandt Maisel and William G.Shade (eds.) Parties and Politics in American History, New York, NY: Garland, σελ. 134-135.
[4] Josephson Matthew (1962) The Robber Barons: The Great American Capitalists, 1861- 1901
New York, NY: Harcourt, Brace & World. Αποκαλούνται, έτσι, επειδή ακόμη και με αθέμιτες πρακτικές καταλάμβαναν την πρώτη θέση στην αγορά και λειτουργούσαν ως μονοπώλια και θύμιζαν τους μικροφεουδάρχες και τους αρχιεπισκόπους στις περιοχές του Ρήνου ποταμού στο 12ο-13ο αιώνα που σταματούσαν με την απειλή βίας τα πλοία, έβαζαν σιδερένιες αλυσίδες από τη μία όχθη στην άλλη και απαιτούσαν φόρους διέλευσης χωρίς κανένα δικαίωμα (στα γερμανικά Raubritter).


Θανάσης Τσακίρης

Monday, February 24, 2020

Δημοκρατικοί- Ρεπουμπλικάνοι: Το δεύτερο κομματικό σύστημα των ΗΠΑ (του Θαν. Τσακίρη)


Το 1824 μια νέα γενιά ηγετών εμφανίστηκε στα τότε κόμματα. Στο μεταξύ είχαν εκλείψει οι Φεντεραλιστές και είχαν κυριαρχήσει οι Ρεπουμπλικανοί. Η θεματολογία των εκλογών δεν χαρακτηριζόταν πια από τα έντονα προβλήματα και οι συγκρούσεις μεταξύ Βρετανόφιλων και Γαλλόφιλων (ουσιαστικά εκπροσωπούσαν καπιταλιστές που είχαν αντίστοιχους εμπορικούς προσανατολισμούς και εκφράστηκαν με τις αντίστοιχες στοιχίσεις στις πολεμικές συρράξεις των δύο μεγάλων δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης). Νικητής από τους νεώτερους Ρεπουμπλικανούς (μόνο από αυτούς ήταν οι 4 υποψήφιοι) αναδείχθηκε ο Άντριου Τζάκσον από την Πολιτεία Τεννεσή.



Οι υποστηρικτές του Τζάκσον άρχισαν να διαμορφώνουν το σύγχρονο Δημοκρατικό Κόμμα. Κατά τη διάρκεια της εποχής αυτής, η ψηφοφορία επεκτάθηκε σε  όλους τους ενηλίκους λευκούς άνδρες. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από την οικοδόμηση ενός «πελατειακού κράτους». Eπίσης προώθησε την εκτελεστική σε βάρος της νομοθετικής λειτουργίας Το δεύτερο  κομματικό σύστημα χαρακτηρίστηκε από τα ραγδαία αυξανόμενα επίπεδα ενδιαφέροντος των ψηφοφόρων, που άρχισε το 1828, όπως φαίνεται από την προσέλευση στις συγκεντρώσεις, τις παραταξιακης εφημερίδες και τους υψηλούς βαθμούς προσωπικής πίστης στα κόμματα. [1]

Σύμφωνα με έναν εξέχοντα ιστορικό είναι δίκαιο να δηλώσει κανείς ότι ο Τζάκσον εισήγαγε το ‘σύστημα των λαφύρων ’στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ποτέ του δεν το μετάνιωσε.[2] Η πολιτική λογική του για τη στελέχωση της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού ήταν τόσο απλή όσο των ανθρώπων των δυτικών συνόρων: «Τα καθήκοντα όλων των δημοσίων λειτουργών είναι (…) τόσο σαφή κι απλά που άνθρωποι με εξυπνάδα μπορούν μετά χαράς αυτοπροταθούν για να αναλάβουν να τα εκτελέσουν (…) και δεν μπορώ παρά να πιστεύω πως έχουμε πολλά να χάσουμε αν υπάρχουν άνθρωποι που κατέχουν μια θέση επί μακρόν από όσα γενικά μπορούμε να κερδίσουμε από την εμπειρία τους (. . ) Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει περισσότερα φυσικά δικαιώματα από κάποιον άλλο πάνω σε δημόσιες θέσεις εργασίας.»[3] Απέναντί του στάθηκαν οι Ουίγοι (Whigs ήταν οι Φιλελεύθεροι στη Βρετανία και όσοι κάτοχοι αξιωμάτων στις αποικίες αντιστάθηκαν στους Βρετανούς και πήραν μέρος στην επανάσταση του 1776) και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί με κύριο το Αντι-Μασονικό Κόμμα που ήταν το «κόμμα νέου τύπου» γιατί δημιουργήθηκε από τα κάτω ως «εξωκοινοβουλευτικό» μαζικό κόμμα με συγκεκριμένη ατζέντα, της οποίας το κύριο αίτημα ήταν ο πλήρης εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής με το κλείσιμο των «μυστικών οργανώσεων».

Στις εκλογές του 1836 ο Μάρτιν Βαν Μπιούρεν, διάδοχος του Τζάκσον, υπό την ταμπέλα των «Δημοκρατικών Ρεπουμπλικανών» νίκησε τους Ουίγους που διασπάστηκαν μεταξύ τριών υποψηφίων. Μεταξύ 1840 και 1852 είχαν σχηματιστεί και συγκρούονταν τα κόμματα των μαζικών οργανώσεων, Ουίγοι και Δημοκρατικοί (υπό τον Βαν Μπιούρεν). Στις εκλογές του 1840 οι Ουίγοι κέρδισαν με τον στρατιωτικό θρύλο που άκουγε στο όνομα Γουίλιαμ Χένρι Χάρισον του Οχάιο: «Ο λόγος για τον οποίο η εκστρατεία του 1840 εξελίχθηκε στην  πιο διασκεδαστική και πιο βλακώδη προεδρική εκλογή είναι το ότι οι Ουίγοι νίκησαν τους Δημοκρατικούς με τις ίδιες τις μεθόδους τους. Δεν υιοθέτησαν ουδεμία πλατφόρμα, έχρισαν υποψήφιο έναν στρατιωτικό ήρωα, αγνόησαν τα πραγματικά διακυβεύματα και δεν απευθύνθηκαν στη νοημοσύνη των ψηφοφόρων αλλά στα συναισθήματά τους. Οι προσδοκίες του κέρδους και της πατρωνίας χρησιμοποιήθηκαν για ‘την άντληση των ψήφων’ και στο λαό προσέφεραν ένα μεγάλο σόου».[4] Ο εκλεγείς Χάρισον δεν πρόλαβε να το χαρεί και πέθανε διαδεχόμενος από τον αντιπρόεδρος Τζων Τάιλερ. Οι Ουίγοι είχαν παράλληλα κερδίσει και την πλειοψηφία της Γερουσίας. Όμως, η πολυσυλλεκτικότητά τους στάθηκε η αχίλλειος πτέρνα τους κι έτσι διασπάστηκαν για να επανέλθουν το 1844 οι Δημοκρατικοί στην Προεδρία.

 Στις εκλογές αυτές εμφανίστηκε το Liberty Party με σκοπό του την κατάργηση της δουλείας ως μονοθεματικό κοινωνικο-κινηματικό κόμμα και πήρε 2% αφαιρώντας ψήφους από τους Ουίγους που με τη σειρά τους ξαναπήραν την Προεδρία το 1848, πάλι με στρατιωτικό ήρωα, τον Ζάκαρι Ταίηλορ. Οι Δημοκρατικοί είχαν υποψήφιο τον Γερουσιαστή Λιούις Κας που ήταν αντίθετος με την επέκταση της δουλείας στις νέες κατακτήσεις (Νέο Μεξικό κλπ.) και αυτό στοίχισε ψήφους προς τους Ουίγους ενώ η μετριοπάθεια της αντίθεσής του έστειλε τους πιο ριζοσπάστες στο κόμμα Free Soil με υποψήφιο τον Βαν Μπιούρεν. Τέλος το 1852 διεξήχθη η τελευταία εκλογική εκστρατεία με κύριους αντίπαλους τους Δημοκρατικούς και τους Ουίγους. Το Free Soil δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο καθώς τα δύο μεγάλα κόμματα άρχισαν πλέον να διασπώνται με αφορμή την κατάργηση της δουλείας και τις επερχόμενες κοινωνικές ανακατατάξεις λόγω της εντατικοποίησης της εκβιομηχάνισης. Οι οικονομικά «προοδευτικοί» και κοινωνικά «συντηρητικοί» Ουίγοι έχασαν τις εκλογές και διασπάστηκαν. Το Δημοκρατικό Κόμμα διασπάστηκε σε Βόρειους αντίπαλους της δουλείας και σε Νότιους υπερασπιστές της  ανοίγοντας το δρόμο για την εμφάνιση και επικράτηση του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του ανερχόμενου βιομηχανικού καπιταλιστικού μπλοκ που υποσχόταν την κατάργηση της δουλείας (επί της ουσίας ήθελε ελεύθερο και φθηνό εργατικό για τις εργατουπόλεις του ανερχόμενου βιομηχανικού βορρά).

Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ενώπιον των πυλών. Από τα συντρίμμια του κόμματος των Ουίγων και την πτώση και διάσπαση των Δημοκρατικών ωφελήθηκε το μαζικό American Party με την αντιμεταναστευτική, αντικαθολική και μυστικοπαθή δραστηριότητά του μέσω των «μυστικών εταιριών» (οι διαβόητοι “Know-Nothings” που δεν άκουγαν, δεν έβλεπαν, δεν ήξερα τίποτα για τις μυστικές ενώσεις). Το Αμερικάνικο Κόμμα σάρωσε σε πολλές πολιτείες, κυρίως στη Μασαχουσέτη, στο Μέριλαντ και στο Κεντάκι, όπου πήρε τις τοπικές κυβερνήσεις και βουλές. Κι εκεί που όλοι νόμιζαν πως θα γίνει το νέο βασικό κόμμα, στην ετήσια συνδιάσκεψη του 1956 σκάει η φούσκα όταν επήλθε τεράστια ρήξη λόγω της σύγκρουσης Βορείων και Νοτίων για την κατάργηση της δουλείας. Οι Βόρειοι ήταν ο κύριος όγκος των συνέδρων του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που απηύθυνε έκκληση συνεργασίας σε οπαδούς του Free Soil και των Ουίγων, σε Δημοκρατικούς που ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας και σε δυσαρεστημένους Know-Nothings. Στις εκλογές του 1856 τα τρία κόμματα συγκρούστηκαν άγρια και οι Ρεπουμπλικανοί έκαναν την έκπληξη και με 33% των ψήφων εγκαταστάθηκαν στη δεύτερη θέση στέλνοντας το Αμερικάνικο Κόμμα στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Όλες αυτές οι εκλογικές αναμετρήσεις είχαν πολύ υψηλή συμμετοχή που έφτανε το 80% και η οποία έγινε ακόμη πιο υψηλή το 1860 όταν εκλέχτηκε πρόεδρος ο Ρεπουμπλικανός Αβραάμ Λίνκολν.






[1]McCormick Richard (1966) The Second American Party System: Party Formation in the Jacksonian Era. Chapel Hill: University of North Carolina Press,.
[2] Βλ. Morison, Samuel Eliot (1965) The Oxford History of the American People: 1789 Through Reconstruction. μ. 2, New York, NY: Mentor, σελ. 165.
[3] Βλ. Morison, Samuel Eliot (1927) The Oxford History of the United States, 1783-1917. Oxford, England: Oxford University Press, σελ. 381. Έδιωξε από τον ομοσπονδιακό μηχανισμό όσους υποπτευόταν ότι ήταν άνθρωποι του προκατόχου του (περίπου έναν στους τρεις) και έβαλε στη θέση τους νέους που συχνά αποδεικνύονταν και ακατάλληλοι και διεφθαρμένοι.  
[4] Βλ. Morison, Samuel Eliot (1965) ο.π. σελ. 200.

Θανάσης Τσακίρης


ΠΡΟΔΕΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 1824
Presidential candidatePartyHome statePopular vote[a]Electoral vote
CountPercentage
Andrew Jackson[b]Democratic-RepublicanTennessee151,27141.36%99
John Quincy Adams[c]Democratic-RepublicanMassachusetts113,12230.92%84
William Harris Crawford[d]Democratic-RepublicanGeorgia40,85611.21%41
Henry Clay[e]Democratic-RepublicanKentucky47,53112.99%37
Unpledged electorsNoneMassachusetts6,6161.81%0
Other6,4371.71%0
Total365,833100.0%261

Friday, February 21, 2020

ΗΠΑ: Οι προκριματικες εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος

ΗΠΑ: Οι προκριματικες εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος




Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ


Προκριματικές Δημοκρατικών: Οι υποψήφιοι & τα διακυβεύματα των προεδρικών εκλογών του 2020


Ο Lonce Bailey, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Shippensburg University (Πενσυλβάνια, ΗΠΑ), αναλύει στο ΕΝΑ τις προκριματικές εκλογές στο Δημοκρατικό Κόμμα: Για τους διεκδικητές του χρίσματος, την εκλογική διαδικασία, τα διακυβεύματα της αναμέτρησης και το στοίχημα των εθνικών εκλογών του 2020 →

Οι προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, και η επιλογή του υποψηφίου που θα αναμετρηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ στις εθνικές εκλογές του Νοεμβρίου θα γίνει, κατά πάσα πιθανότητα, εντός των επόμενων λίγων μηνών. Η διαδικασία προκαλεί αρκετή σύγχυση στους ίδιους τους Αμερικανούς, το πιθανότερο δε είναι να προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση και να φαντάζει ακόμη πιο περίπλοκη στο διεθνές κοινό.

Ακολουθούν μερικά σημεία-κλειδιά που μπορεί να βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση τόσο της διαδικασίας και της τρέχουσας θέσης των υποψηφίων όσο και κάποιων κομβικών σημείων.

Οι εκλογές στις ΗΠΑ είναι αποκεντρωμένες. Οι εκλογές είναι υπόθεση των πολιτειών και των τοπικών κοινωνιών. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν παίζει ουσιαστικά κανένα ρόλο σε αυτές. Δεν  τυπώνει ψηφοδέλτια, δεν διαθέτει παραβάν, δεν μετράει ψήφους. Όλα αυτά γίνονται στις πολιτείες. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναλαμβάνει ρόλο σε θέματα ατομικών και εκλογικών δικαιωμάτων και ελέγχει, ως ένα βαθμό, τη χρηματοδότηση της εκστρατείας των υποψηφίων, αλλά ουσιαστικά οι ΗΠΑ έχουν 50 διαφορετικές πολιτείες με 50 διαφορετικά εκλογικά συστήματα. Ακόμη και εντός της ίδιας πολιτείας είναι σύνηθες να υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα εκλογικά συστήματα και τη διαχείριση της εκλογικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και για την κομματική διάρθρωση: Τα κόμματα στις ΗΠΑ δεν διαθέτουν τόσο ισχυρή εξουσιαστική δομή «από τα πάνω προς τα κάτω». Σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό χωρίς τεράστια πίεση ή διεύθυνση από το εθνικό επίπεδο.

Κατ’ επέκταση, τα κόμματα και οι μέθοδοι των προκριματικών εκλογών τους διαφέρουν. Κάθε κόμμα στην πολιτεία του μπορεί, κατά βάση, να αποφασίσει το είδος της διαδικασίας επιλογής που θα ακολουθήσει, αναδεικνύοντας τα ζητήματα που είναι κεντρικά για αυτή την πολιτεία. Τα κόμματα έχουν περισσότερους περιορισμούς σχετικά με το πότε μπορούν να διεξαγάγουν τις εκλογές, αλλά, ακόμη και έτσι, κάθε κόμμα σε πολιτειακό επίπεδο πασχίζει σκληρά να επηρεάσει τη σειρά των αναμετρήσεων για να βοηθήσει την πολιτεία του να αυξήσει την ισχύ της. Αυτό αντανακλά τη μεγάλη ποικιλομορφία στο εσωτερικό της χώρας: Η πολιτική, οι πολιτικές και η κουλτούρα είναι πολύ διαφορετικές στο Νιου Χάμσαϊρ της Ανατολικής Ακτής απ’ ό,τι στο Τέξας στη Νοτιοδυτική Ακτή. Η αποκεντρωμένη φύση των κομμάτων δίνει τη δυνατότητα ευέλικτου χειρισμού της περιφερειακής αυτής πολυμορφίας, κι αυτό αντανακλάται στην ποικιλία των τρόπων διεξαγωγής των εκλογών.

Τι είναι η τοπική συνέλευση (caucus) και τι οι προκριματικές εκλογές; Η ερώτηση αυτή και οι σχετικές διαφορές μπορεί να μας οδηγήσουν σε εξονυχιστικές λεπτομέρειες, που δεν είναι και τόσο βοηθητικές, αλλά, σε γενικές γραμμές, η τοπική συνέλευση είναι ένα είδος προκριματικής εκλογής στο πλαίσιο της οποίας οι πολίτες συγκεντρώνονται μία φορά αυτοπροσώπως και, κατά κανόνα, ψηφίζουν σε μια σειρά από ψηφοφορίες. Είναι κάτι σαν ένα σύνολο μικρών συναντήσεων ή μίνι συνεδρίων όπου οι άνθρωποι ψηφίζουν αυτοπροσώπως. Οι τοπικές συνελεύσεις γενικά διοργανώνονται εξολοκλήρου από τα κόμματα, χωρίς να εμπλέκονται στην εκλογική διαδικασία οι πολιτείες. Η μορφή των τοπικών συνελεύσεων φθίνει παντού, καθώς οι πολιτείες μεταβαίνουν στις προκριματικές. Αυτή τη στιγμή μόνο τρεις πολιτείες και λίγες περιφέρειες εξακολουθούν να έχουν τοπικές συνελεύσεις. Οι προκριματικές ή οι απευθείας προκριματικές είναι οι πλέον συνηθισμένες. Πρόκειται για παραδοσιακές εκλογές όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν στις κάλπες για να ψηφίσουν, οι εκλογές διενεργούνται από την πολιτειακή κυβέρνηση και οι ψήφοι καταμετρώνονται και επαληθεύονται από τις πολιτείες. Οι προκριματικές είναι πιο διαδεδομένες μεταξύ των κομμάτων και των υποψηφίων, επειδή οι κανόνες είναι περισσότερο ξεκάθαροι, είναι προβλέψιμες σε ό,τι αφορά τους όρους διεξαγωγής τους και πιο ελκυστικές για τους εκλογείς.

Οι προεκλογικές εκστρατείες, ιδίως στις προκριματικές εκλογές, περιστρέφονται γύρω από τους υποψηφίους. Πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για την προσπάθεια μεμονωμένων υποψηφίων να συγκεντρώσουν τα χρήματα και το προσωπικό που απαιτούνται για να θεωρηθεί η υποψηφιότητά τους σοβαρή. Κατά τη διάρκεια των προκριματικών, το κόμμα δεν παίζει σχεδόν κανένα ρόλο στις ίδιες τις καμπάνιες. Έτσι όμως, οι υποψήφιοι μπορεί να εκτεθούν ή να είναι ευάλωτοι σε μικρά παραστρατήματα ή λάθη. Οι δράσεις της καμπάνιας τους είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη, ενώ εξαρτώνται κατά πολύ από τη συνεχή ροή χρήματος για να «τρέξουν» τις τεράστιες εκστρατείες τους. Ιστορικά, η έλλειψη χρημάτων, που οφείλεται στην κακή επίδοση σε μικρές προκριματικές στις πολιτείες που ψηφίζουν πρώτες, είναι αυτό που θέτει τους υποψηφίους εκτός συναγωνισμού. Έτσι κι αρχίσεις να υπο-αποδίδεις, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το πρόβλημα τού να μην έχεις επαρκείς δωρεές για να στηρίξουν την καμπάνια σου. Παρότι αυτό έχει κάπως αλλάξει στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, με την είσοδο εκατομμυριούχων/δισεκατομμυριούχων υποψηφίων και χρηματοδοτών, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρό θέμα.

Το πρόγραμμα των προκριματικών εκλογών των κομμάτων είναι πολύ μακρύ και απλωμένο. Και για τα δύο κόμματα οι προκριματικές λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια πέντε περίπου μηνών, με διάφορες πολιτείες ή ομάδες πολιτειών να παίρνουν σειρά από τις αρχές περίπου του Φεβρουαρίου ως τις αρχές του Ιουνίου. Οι ημερομηνίες στις οποίες καλούνται οι πολιτείες να ψηφίσουν καθορίζονται πρωτίστως από το κόμμα και μπορεί να είναι φοβερά διαφιλονικούμενες. Έχει φυσικά ένα πλεονέκτημα το να είσαι μία από τις πρώτες, καθώς θα έχεις μεγαλύτερη επιρροή στην έκβαση του αγώνα. Για παράδειγμα, οι δύο πρώτες πολιτείες στο ημερολόγιο των προκριματικών (η Αϊόβα και το Νιου Χάμσαϊρ) αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό και φυλετικά κυρίαρχα λευκό δείγμα του εκλογικού σώματος, ωστόσο, για πολλούς υποψηφίους, αν δεν τα πάνε καλά σε αυτές τις πολιτείες, μπορεί να σημάνει το τέλος της εκστρατείας τους. Ακόμη και οι δύο πολιτείες που έπονται (η Νότια Καρολίνα και η Νεβάδα) είναι σχετικά μικρές, έχουν όμως πολύ μεγαλύτερη εθνοτική και πολιτισμική ποικιλομορφία. Μόλις το πρόγραμμα κυλήσει πέραν των πρώτων αυτών πολιτειών, κατά κανόνα συνεχίζεται με ομάδες πολιτειών, συμπεριλαμβανομένης της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης της «Σούπερ Τρίτης», στις 3 Μαρτίου, όταν θα διεξαχθούν προκριματικές εκλογές σε 14 πολιτείες, μεταξύ των οποίων δύο από τις πιο πολυπληθείς, η Καλιφόρνια και το Τέξας. Αλλά και πέραν των ίδιων των προκριματικών, οι υποψήφιοι εγκαινιάζουν συνήθως επισήμως τις καμπάνιες τους εννέα μήνες με έναν χρόνο πριν από την πρώτη προκριματική εκλογή. Πρόκειται για μια μακρά και δαπανηρή διαδικασία.

Και τώρα οι υποψήφιοι. Ποιοι είναι; Αυτή τη στιγμή υπάρχουν πέντε βασικοί υποψήφιοι που εμφανίζονται ως διεκδικητές του χρίσματος, σε κάποιο βαθμό. Ήταν σταθερά ανάμεσα στους τρεις ή τέσσερις πρώτους στις δημοσκοπήσεις, και τώρα που διεξήχθησαν οι προκριματικές εκλογές στις δύο πρώτες πολιτείες, πλασάρονται στην πρώτη γραμμή. Σε αυτούς περιλαμβάνονται (με αλφαβητική σειρά) ο πρώην Αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν, ένας δήμαρχος από τις Μεσοδυτικές πολιτείες, ο Πιτ Μπούτετζετζ, η Γερουσιαστής Έιμι Κλόμπουτσαρ, ο Γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς και η Γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Ουόρεν. Υπάρχει ένας ακόμη ραγδαία ανερχόμενος «άγνωστος Χ», κι αυτός είναι ο πολυ-δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας των μίντια Μάικλ Μπλούμπεργκ. Η στρατηγική του Μπλούμπεργκ είναι να χρηματοδοτήσει ο ίδιος την καμπάνια του και να κρατήσει σθεναρή στάση εναντίον του Τραμπ ως διεφθαρμένο και αποτυχημένο ηγέτη (έχει ως τώρα ξοδέψει το αστρονομικό ποσό των 250 εκατ. δολαρίων σε τηλεοπτική διαφήμιση, κι αυτό σε λίγες μόλις περιοχές της χώρας). Κλειδί αυτής της στρατηγικής ήταν η καθυστερημένη είσοδός του στην εκλογική αναμέτρηση, η παράκαμψη των πρώτων προκριματικών και η εστίαση στις πολιτείες που έρχονταν μετά τις αρχικές αυτές εκλογές (ξεκαθαρίζοντας πιθανότατα το τοπίο). Τουλάχιστον στα χαρτιά, παραμένει αουτσάιντερ, ακολουθώντας μια στρατηγική που δεν έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν, αλλά τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις στις πολιτείες όπου διαφημίζεται ανεβαίνουν σταθερά. Προσέξτε τον λοιπόν, ξεκινώντας με την αναμέτρηση της «Σούπερ Τρίτης» στις 3 Μαρτίου.

Ιδεολογικά, πρόκειται για μια ευρεία γκάμα υποψηφιοτήτων. Από πολύ μετριοπαθείς κεντρώους, όπως η Έιμι Κλόμπουτσαρ, μέχρι πολύ αριστερούς (τουλάχιστον για τα δεδομένα των ΗΠΑ) υποψηφίους, όπως ο Μπέρνι Σάντερς, μαζί με υποψηφίους που καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσμα. Αν προσθέσουμε και έναν πολυ-δισεκατομμυριούχο όπως ο Μάικλ Μπλούμπεργκ, έχουμε ένα ευρύ φάσμα επιλογών. Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν απόλυτα ξεκαθαρίσει τι θέλουν και ποιος μπορεί να επικρατήσει του Τραμπ, καθοδηγούμενοι, σε μεγάλο βαθμό, από την επιθυμία να φύγει απλώς ο Τραμπ και λιγότερο από την προσήλωση σε τολμηρές προτάσεις πολιτικής.

Επί του παρόντος, οι δύο επικρατέστεροι διεκδικητές του χρίσματος φαίνεται να είναι ο Σάντερς και ο Μπούτετζετζ. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο, βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή των προκριματικών εκλογών, και τα δεδομένα αλλάζουν διαρκώς. Ο Σάντερς και ο Μπούτετζετζ ουσιαστικά ήρθαν ισόπαλοι στις πρώτες αναμετρήσεις στην Αϊόβα και στο Νιου Χάμσαϊρ, όπου ο Σάντερς ήρθε πρώτος, με τον Μπούτετζετζ να έρχεται δεύτερος με  διαφορά 1%. Λίγο πιο πίσω ήταν η μετριοπαθής γερουσιαστής Έιμι Κλόμπουτσαρ, η εκστρατεία της οποίας θεωρήθηκε κάποια στιγμή ότι αποτυγχάνει, τώρα όμως ανεβαίνει, έπειτα από αξιοσημείωτες επιδόσεις στα ντιμπέιτ των υποψηφίων. Ακολουθούν η προοδευτική Γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Ουόρεν στην τέταρτη θέση και ο Αντιπρόεδρος Μπάιντεν στην πέμπτη. Οι δύο πρώτες αυτές αναμετρήσεις είναι σημαντικές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, την αναγνωρισιμότητα και τη μιντιακή προβολή των υποψηφίων. Ωστόσο, πρόκειται για πολύ μικρές και ομοιογενείς πολιτείες, και οι υποψήφιοι που αυτή τη στιγμή έχουν το προβάδισμα βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλες προκλήσεις ώστε να επαναλάβουν τις επιδόσεις τους στις επερχόμενες προκριματικές εκλογές.

Οι προκριματικές μεταφέρονται τώρα κυρίως στο Νότο και στη συνέχεια στη Δύση και σε άλλες περιοχές της χώρας. Εκεί έχουμε πολύ διαφορετικά δημογραφικά δεδομένα, ιδιαίτερα με όρους φυλής και εθνικότητας, κι έτσι είναι πιθανό να δούμε τα αποτελέσματα των εκλογών να αλλάζουν, ίσως ακόμη και να ανατρέπονται. Ο Τζο Μπάιντεν είναι πολύ δυνατός στο Νότο, και θα περίμενε κανείς ότι θα τα πάει καλύτερα στις επικείμενες εκλογές. Εάν όχι, αυτό θα σηματοδοτήσει πιθανότατα το τέλος της καμπάνιας του.


Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Lonce Bailey

Ποιο είναι το συμπέρασμα όλων αυτών; Πρώτα απ’ όλα, όλα είναι εξαιρετικά ρευστά, ανεξάρτητα από το τι λένε οι δημοσκοπήσεις και οι καμπάνιες. Δεύτερον, το εύρος των πιθανών αποτελεσμάτων κυμαίνεται από το να σαρώσει στις προκριματικές ο Μπέρνι Σάντερς, κερδίζοντας μια άνετη νίκη, μέχρι το ενδεχόμενο να υπάρξει τέτοιος κερματισμός ώστε ο υποψήφιος να μην εκλεγεί στις προκριματικές αλλά από την Εθνική Συνδιάσκεψη. Τρίτον, αυτή τη στιγμή αυτό που βλέπουμε να διαμορφώνεται είναι ένα πεδίο «Μπέρνι Σάντερς συν “κάποιος άλλος”». Δηλαδή ο Σάντερς ως εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος και κάποιος από τους άλλους ως εκπρόσωπος της μετριοπαθούς πτέρυγας (τώρα είναι ο Μπούτετζετζ, αλλά θα μπορούσε να καταλήξει να είναι η Κλόμπουτσαρ ή κι ο Μπάιντεν). Τέταρτον, η καμπάνια του Μπλούμπεργκ έχει τη δυναμική να τα τινάξει όλα αυτά στον αέρα τη «Σούπερ Τρίτη». Αλλιώς, θα αποτύχει παταγωδώς όταν έρθει αυτή η εκλογική αναμέτρηση.

Υπάρχουν αρκετά κεντρικά ζητήματα που κινούν την καμπάνια, αλλά σε αυτή την εκστρατεία φαίνεται πως κυριαρχεί ένα ζήτημα: να ηττηθεί ο Τραμπ. Στην πραγματικότητα, εφόσον δεν υπάρχει κάποιο ξεκάθαρο φαβορί που να μπορεί να ενώσει το κόμμα, το ζήτημα αυτό εγείρει σοβαρές ανησυχίες μεταξύ των αναλυτών, των κομματικών στελεχών και των ψηφοφόρων. Ανακύπτουν διαρκώς ερωτήματα όπως: «Μπορεί ο Μπέρνι να προσελκύσει μετριοπαθείς ψηφοφόρους στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών;», «Μπορεί ο Μπάιντεν να φέρει οπαδούς του Μπέρνι στο δικό του στρατόπεδο;», «Μπορεί ένας άσημος δήμαρχος από την Ιντιάνα να προκαλέσει αρκετό ενθουσιασμό ώστε να εξασφαλίσει ψήφους στις εθνικές εκλογές;». Ακούμε συχνά ψηφοφόρους να δηλώνουν: «Δεν με νοιάζει ποιος θα πάρει το χρίσμα, αρκεί να μπορεί να κερδίσει τον Τραμπ». Έχει πράγματι αναδειχθεί σε αποκλειστικό ζήτημα για τους Δημοκρατικούς. Δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το ποιος μπορεί να επικρατήσει του Τραμπ, το ζητούμενο επικεντρώνεται όμως κυρίως στην προσέλκυση των ψηφοφόρων. Εάν ο υποψήφιος που θα επιλεγεί μπορεί να είναι αποδεκτός από ένα ευρύ φάσμα ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος, τότε οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι Δημοκρατικοί έχουν ισχυρές πιθανότητες να κερδίσουν. Εκτιμάται ότι κάθε διαίρεση στο εσωτερικό του κόμματος θα δυσκολέψει την επικράτηση επί του Τραμπ ή την απόσπαση κερδών στο Κογκρέσο. Από πολλές απόψεις, αυτό εξηγεί γιατί οι ψηφοφόροι έχουν εκφράσει μια νευρικότητα για τον Σάντερς, καθώς δεν τυγχάνει αποδοχής από μετριοπαθείς ψηφοφόρους – και πολύ λιγότερο από πολύ μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς που τους απωθεί ο Τραμπ και αναζητούν μια δικαιολογία για να ψηφίσουν τους Δημοκρατικούς.

Πέρα από το βασικό αυτό ζήτημα της «εκλογιμότητας», τα παραδοσιακά ερωτήματα που εξακολουθούν να συζητιούνται αφορούν κυρίως την εσωτερική ατζέντα. Το αίτημα για καθολική υγειονομική κάλυψη (με πολλές διαφορετικές μορφές), ερωτήματα σχετικά με την αντιμετώπιση του συσσωρευόμενου φοιτητικού χρέους, η μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής, η αντιμετώπιση των φορολογικών περικοπών για τους πλούσιους από τη διακυβέρνηση Τραμπ, γενικότερα θέματα σχετικά με τις τεράστιες ανισότητες στην κατανομή του πλούτου και φυσικά πολιτικές για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Άλλα θέματα, αν και ήσσονος σημασίας για το αποτέλεσμα των εκλογών, περιλαμβάνουν την αντιστροφή των επιπτώσεων της απορρύθμισης της κυβερνητικής ρυθμιστικής λειτουργίας στην οποία προχώρησε η διακυβέρνηση Τραμπ, την αποδυνάμωση των σχέσεων με το ΝΑΤΟ και άλλους παραδοσιακούς συμμάχους και το γενικότερο ζήτημα των αποδυναμωμένων ΗΠΑ στην παγκόσμια σκηνή.

Αναλυτές από το εξωτερικό συχνά αναρωτιούνται για τις προοπτικές μιας υποψηφιότητας Σάντερς και μιας πιθανής νίκης, με δεδομένο ότι η σοσιαλδημοκρατική πολιτική του είναι πιο κοντά στην πολιτική της Δυτικής Ευρώπης. Η πολιτική Σάντερς λαμβάνει τη μορφή ενός ισχυρότερου δικτύου κοινωνικής προστασίας και περισσότερης προστασίας για τις μεσαίες και χαμηλές τάξεις, που αποκλείστηκαν από την πιο πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη και δεν ωφελήθηκαν επαρκώς από την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων 40 ετών. Τα βασικά θέματα στην προεκλογική του εκστρατεία περιλαμβάνουν την καθολική ατομική ασφάλιση υγείας (που επικεντρώνεται πρωτίστως σε ένα διευρυμένο «Medicare», που τώρα ασφαλίζει ηλικιωμένους πολίτες), τη διαγραφή χρεών από φοιτητικά δάνεια, δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν πρόσβαση σε κολέγια και πανεπιστήμια, καθώς και μια αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος, στην κατεύθυνση μιας πιο δίκαιης αναδιανομής των βαρών ή, όπως λέει ο Σάντερας, «να βάλουμε τους πλούσιους να πληρώσουν το μερίδιο που τους αναλογεί». Περιλαμβάνονται, επίσης, πολιτικές για ταχύτερη αύξηση των μισθών, προστασία των καταναλωτών στον χρηματοπιστωτικό κλάδο και μια υπόσχεση για πιο προσεκτική χρήση των στρατιωτικών δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών, με ταυτόχρονη αναζωογόνηση των διπλωματικών δυνάμεων.

Οι ψηφοφόροι δεν είναι συνηθισμένοι σε μια τέτοια ατζέντα, που θεωρείται περισσότερο αριστερή και πιο κρατικοκεντρική απ’ ό,τι συνηθίζεται. Η λέξη «σοσιαλιστής», σε οποιοδήποτε συγκείμενο στο αμερικανικό πλαίσιο, αποφεύγεται, και συχνά χρησιμοποιείται ως χαρακτηρισμός από κάποιον προς συνομιλητή του όταν θέλει να τερματίσει μια συζήτηση. Η αποστροφή προς τον όρο δεν συναντάται μόνο στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αλλά και σε μεγάλα τμήματα του Δημοκρατικού. Δεν έχει απαραιτήτως σημασία τι σημαίνει ο όρος ή αν ο Σάντερς είναι όντως δημοκρατικός σοσιαλιστής, αλλά εάν «κολλήσει» σε κάποιον, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την απεύθυνση σε μια ευρύτερη βάση. Τουλάχιστον από την εποχή του Ρίγκαν, οι ΗΠΑ είναι μια συντηρητική χώρα, και ακόμη και το Δημοκρατικό Κόμμα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, έγινε πιο συντηρητικό.

Μια μεταστροφή προς έναν πιο ξεκάθαρα αριστερό υποψήφιο θα ήταν σημαντική αλλαγή, και πολλοί ανησυχούν ότι η αριστερή στροφή των Δημοκρατικών, σε μια περίοδο που προσπαθούν να κερδίσουν τον Τραμπ, ίσως να μην είναι και η καλύτερη επιλογή. Η απάντηση του Σάντερς στον ισχυρισμό αυτό είναι ότι μπορεί να χαθούν μετριοπαθείς συντηρητικοί ψηφοφόροι, αλλά θα κινητοποιηθεί προς τις κάλπες μεγάλος αριθμός δυσαρεστημένων ψηφοφόρων που συμφωνούν και ενστερνίζονται την πολιτική του. Ένα άλλο πρόβλημα που μπορεί να προκύψει είναι ότι, εάν ο Σάντερς δεν πάρει το χρίσμα, όπως το 2016, τότε οι υποστηρικτές του θα απέχουν από τις εκλογές ή θα ψηφίσουν ακόμη και τον Τραμπ, κάτι που θα μπορούσε να υπονομεύσει σημαντικά την προοπτική ενός κόμματος ενωμένου γύρω από έναν μετριοπαθή υποψήφιο.

19.02.2020

Thursday, February 06, 2020

Φεντεραλιστές εναντίον Ρεπουμπλικάνων: Το πρώτο κομματικό σύστημα των ΗΠΑ (του Θαν. Τσακίρη)














Φεντεραλιστές εναντίον Ρεπουμπλικάνων, 1790s-1810s
Οι Φεντεραλιστές. με επικεφαλής τον Χάμιλτον και τον Άνταμς, ήθελαν μια ισχυρή εθνική κυβέρνηση για να επιβάλει μια επιθετική οικονομική ανάπτυξη.



Οι Ρεπουμπλικανοί, με επικεφαλής τον Μαντισον   και τον Τζέφερσον , ήθελαν μια μικρή εθνική κυβέρνηση που θα σώσουν τους πολίτες  από βαριά φορολογία και κρατική παρέμβαση.












Οι Φεντεραλιστές έλεγχαν την κυβέρνηση στη διάρκεια της δεκαετίας του 1790. Οι Φεντεραλιστές αποδιοργανώθηκαν ως εθνικό κόμμα μετά τον πόλεμο του 1812.

Αυτή η πρώτη εποχή (πρώτο κομματικό σύστημα) διήρκεσε από το 1796 έως το 1816. Για τα πρώτα οκτώ χρόνια της ύπαρξης των ΗΠΑ ο Τζόρτζ Ουάσιγκτον προσέφερε μια ενοποιητική προεδρία. Αλλά όταν αποσύρθηκε, το έθνος γρήγορα χωρίστηκε σε αντίπαλα στρατόπεδα  με βάση ιδεολογικές γραμμές. Αυτά τα στρατόπεδα σύντομα έγιναν γνωστά ως Φεντεραλιστές και Ρεπουμπλικάνοι, τα δύο αρχέτυπα πολιτικά κόμματα του νέου έθνους.

Οι Φεντεραλιστές, με επικεφαλής τον Τζον Άνταμς και τον Αλέξαντερ Χάμιλτον, πίστευαν σε μια ισχυρή εθνική κυβέρνηση. Ερμηνεύοντας με ένα ευρύ τρόπο το Σύνταγμα υποστήριξαν ότι η κυβερνητική εξουσία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης μέσω της δημιουργίας μιας εθνικής τράπεζας και της κατασκευής δρόμων, λιμανιών και γεφυρών που χρηματοδοτούνται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι Φεντεραλιστές πίστευαν ότι το οικονομικό μέλλον της Αμερικής εξαρτάται από την καλλιέργεια ισχυρών εμπορικών δεσμών με τη Μεγάλη Βρετανία. Και υποστήριξαν ότι ο αναδυόμενος μεταποιητικός τομέας της Αμερικής θα πρέπει να ενθαρρυνθεί με προστατευτικά μέτρα.

Οι Ρεπουμπλικάνοι, που ονομάζονταν και επίσης Δημοκρατικοί Ρεπουμπλικάνοι, ήταν υπό την ηγεσία του Τόμας Τζέφερσον και του Τζέιμς Μάντισον. Υποστήριξαν μια λιγότερο ισχυρή εθνική κυβέρνηση που θα περιοριζόταν στις εξουσίες της με μια στενή ανάγνωση του Συντάγματος. Φοβήθηκαν ότι η ομοσπονδιακή παρέμβαση στην οικονομία θα ωφελούσε μόνο λίγους πλούσιους βορειοανατολικούς βιομήχανους και πίστευαν ότι η γεωργία, κι όχι η μεταποίηση, θα πρέπει να παραμείνει η οικονομική βάση της χώρας. Οι Ρεπουμπλικανοί αντιτάχθηκαν στους στενότερους δεσμούς με τη Βρετανία και προτιμούσαν  τους Γάλλους και την επανάσταση τους. Το επακόλουθο ήταν ο πόλεμος με τους Βρετανούς.

Ενώ οι Φεντεραλιστές κυριάρχησαν στην κυβέρνηση από τη δεκαετία του 1790, γρήγορα έχασαν  δυνάμεις μετά το 1800. Η εκλογή του Τζέφερσον στην προεδρία ενισχύθηκε από τις νίκες των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία. Παρ’ όλα αυτά οι Φεντεραλιστές παρέμειναν αρκετά ισχυροί για να παρεμποδίσουν ορισμένα μέτρα για περίπου μια δεκαετία, αλλά δεν ήταν αρκετά ισχυροί για να αποτρέψουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον πόλεμο κατά της Βρετανίας το 1812 – ένα πόλεμο στον οποίον οι Φεντεραλιστές αντιτάχθηκαν έντονα. Η συνεχιζόμενη αντίθεσή τους στον πόλεμο, ακόμη και μετά την έναρξη του, έβλαψε σοβαρά τη βιωσιμότητά τους ως εθνικό κόμμα. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέζησαν στον πόλεμο της με τη Βρετανία και κέρδισαν τεράστιες νίκες στη Βαλτιμόρη και τη Νέα Ορλεάνη, η φήμη των Φεντεραλιστών τσακίστηκε  - και η εθνική πολιτική επιρροή τους μηδενίστηκε.

Κατά την επόμενη δεκαετία - μια περίοδο που ενίοτε αποκαλείται «Η Εποχή των Καλών Αισθημάτων» - οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ουσιαστικά ένα μονοκομματικό κράτος. Οι Ρεπουμπλικανοί κυβερνούσαν με ασθενή αντιπολίτευση.
Το σύστημα βασίστηκε κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που πέρασαν σε δεύτερο πλανο με την ήττα του Ναπολέοντα και την συμβιβαστική διευθέτηση του πολέμου του 1812. Επιπλέον, οι φόβοι ότι οι Φεντεραλιστές σχεδίαζαν να επαναφέρουν την αριστοκρατία κόπασαν. Έτσι η «εποχή καλών συναισθημάτων» υπό τον Τζέιμς Μονρόε αντικατέστησε την πολιτική υψηλής έντασης του συστήματος  περίπου το 1816. Οι προσωπικές πολιτικές και οι φραστικές διαμάχες περιστασιακά συζητούνταν ακόμη έντονα, αλλά οι Αμερικανοί δεν σκέφτονταν πλέον με όρους πολιτικών κομμάτων.
Σύντομα εμφανίστηκαν φατρίες στο κόμμα. Αυτές οι φατρίες-ονομαζόμενοι Εθνικοί Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί Ρεπουμπλικανοί- τελικά μεταμορφώθηκαν στα κυρίαρχα κόμματα που θα καθόριζαν την εποχή του δεύτερου κομματικού συστήματος, που διαρκεί από το 1828 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1850.




Φεντεραλιστές και  Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικανοί στις εκλογές
House
1788
1790
1792
1794
1796
1798
1800
1802
1804
1806
Federalist
37
39
51
47
57
60
38
39
25
24
Democratic-Republican
28
30
54
59
49
46
65
103
116
118
Democratic-Republican
43%
43%
51%
56%
46%
43%
63%
73%
82%
83%
Senate
1788
1790
1792
1794
1796
1798
1800
1802
1804
1806
Federalist
18
16
16
21
22
22
15
9
7
6
Democratic-Republican
8
13
14
11
10
10
17
25
17
28
Democratic-Republican
31%
45%
47%
34%
31%
31%
53%
74%
71%
82%
Πηγή: 
https://en.wikipedia.org/wiki/First_Party_System#cite_note-14

Θανάσης Τσακίρης





Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)                                                                    του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...