Showing posts with label οικονομία. Show all posts
Showing posts with label οικονομία. Show all posts

Tuesday, October 22, 2019

1000 βιβλία που πρέπει να διαβάσετε πριν πεθάνετε Νο 17- Platform Capitalism

 Nick Srnicek 

Platform Capitalism

Oxford: PolityPress
2019

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της αναδυόμενης τεχνολογίας και της μελλοντικής διάρθρωσης της οικονομίας μας; Είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός αυτός που άθελά του παράγει τις τεχνολογίες που θα επιφέρουν τη δική του πτώση; Σε αυτό το νέο βιβλίο αιχμής, ο «αστέρας του κινήματος επιτάχυνσης» Nick Srnicek ασχολείται με αυτές τις ερωτήσεις, δείχνοντας πώς οι σύγχρονες καινοτομίες στον αυτοματισμό, την κυβερνητική και την μεταποίησης αντιπροσωπεύουν μια θεωρητική και πρακτική πρόκληση για το ίδιο το οικονομικό σύστημα που τις ανέπτυξε.

Ιστορικά, οι στοχαστές της αριστεράς απαιτούσαν μειωμένες ώρες εργασίας, οικονομική δημοκρατία και ελεύθερη πρόσβαση στην αφθονία. Παραδόξως, ακριβώς όπως αυτές οι απαιτήσεις φαίνονται τόσο απροσδιόριστες όσο ποτέ σε πολιτικό επίπεδο, κωδικοποιούνται στα ίδια τα τεχνολογικά θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού. Ο Srnicek εξετάζει τεχνολογίες όπως η αυτοματοποιημένη εφοδιαστική, ο κυβερνητικός προγραμματισμός και η Προσθετική Κατασκευή προκειμένου να επανεξετάσει παλαιότερες συζητήσεις σχετικά με τον έλεγχο των εργαζομένων στα μέσα παραγωγής, τα «εμπόδια» στην καπιταλιστική ανάπτυξη και τις καταστασιακές έννοιες της εξάρθρωσης. Με τον τρόπο αυτό, τα θεμέλια και το μέλλον του νεοφιλελευθερισμού τίθενται υπό έντονη αμφισβήτηση.


Ο Nick Srnicek είναι Αμερικανός συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Είναι επί του παρόντος λέκτορας στην ψηφιακή οικονομία στο King's College του Λονδίνου.


Καλή ανάγνωση

Θανάσης Τσακίρης

Sunday, February 25, 2018

Τρίτη, 27-2-2018 στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ η Βάλια Αρανίτου με Θέμα:"4η βιομηχανική Επανάσταση;".

Την Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018 (8-9 μμ) στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ θα συζητήσουμε με την  Βάλια Αρανίτου ( Επίκουρη Καθηγήτρια Πολιτικής και Ιστορικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Διευθύντρια του Ινστιτούτου Εμπορίου & Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ ).  Θέμα:"4η βιομηχανική Επανάσταση;".









Σας περιμένουμε, όπως πάντα, στον φιλόξενο διαδικτυακό ραδιοσταθμό IlioupolisOnAir




Χορηγός: Μεζεδοπωλείο ΟΑΣΙΣ

Tuesday, September 12, 2017

23ο Ετήσιο Συνέδριο των Ευρωπαίων Οικονομολόγων - ΑΘΗΝΑ 28-30/9/2017, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο



23ο Ετήσιο Συνέδριο των Ευρωπαίων Οικονομολόγων
για την Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη

Μπορεί ακόμα να σωθεί η Ευρώπη;
Οι επιπτώσεις μιας Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων

Πέμπτη 28 έως Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Γεωγραφίας
Ελευθερίου Βενιζέλου 70, Καλλιθέα


(Γλώσσα εργασιών του Συνεδρίου: η αγγλική)


Το φετινό Συνέδριο των Ευρωπαίων Οικονομολόγων σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και το Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου θα διεξαχθεί στην Αθήνα το διάστημα 28 έως 30 Σεπτεμβρίου 2017. Οι εργασίες του συνεδρίου θα πραγματοποιηθούν στο Τμήμα Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (Ελευθερίου Βενιζέλου 70, Καλλιθέα).


ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

14:30 – 15:00_ Άφιξη και εγγραφή συνέδρων (Αίθουσα Τελετών, Νέο Κτίριο)

15.00 – 19.00_Εναρκτήρια συνεδρία: «Η κατάσταση στην Ένωση» (Αίθουσα Τελετών, Νέο Κτίριο)

Συντονίστρια: Μαρίκα Φραγκάκη

Άνοιγμα εργασιών: Αλεξάνδρα Τραγάκη (Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας, Πρόεδρος του Τμήματος Γεωγραφίας)

Ομιλητής/τριες:

·         Στέφεν Λέντορφ (Πανεπιστήμιο Ντούισμπουργκ – Έσσεν, Ινστιτούτο Εργασίας, Δεξιοτήτων και Κατάρτισης): Η πολιτική κατάστασης της Ένωσης
·         Ανν Πέτιφορ (PRIME: Έρευνα μακροοικονομικής πολιτικής): Η οικονομική κατάσταση της Ένωσης
·         Μαρία Καραμεσίνη (καθηγήτρια Οικονομικών της Κοινωνικής Πολιτικής και της Απασχόλησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διοικήτρια του ΟΑΕΔ): Η κοινωνική κατάσταση της Ένωσης
·         Ανοιχτή συζήτηση

20:00_Δείπνο

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

10:00 – 13:30_Έξι παράλληλα εργαστήρια

Θεματικές ενότητες εργαστηρίων:

Εργαστήριο 1: Μακροοικονομική πολιτική: Υπερχρέωση και βιώσιμη ανάπτυξη (Αίθουσα Τελετών, Νέο Κτίριο)

Συντονιστές: Μαρίκα Φραγκάκη & Άχιμ Τρούγκερ
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε στην αύξηση τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού χρέους στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ. Ωστόσο, η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που ενσωματώνεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης –με περαιτέρω αυστηριοποίηση από την έναρξη της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη–  δίνει μεγάλη έμφαση στη διαδικασία απομόχλευσης από το δημόσιο τομέα. Δεδομένου ότι την ίδια στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία απομόχλευσης στον ιδιωτικό τομέα, η δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα περισσότερα κράτη-μέλη είναι αυτή της παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή της ύφεσης. Ως εκ τούτου, οι επιπτώσεις του ισχύοντος πλαισίου πολιτικής της ΕΕ δεδομένης της οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας πρέπει να επισημανθούν και να συζητηθεί ένα εναλλακτικό θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο.
Εργαστήριο 2: Παραγωγική ανασυγκρότηση της ΕΕ: Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ή βιομηχανική πολιτική;(Αίθουσα 2.1, Νέο Κτίριο)
Συντονιστής: Βέρνερ Ράζα
Εκτός από τη δημοσιονομική λιτότητα, η κεντρική πολιτική απάντηση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ στη βαθιά οικονομική κρίση συνίσταται στην προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών. Κατά κανόνα, αυτό βασίστηκε στην αύξηση της «ευελιξίας» των αγορών εργασίας που ουσιαστικά σήμαινε περικοπές εργασιακών προτύπων και δικαιωμάτων. Δεδομένης της μεγάλης κλίμακας αποβιομηχάνισης, των πολύ υψηλών επιπέδων ανεργίας και της ανάγκης αντιμετώπισης της οικολογικής κρίσης, οι προοδευτικές δυνάμεις έκαναν λόγο πρόσφατα για την απαίτηση ενδυνάμωσης των παραγωγικών ικανοτήτων και δυνατοτήτων των οικονομιών της ΕΕ για την προώθηση μιας κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς, ιδίως στις περιφέρειες της ΕΕ που μαστίζονται από την κρίση. Σε αυτό το πλαίσιο, ενθαρρύνονται οι μη συμβατικές αναλύσεις που παρέχουν προτάσεις πολιτικής σχετικά με συγκεκριμένους στόχους, σαφή περιεχόμενα, και οικονομικές και θεσμικές προϋποθέσεις για μια νέα πανευρωπαϊκή προσέγγιση της παραγωγικής ανάπτυξης.
Εργαστήριο 3: Χρηματοοικονομική πολιτική: Η ηγεμονία του δολαρίου και η υποταγή του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος (Αίθουσα Α3, Παλιό Κτίριο)

Συντονιστής: Τζον Γκραλ

Το Brexit έχει εντείνει τα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα στην ΕΕ. Εξακολουθεί να έχει νόημα το σχέδιο για την Ένωση Κεφαλαιαγορών εάν το Σίτι του Λονδίνου βρίσκεται εκτός της ΕΕ; Πως εξηγείται η τεράστια διαταραχή που σημειώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στις ευρωπαϊκές πιστωτικές αγορές; Τι θα σημαίνει η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ από τον Τραμπ για τη ρυθμιστική δομή της ΕΕ; Πως μπορεί η αναγκαία μεγάλη αύξηση της δραστηριότητας στην ευρωζώνη να χρηματοδοτηθεί; Με ποιον τρόπο μπορεί να ξεπεραστεί το πολιτικό εμπόδιο χρηματοδότησης από το δημόσιο τομέα; Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους παρεμβάσεις ή άλλες προσεγγίσεις αναφορικά με χρηματοοικονομικά ζητήματα είναι ευπρόσδεκτες.

Εργαστήριο 4: Ανισότητες και κοινωνική κρίση (Αίθουσα 1.2, Νέο Κτίριο)

Συντονιστές: Μαχμούντ Μεσκούμπ & Τζέρεμυ Λίμαν
Η ενότητα της ΕΕ έχει αποδυναμωθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ταυτόχρονα, αυτή η ενότητα έχει τεθεί περαιτέρω σε αμφισβήτηση από το Brexit, τις εθνικιστικές και τις αντι-μεταναστευτικές πολιτικές που παρατηρούνται σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτές οι προκλήσεις, όμως, έχουν εδώ και καιρό δρομολογηθεί. Τα ορθόδοξα οικονομικά θεμέλια της ενιαίας αγοράς, το δημοκρατικό έλλειμμα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και η έλλειψη κατάλληλων ρυθμιστικών πλαισίων για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης χρηματιστικοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας έχουν συμβάλει στην κρίση που μετά από δέκα χρόνια συνεχίζει να επηρεάζει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων σε ολόκληρη την ΕΕ και κυρίως στις νότιες και ανατολικές χώρες της ΕΕ. Η υψηλή ανεργία και ιδίως η υψηλή ανεργία των νέων, η στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου συγκρινόμενη με τα αντίστοιχα επίπεδα πριν από την χρηματοπιστωτική κρίση έχουν συμβάλει στην ευρεία απογοήτευση από την ΕΕ, οδηγώντας στην άνοδο του δεξιού λαϊκισμού που προσφέρει φαινομενικά εύκολες, εθνικιστικές λύσεις. Την ίδια στιγμή, όλα αυτά συμβαίνουν εν μέσω μιας αυξανόμενης ανισότητας εντός και μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι ευπρόσδεκτες παρεμβάσεις σε σχέση με εναλλακτικές και ριζοσπαστικές αναλύσεις της αυξανόμενης ανισότητας και της κοινωνικής κρίσης που πλήττει την ΕΕ με σκοπό την ανάπτυξη εναλλακτικών πολιτικών στη βάση των αρχών της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.
Εργαστήριο 5: Η θέση της ΕΕ σε μια κατακερματισμένη διεθνή τάξη (Αίθουσα Α4, Παλιό Κτίριο)

Συντονίστρια: Κατερίνα Σηφάκη
Μας χωρίζουν 25 χρόνια από τη διάλυση της ΕΣΣΔ και από την έναρξη της διαδικασίας της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η παγκόσμια ισορροπία ισχύος και  η διεθνής τάξη έχουν υποστεί ριζικές μεταβολές. Η αποκλειστική παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ υπονομεύεται από την ανάδυση νέων δυνάμεων, κυρίως στην Ασία. Υπάρχουν στρατηγικές συμμαχίες μεταξύ αυτών των δυνάμεων και απέναντι σε αυτές τις συμμαχίες η στάση των δυτικών χωρών φαίνεται ότι αποκλίνει. Επίσης, η ισορροπία ισχύος έχει αλλάξει σημαντικά εντός του δυτικού κόσμου και εντός της ΕΕ, προς όφελος της Γερμανίας. Η διάλυση της ΕΣΣΔ θέτει υπό αμφισβήτηση το λόγο ύπαρξη της ατλαντικής συμμαχίας και αποδυναμώνει την ενότητα του δυτικού κόσμου. Τέλος, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση και γενναιόδωρα διευρυμένη, φαίνεται ότι έχει φτάσει στα όρια των αντιφάσεών της. Η μείωση της αδιαμφισβήτητης κυριαρχίας των ΗΠΑ δημιουργεί εντάσεις εντός της αμερικανικής άρχουσας τάξης και ευνοεί τις στρατηγικές αναθεωρήσεις, των οποίων η συνοχή και οι εφαρμογές, ιδίως για την ΕΕ, αυξάνουν τα ερωτήματα και τις δημόσιες συζητήσεις. Συνεπώς, οι αναλύσεις για τις προοπτικές της Ευρώπης σε μια νέα αναδυόμενη διεθνή τάξη είναι ευπρόσδεκτες και πρέπει να δοθεί έμφαση στις προτάσεις μεταρρύθμισης στο πλαίσιο της τρέχουσας συζήτησης αναφορικά με τη λειτουργία της ΕΕ και το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων (TTIPCETA, κ.ά.).
Εργαστήριο 6: Εναλλακτικά οράματα για έναν κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό και την ευημερία για όλους(Αίθουσα Α1, Παλιό Κτίριο)

Συντονιστές: Μαρία Μπαρτλ & Ρόναν Ο'Μπράιεν

Οι τρέχουσες προσπάθειες στην Ευρώπη  ̶ τόσο σε εγχώριο επίπεδο, όσο και με μια ευρύτερη διεθνή διάσταση ̶  απέχουν πολύ από αυτό που απαιτείται για μη υπέρβαση των ορίων του πλανήτη ή για την αποτροπή της άμεσης απειλής του από την υπερθέρμανση. Μαζί με τις σύγχρονες μορφές κοινωνικοοικονομικής εκμετάλλευσης που οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική η ανάγκη να φανταστούμε εκ νέου το σημερινό οικονομικό μοντέλο. Συνεπώς, είναι ευπρόσδεκτες οι παρεμβάσεις που προσφέρουν διαφορετικά οράματα για την οικονομία τα οποία στοχεύουν στον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό, όπως είναι –δίχως να περιορίζονται μόνο στα αναφερόμενα ̶  τα κοινά, η οικονομία της φροντίδας, η οικονομία της καλής ζωής, οι τοπικές οικονομίες, το βασικό εισόδημα, η εγγύηση για την εργασία, κ.λπ. Ερωτήματα για τις σχέσεις εξουσίας και τις διαφορετικές γεωγραφικές κλίμακες βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του συγκεκριμένου εργαστηρίου, καθώς και το ζήτημα της ίδιας της ανάπτυξης. Επιπλέον, ενθαρρύνουμε τους συγγραφείς να εξετάσουν με ποιον τρόπο ο μετασχηματισμός θα μπορούσε να επιτευχθεί εντός της τρέχουσας κατάστασης.

13:30 – 14:30_Διάλειμμα

14:30 – 16:00_Ολομέλεια σχετικά με τις προτάσεις πολιτικής των εργαστηρίων (Αίθουσα Τελετών, Νέο Κτίριο)

Συντονιστής:  Άχιμ Τρούγκερ

16:15 – 18:00_Ειδική συνεδρία: «Μπορεί ακόμα να σωθεί η Ευρώπη; Οι επιπτώσεις μιας Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων»  (Αίθουσα Τελετών, Νέο Κτίριο)

Συντονίστρια: Λάουρα Χορν

Ομιλητές/τρια:

·         Μαρίκα Φραγκάκη (Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς και Ομάδα Ευρωπαίων Οικονομολόγων)
·         Τζον Γουίκς (Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου)
·         Βάλτερ Μπάγιερ (transform! europe)

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

9:00-12:00_Συνάντηση προγραμματισμού δραστηριοτήτων της Ομάδας των Ευρωπαίων Οικονομολόγων: Υπόμνημα Ευρωπαίων Οικονομολόγων 2018 και άλλες δραστηριότητες (Αίθουσα Τελετών, Νέο Κτίριο)




Προς ενημέρωσή σας, σε περίπτωση που επιθυμείτε μόνο να παρακολουθήσετε το συνέδριο δεν υπάρχει καταληκτική ημερομηνία εγγραφής.

Κόστος συμμετοχής: 30 ευρώ / 10 ευρώ για φοιτητές/τριες / 80 ευρώ για συμμετέχοντες με στήριξη από θεσμικούς φορείς (πανεπιστήμια, ινστιτούτα, κ.λπ.).


Στοιχεία Επικοινωνίας:

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το συνέδριο δείτε εδώ: http://www.euromemo.eu/annual_workshops/2017_athens/index.html

Wednesday, December 09, 2015

Ακαδημία Πλάτωνος - Η Πολιτεία και ο Πολίτης Plato Academy

Είμαι περήφανος που συνέβαλα ως διδάσκων στο πρόγραμμα με τα μαθήματα "Η τέχνη (;) του κυβερνάν", "Φιλοσοφία-Οικονομία-Πολιτική" και "Ιδανική πολιτεία. Ουτοπία ;". Οι εκπομπές μας "Αχ Εξουσία" και "Κινηματογράφος για Πάντα" στο http://www.ilioupolisonline.gr/radio/index.html  χρησίμευσαν ως διδακτικό υλικό και ως  βήμα συζήτησης με συναδέλφους/σες διδάσκοντες/ουσες.

Δείτε το βίντεο του Προγράμματος
https://www.youtube.com/watch?v=9YFN68_QFu0

Ακαδημία Πλάτωνος - Η Πολιτεία και ο Πολίτης

Plato Academy
Η Πράξη: Η Πολιτεία και Ο Πολίτης καλύπτει εκπαιδευτικά προγράμματα και εφαρμογές βιωματικής μάθησης για ενήλικες ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου με στόχο την ανάδειξη της σχέσης Πολίτη και Πολιτείας, την ανάπτυξη διαλόγου με τα προβλήματα της εποχής, τα ζητήματα της πόλης και του δημόσιου χώρου και περιλαμβάνει τις παρακάτω ενότητες.

1η Ενότητα: Εκπαιδευτικά προγράμματα βραχείας διάρκειας για ενήλικες πολίτες με αντικείμενο τη φιλοσοφία, το ρόλο της στην καθημερινή ζωή και το αξιακό σύστημα της κοινωνίας

2η Ενότητα: Εξειδικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα για αποφοίτους ανώτατης εκπαίδευσης στους τομείς της φιλοσοφίας, της γλώσσας, της ιστορίας, της αρχιτεκτονικής, της τέχνης κ.λπ

3η Ενότητα: Η ελληνική σκέψη σε διάλογο. Προγράμματα βιωματικής μάθησης

4η Ενότητα: Πλοηγός της Φιλοσοφίας

5η Ενότητα: Εκπαιδευτικό Μουσείο

6η Ενότητα: Εκπαιδευτικά προγράμματα βραχείας διάρκειας σε ζητήματα κοινωνικής οικονομίας αναπτυξιακής αξιοποίησης του πολιτισμού και του αστικού περιβάλλοντος

7η Ενότητα: Δράσεις για την ανάδειξη της «μνήμης» της πόλης

Sunday, September 27, 2015

1000 βιβλία που πρέπει να διαβάσετε πριν πεθάνετε. Νο 10. Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας Stuart Hall, Bram Gieben (Επιμ.)


Stuart Hall, Bram Gieben (επιμ.)  (2003) Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας
Μετάφραση: Θανάσης Τσακίρης, Βίκτωρ Τσακίρης
Επιμέλεια σειράς: Μιχάλης Σπουρδαλάκης
Αθήνα:Εκδ. Σαββάλας
Το 1ο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Ο Διαφωτισμός και η γέννηση της κοινωνικής επιστήμης» και τίθεται το ερώτημα «τι ήταν ο Διαφωτισμός» και αμέσως μετά ποια ήταν η κοινωνική, ιστορική και γεωγραφική θέση του Διαφωτισμού» μέσα από την οποία προέκυψε η «Εγκυκλοπαίδεια», η σύγκρουση της παράδοσης με τη νεωτερικότητα, μεταβλήθηκαν οι κοινωνικές τάξεις και άλλαξαν οι κοινωνικές δομές και εμφανίστηκε ένα νέο κοινωνικό υποκείμενο δηλ. οι «Γυναίκες» που συνδέθηκαν με το Διαφωτισμό μέσω του «σαλονιού». Ο Διαφωτισμός είχε συγκροτηθεί ως ο βασικός σκοπός και η θεμελιώδης επιδίωξη της νεωτερικότητας˙ συνδέθηκε η ανάπτυξη της επιστήμης με την έννοια της προόδου. Για τη διάδοση, όμως, του Διαφωτισμού σε όλα τα μήκη και πλάτη του τότε γνωστού κόσμου σημαντικό ρόλο έπαιξε η κοινωνική επιστήμη που μελέτησε την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία, την επανάσταση και τη μεταρρύθμιση. Έτσι, μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, γεννιέται η κοινωνιολογία με τους Ανρί ντε Σεν-Σιμόν και τον Ογκίστ Κοντ.
Το 2ο κεφάλαιο ασχολείται με την «Εξέλιξη του σύγχρονου κράτους», θέμα που ακόμη και σήμερα αποτελεί το υπό εξερεύνηση «μαύρο κουτί» της διακυβέρνησης των κοινωνιών μας. Γίνεται μια σύντομη ιστορική και γεωγραφική αναδρομή στην εξέλιξη των ευρωπαϊκών κρατών, δηλαδή γίνεται λόγος για τις μεγάλες αυτοκρατορίες, τα συστήματα διαιρεμένης εξουσίας στη μεσαιωνική Ευρώπη, το καθεστώς των νομοκατεστημένων τάξεων, τα απολυταρχικά κράτη που αποτέλεσαν τη μεταβατική μορφή προς την ανάδυση των σύγχρονων κρατών. Τα τελευταία ήταν τα «εθνικά κράτη», που η εμφάνιση και ανάπτυξή τους συνδέθηκε στενά με την επικράτηση του πολέμου και του μιλιταρισμού και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από την άλλη. Η ανάπτυξη αυτή δεν ήταν μια γραμμικού τύπου εξέλιξη. Επί της πολιτικής φιλοσοφίας για την εγκαθίδρυση, τη σταθεροποίηση, επέκταση και ολοκλήρωσή του εθνικού κράτους, καθώς και για την κατάλληλη μορφή της πολιτικής εξουσίας συγκρούστηκαν τα «ιερά τέρατα» της θεωρίας: Τόμας Χομπς, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Τζον Λοκ, Τζον Στιούαρτ Μιλ, Κάρολος Μαρξ και Φρειδερίκος Ένγκελς και Μαξ Βέμπερ.
Το 3ο κεφάλαιο ασχολείται με την ανάπτυξη του τομέα της κοινωνίας με τον οποίο είναι δεμένη η ύπαρξη του ανθρώπου, δηλαδή την οικονομία. Πώς διαμορφώθηκε η «οικονομία της νεωτερικότητας»; Ήταν μια νέα εμπορική κοινωνία αυτή που αναδύθηκε κατά τον 18ο αιώνα; Πώς λειτουργούσε, ποιες ήταν οι κινητήριες δυνάμεις της; Με ποιους τρόπους μεταβλήθηκε στη διάρκεια αυτού του αιώνα η οικονομική δομή; Αυτές οι συζητήσεις ξεκίνησαν με αφετηρία το έργο ενός οικονομολόγου του διαμετρήματος ενός Άνταμ Σμιθ που υποστήριζε την οικονομική ανάπτυξη μέσω της λειτουργίας της αγοράς και του καπιταλιστικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, την επικράτηση της έννοιας του ατομικού συμφέροντος και της εγωιστικής φιλοδοξίας ως κινητήριων ιδεών που συντελούν στην ομαλή λειτουργία και ανάπτυξη της οικονομίας για την ευημερία της κοινωνίας. Γεννήθηκε έτσι η σύγχρονη οικονομική επιστήμη στις γραμμές της οποίας θα άνθιζαν αργότερα μεγάλες θεωρίες όπως αυτές του Κάρολου Μαρξ, του Κέυνς και άλλων στοχαστών.

Το 4ο κεφάλαιο με τίτλο «Μεταβαλλόμενες κοινωνικές δομές: τάξη και φύλο» αναφέρεται στις δομικές αναδιαρθρώσεις που βίωσαν οι κοινωνίες περνώντας από την προβιομηχανική στη βιομηχανική εποχή. Οι προβιομηχανικές κοινωνίες, στηριζόμενες στην πατριαρχία και την ανδρική κυριαρχία και στις νομοκατεστημένες τάξεις δίνουν τη θέση τους σε νέες που στηρίζονται σε τάξεις με βάσεις στην κατοχή των μέσων παραγωγής και του κεφαλαίου. Οι νέες τάξεις είναι η αστική και η αντίπαλή της, δηλαδή η εργατική. Οι ανάγκες της νέας οικονομίας οδηγούν παράλληλα στην αλλαγή της κατανομής εργασίας και μεταξύ των φύλων, μια αλλαγή που δεν είναι καθόλου σίγουρη ως προς την ολοκλήρωσή της και γι’ αυτό το λόγο παρεμβάλλεται το κίνημα του φεμινισμού στη διαδικασία της ωρίμανσης της βιομηχανικής κοινωνίας διεκδικώντας την κατάργηση του κατά φύλα διαχωρισμού στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα.Το 5ο κεφάλαιο αναφέρεται στην «πολιτιστική διαμόρφωση της νεωτερικής κοινωνίας». Προσδιορίζεται και αναλύεται η κουλτούρα και η σχέση της με την κοινωνική αλλαγή. Ερωτήματα του τύπου «πώς διαμορφώνονται οι συλλογικές παραστάσεις», «πώς συνδέεται η θρησκεία με την άνοδο του καπιταλισμού», «ποιος είναι ο διαμορφωτικός συσχετισμός μεταξύ του δυτικού πολιτισμού, της επιστήμης και των αξιών», «ποιο είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την ανάπτυξη του πολιτισμού», «γιατί η απομάγευση των κοινωνιών και η σύνδεσή της με την ολοένα και αυξανόμενη ορθολογικότητα» οδηγούν στην απογοήτευση και τη θεώρηση του πολιτισμού ως πηγή δυστυχίας;»
Το 6ο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η Δύση και οι λοιποί: Λόγος και εξουσία». Ποια είναι η Δύση και ποιοι είναι οι «λοιποί» και πώς διαρθρώνονται οι μεταξύ τους σχέσεις; «Πότε η Δύση και γιατί ανακάλυψε τους λοιπούς; Πώς έγιναν οι εξερευνήσεις και ποιες ήταν οι συνέπειες της επέκτασης της Ευρώπης στις νέες χώρες; Τι είναι λόγος και ιδεολογία πιοια και η σχέση τους; Υπάρχει λόγος «αθώος» ή πάντα κάτι άλλο υποκρύπτεται στην «αθωότητα», δηλαδή η εξουσία; Τι είναι ο «άλλος» και ποιοι είμαστε «εμείς»; Τι σημαίνει «οριενταλισμός» και τι «καθεστώς αλήθειας» Ποιοι είναι αυτοί που διαφέρουν και γιατί διαφέρουν; Ποιοι είναι οι «ευγενείς άγριοι» και ποιοι οι «ποταποί»; Υπάρχουν «πρωτόγονα» και «εξευγενισμένα έθνη»; Πώς ενσωματώθηκε ο λόγος περί της Δύσης και των λοιπών άλλων στην κοινωνιολογία της εποχής μας; Αρκεί να καταλάβουμε τη νόημα της τελευταίας πρότασης του Α΄ τόμου που βρίσκεται σε ένα από τα παρατιθέμενα αποσπάσματα του έργου του Πήτερ Χιουλμ: «Η παρεξήγηση ενδημούσε: οι Άγγλοι είχαν σαφώς ελάχιστη αντίληψη για τις ιδέες των Ινδιάνων της Αμερικής για τα κοινοτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, όπως και οι Αλγκόνκουιαν είχαν ελάχιστη γνώση για τις αγγλικές ιδέες περί ατομικής ιδιοκτησίας.» Καταλαβαίνουμε, έτσι, ποιο ήταν, και παραμένει, ένα από τα κυριότερα –ίσως το κυριότερο διακύβευμα στην εποχή της μετάβασης στη νεώτερη κοινωνία.

Kαλή ανάγνωση

Θανάσης Τσακίρης

Friday, May 16, 2014

31η εκπομπή Στο Κόκκινο, Θεωρία στον Αέρα: Έννοιες - Ιδέες - Κριτική: Η Ευρώπη και πέραν της οικονομίας -Σάββατο 17 Μαΐου 2014, 11-12 το πρωί

31η εκπομπή Στο Κόκκινο   
Αθήνα 105,5 
Θεσσαλονίκη 93,4

Θεωρία στον Αέρα:  Έννοιες - Ιδέες - Κριτική
με τη στήριξη του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς
  
Σάββατο 17 Μαΐου 2014, 11-12 το πρωί


Η Ευρώπη και πέραν της οικονομίας


Θα μιλήσουν

Νίκος Θεοχαράκης, αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής
Οικονομίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Θόδωρος Παρασκευόπουλος,  οικονομολόγος

Τη συζήτηση θα συντονίσει

ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης, καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας,
Πανεπιστήμιο Αθηνών


Αρχείο προηγούμενων εκπομπών:


Tuesday, July 23, 2013

Η μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου. Μέρος 2ο: "Οικονομία και δημοκρατία" (από τη διδακτορική μου διατριβή)

Η μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου 1974 βρήκε το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα με ηγεσία διορισμένη από τις «κυβερνήσεις» της επταετούς στρατιωτικής δικτατορίας, διασπασμένο πολιτικά, διεσπαρμένο οργανωτικά και με πολλά συνδικαλιστικά στελέχη σε εξορίες και φυλακές. Η «σύντομη δεκαετία του ’60», κατά την οποία το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ανθούσε, παρά τις κρατικές και κομματικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων της ΕΡΕ και των «αποστατών», δεν στάθηκε δυνατό να βάλει τη σφραγίδα της στην περίοδο της πρώτης φάσης της μεταπολίτευσης, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω.

 Παρ’ όλα αυτά, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 αναδείχθηκαν καινούργια τμήματα της εργατικής τάξης και των νέων μικροαστικών στρωμάτων που διεκδίκησαν δυναμικά την συμμετοχή τους στο πολιτικό και συνδικαλιστικό γίγνεσθαι. Από τη μια ήταν οι εργάτες της οικοδομής των οποίων μεγεθύνθηκαν οι τάξεις με την ανασυγκρότηση της χώρας και την αθρόα εισροή εργατικών χεριών από την ερημούμενη λόγω εμφυλίου και μετανάστευσης[1] αγροτική ενδοχώρα.[2] Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι μισοειδικευμένοι και ανειδίκευτοι εργάτες που επανδρώνουν τις ολοένα και πιο γοργά αναπτυσσόμενες βιομηχανικές μονάδες των δύο μεγάλων πόλεων -Αθήνα και Θεσσαλονίκη- δημιουργώντας ένα σχετικά ευμέγεθες βιομηχανικό προλεταριάτο. Από την άλλη διογκώνονται οι γραμμές των υπαλλήλων των τραπεζών και οργανισμών κοινής ωφελείας που είναι απαραίτητοι για την στοιχειωδώς ομαλή ανάπτυξη της κοινωνικής υποδομής των μεγάλων πόλεων αλλά και της βιομηχανικής ανασυγκρότησης. Διευρύνεται επίσης το μέγεθος των ειδικευμένων στρωμάτων της εργατικής τάξης και των τεχνικών-μηχανικών στις νέες βιομηχανίες (χημικές βιομηχανίες, μεταλλουργίες, κατασκευή μεταφορικών μέσων κ.α.) που κερδίζουν έδαφος σε σχέση με τις παραδοσιακές βιομηχανικές μονάδες (διατροφής, ποτών και καπνού, υφαντουργίας, ένδυσης και υπόδησης κ.α.).[3]  Πρόκειται για σημαντική δομική μεταβολή της νεοελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας που δείχνει ότι όχι μόνο ο πρωτογενής τομέας υποσκελίζεται από το δευτερογενή μεταποιητικό τομέα[4] αλλά και ότι υπάρχει μετατόπιση από την ελαφρά βιομηχανία παραγωγής καταναλωτικών αγαθών στη βαριά βιομηχανία, στην κατασκευή «ενδιάμεσων αγαθών» και στην παραγωγή μέσων παραγωγής.[5] 

Όμως, παρά την ανάπτυξη των δυνάμεων του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας και την ανάπτυξη του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος και παρά το γεγονός ότι από οικονομικής πλευράς η Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 δεν θυμίζει παρά αμυδρά την προπολεμική και καθόλου την Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα, δεν μπορεί η χώρα να συγκριθεί με αυτές της Δυτικής Ευρώπης που αποτελούν πλέον τα πρότυπα των αρχουσών καπιταλιστικών τάξεων και μερίδων. Η κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδυλλιακή, καθώς η γεωργία και οι συναφείς κλάδοι της πρωτογενούς παραγωγής εξακολουθούν να απασχολούν περισσότερο από το 50% του ενεργού πληθυσμού.[6] Από πλευράς δεικτών βασικών καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών (π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα, πυκνότητα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων κ.ά.), η Ελλάδα βρισκόταν πίσω από την Πορτογαλία και μπροστά από την Τουρκία στη σχετική κατάταξη του ΟΟΣΑ.[7] Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση όσον αφορά το ακαθάριστο κατά κεφαλήν ΑΕΠ που, αν και είχε αυξηθεί μεταξύ 1953 και 1963 με ρυθμό ετήσιας αύξησης 6,3% φτάνοντας τα 590 δολάρια ΗΠΑ και ισοδυναμώντας με το 1/3 του αντίστοιχου ΑΕΠ της Ο.Δ.Γερμανίας και της Γαλλίας (ή 1/6 των ΗΠΑ), παρέμενε σε χαμηλά επίπεδα. Η στήριξη, βεβαίως, σε τέτοιους ουδέτερους στατιστικούς δείκτες και μεγέθη είναι δυνατό να παραπλανήσει τον ερευνητή αν δεν είναι υποψιασμένος ότι μπορεί να υποκρύπτεται ιδεολογική προκατάληψη. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι ποιοτικοί κοινωνικο-οικονομικοί δείκτες και μεγέθη που να δείχνουν, π.χ., την κατεύθυνση της αναδιανομής του εισοδήματος, της κατανομής των κονδυλίων του δημοσίου προϋπολογισμού σε παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, έρευνα και άλλες κοινωνικές υποδομές.[8]

Οι δομές της ελληνικής βιομηχανίας εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν «ευδιάκριτες χρόνιες αδυναμίες». Από τη μια αφθονούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στηρίζονται στα άφθονα φτηνά χέρια της εσωτερικής μετανάστευσης. Από την άλλη ο κύριος όγκος των βιομηχανικών χρηματικών πόρων κατευθυνόταν στην παραγωγή ειδών εγχώριας κατανάλωσης λόγω της κρατικής προστατευτικής πολιτικής με αποτέλεσμα οι βιομηχανικές εξαγωγές να αποτελούν λιγότερο από το 10% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών.

Εκτός από αυτά, είναι σημαντικό να τονιστεί πως το ξένο κεφάλαιο, και ειδικά το επιχειρηματικό κεφάλαιο των ΗΠΑ που κυριάρχησε στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας στην Ελλάδα, δεν περιορίστηκε μόνο στη διείσδυσή του στη βιομηχανία αλλά επεκτάθηκε στον τριτογενή τομέα και ειδικότερα στον τραπεζικό τομέα.

Έτσι, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και απέκτησαν σοβαρότατες προσβάσεις στην οικονομική δραστηριότητα τράπεζες όπως η First National City Bank με καταστήματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ή απέκτησαν σοβαρά ερείσματα και κεφαλαιακές θέσεις σε ελληνικές τράπεζες όπως η χρηματοδότηση της Τράπεζας Εμπορικής Πίστεως από τον όμιλο Hanover Trust.[9]

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 η σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) είχε ως συνέπεια την ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών κεφαλαίων για την κατάκτηση της ελληνικής αγοράς αλλά και τη συνεργασία ευρωπαϊκών και ελληνικών επιχειρήσεων. Οι τελευταίες αφορούσαν κυρίως δραστηριότητες του βιομηχανικού τομέα και του τραπεζικού.

Η συνεργασία αυτή είχε θετικά αποτελέσματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις που μπόρεσαν με μεσομακροπρόθεσμα δανειακά κεφάλαια να εκσυγχρονίσουν, ως ένα βαθμό, τις τεχνολογικές εγκαταστάσεις τους μέσω ευρωπαϊκών παραγγελιών, Όμως, επρόκειτο για μεμονωμένες νησίδες βιομηχανικής ανάπτυξης μέσα σε ένα γενικότερο οικονομικό περιβάλλον που συνέχιζε να στηρίζει την όποια ανάπτυξή του στην φθηνή ανθρώπινη εργασία.

Στην διάρκεια της εφτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας, η οικονομική πολιτική των «κυβερνήσεων» ήταν επεκτατική ως το 1972 οπότε εκδηλώθηκε ανοιχτά η πληθωριστική κρίση βοηθούσης και της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε με σκοπό την επίτευξη άμεσων οικονομικών αποτελεσμάτων για την απόκτηση λαϊκής συναίνεσης ως αντίβαρο στην οξύτατη εσωτερική και εξωτερική κριτική για τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Στα πλαίσια αυτά, τέτοιο μέτρο ήταν η διαγραφή μεγάλου μέρους των αγροτικών χρεών. Οι πληθωριστικές πιέσεις ήταν αποτέλεσμα εκτός των άλλων της επέκτασης του τουριστικού τομέα και της οικοδομής σε βάρος των επενδύσεων στη μεταποίηση και τις υποδομές που θα αποτελούσαν την ατμομηχανή μιας διαφορετικής αναπτυξιακής πορείας. Οι επενδύσεις που περίμεναν οι κυβερνήσεις της δικτατορίας δεν ήρθαν ποτέ παρά μόνο ορισμένες που αφορούσαν κεφάλαια ομογενών τα οποία επενδύθηκαν (όπως και πολλών Ελλήνων «μικρομεσαίων») στον τουρισμό και την οικοδομή και όσες βιομηχανίες συνδέονταν με αυτούς τους τομείς (τσιμέντο, υλικά οικοδομών, ξυλεία, σίδηρος και συναφείς κλάδοι).[10] Η όποια ανάπτυξη επιτεύχθηκε στηρίχθηκε, εκτός των άλλων, σε δάνεια από το κράτος και το τραπεζικό σύστημα, πολλά από τα οποία ουδέποτε αποπληρώθηκαν («δανεικά και αγύριστα»). Συνέπεια αυτών ήταν η απότομη στροφή σε πολύ σφικτές οικονομικές πολιτικές που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Υποστηρίχθηκε ότι ενώ η οικονομία μεγεθυνόταν με ικανοποιητικούς ρυθμούς η ίδια η οικονομική πολιτική της δικτατορίας οδηγούσε στη ραγδαία επιδείνωση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων, στην επιβράδυνση της αύξησης της μεταποίησης και των ιδιωτικών επενδύσεων και, τέλος, στην παρεμπόδιση της οικονομικής ανάπτυξης με το συνδυασμό πληθωριστικής πολιτικής και αντιδημοκρατικού πολιτικού κλίματος.[11] Ενδεικτικά στοιχεία του οικονομικού κλίματος ήταν από τη μια η αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης[12] και από την  άλλη, ως συνέπεια, η αύξηση της ανεργίας για πρώτη φορά μετά από 13 χρόνια.[13]

Η μεταπολίτευση βρήκε την Ελληνική οικονομία σε κατάσταση στασιμοπληθωρισμού (συνδυασμός στασιμότητας και πληθωρισμού που επιδεινωνόταν και λόγω της συνέχισης της κρίσης του πετρελαίου) και την κοινωνία ανάστατη και αγανακτισμένη λόγω της εντονότατης πολιτικής καταπίεσης και της παραπέρα όξυνσης των υφιστάμενων κοινωνικο-οικονομικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Οι τελευταίες επιδεινώθηκαν στα τέλη της δικτατορίας. Οι μέσοι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν ολοένα και λιγότερο ώσπου το 1974 άρχισε η μείωσή τους.[14]

Το φαινόμενο της μεταπολίτευσης και οι οικονομικο-κοινωνικές προϋποθέσεις για την εκδήλωσή του υπήρξε αντικείμενο μιας σειράς συγκριτικών μελετών και ερευνών. Τα ερωτήματα που τέθηκαν ήταν τα εξής: Προηγήθηκαν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης που έφτασαν σε ένα «κατώφλι» αναγκαίο για την εκδίπλωση του εκδημοκρατισμού; Οι πολιτικοί θεσμοί των δικτατορικών καθεστώτων δεν μπορούσαν πλέον να διαχειρισθούν τις οικονομίες με αυταρχικό τρόπο; Δημιούργησε η οικονομική μεταβολή πιο πλουραλιστικές –πληθυντικές κοινωνικές δομές συνοδευόμενες από ισχυρότερες και πιο αυτόνομες «κοινωνίες πολιτών»; Η υλική και πολιτιστική εξέλιξη των κοινωνιών αυτών οδήγησε στη ελάττωση της πόλωσης και στην επέκταση των δημοκρατικών αξιών; Οι προβληματικές οικονομικές επιδόσεις προκάλεσαν κρίση νομιμοποίησης των δικτατοριών;[15] Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια αυτής της διατριβής, είναι όμως άκρως ενδιαφέρουσα πρόκληση για την έρευνα. Έτσι θα περιοριστούμε σε περιληπτικές αναφορές στις βασικότερες απόψεις για το θέμα.

Η οικονομική ανάπτυξη θεωρείται σημαντική προϋπόθεση της ύπαρξης και λειτουργίας ενός δημοκρατικού καθεστώτος. Καθώς οι βασικοί οικονομικοί δείκτες ανέβαιναν κατά τη δεκαετία του ’60 και η σχετική ευημερία της πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας, παρά την έλλειψη οργανωμένου κράτους πρόνοιας, ήταν «εγγυημένη», τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα δεν έδειχναν να ανησυχούν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η πετρελαϊκή κρίση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας και του πληθωρισμού αποτέλεσα το υπόστρωμα για την υπόκωφη και αργότερα φανερή διαμαρτυρία. Σχετικές έρευνες έδειξαν ότι στην κρίση νομιμοποίησης των αυταρχικών καθεστώτων συμβάλλει με σημαντικό τρόπο η αίσθηση των λαϊκών στρωμάτων ότι διακυβεύεται η σχετική και σταθερή οικονομική ευημερία τους. Παράλληλα όμως σημαντική είναι η επίδραση διεθνών παραγόντων και η δημοκρατική διάχυση (diffusion). Με λίγα λόγια, δημιουργείται ένα περιρρέον κλίμα δημοκρατίας.[16] Αυτή η διαδικασία δεν είναι ευθύγραμμη ούτε μονόδρομη και, εκτός των άλλων, δύσκολα επαναλαμβάνεται.[17] Ενδεχομένως η διαδικασία να είναι καμπυλόγραμμη, δηλαδή ενώ η σχέση οικονομικής ανάπτυξης και δημοκρατίας είναι θετική, ο βαθμός στον οποίο η τάση για εκδημοκρατισμό είναι αυξητική μειώνεται όσο επιτυγχάνονται υψηλότερα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης («κατώφλι της δημοκρατίας»). [18] Τέλος, υπάρχει και η περίπτωση της «σταδιακής» (“step relationship”)σχέσης, όπου από το δημοκρατικό «κατώφλι» και πέρα αρχίζει το στάδιο της «απογείωσης» (take-off) της δημοκρατίας.[19]

Όμως, πέρα από τις οικονομικές μεταβλητές άλλοι παράγοντες μεσολαβούν στη διαδικασία της δημοκρατικής μετάβασης. Η οικονομική ανάπτυξη προωθεί τον εκδημοκρατισμό μόνο με την έννοια ότι «επιφέρει αλλαγές στην πολιτική κουλτούρα και στην κοινωνική δομή».[20] Έτσι, μπορούμε να συνοψίσουμε τους παράγοντες που μαζί με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης συντελούν στον εκδημοκρατισμό: «…σχετικά υψηλό επίπεδο κατά κεφαλή εισοδήματος και πλούτου, μακροπρόθεσμη αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος, υψηλός βαθμός αστικοποίησης, ραγδαία μειούμενος ή σχετικά μικρός αγροτικός πληθυσμός, μεγάλη επαγγελματική ποικιλομορφία, εκτεταμένη εγγραμματοσύνη, σχετικά μεγάλος αριθμός προσώπων που έχουν φοιτήσει σε ΑΕΙ…».[21] Όπως ήδη είδαμε ορισμένες από αυτές τις συνθήκες που περιγράφονται στην παραπάνω θέση είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται στην ελληνική περίπτωση: μακροπρόθεσμη αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος (παρότι χαμηλό σε σχέση με τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες), υψηλός βαθμός αστικοποίησης (λόγω εσωτερικής μετανάστευσης μετά τον εμφύλιο και τη σχετική εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη υπηρεσιών), ραγδαία μειούμενος ή σχετικά μικρός αγροτικός πληθυσμός (αποτέλεσμα της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης), μεγάλη επαγγελματική ποικιλομορφία (λόγω της μικρής ανάπτυξης βιομηχανικού προλεταριάτου και μεγάλης έκτασης των ελευθέρων επαγγελμάτων και των υπηρεσιών), εκτεταμένη εγγραμματοσύνη (ήδη από το 19ο αιώνα η Ελλάδα ήταν σε πολύ καλή θέση όσον αφορά τη μέση και ανώτατη εκπαίδευση λόγω των ιδιόμορφων τρόπων κοινωνικής ανάπτυξης)[22], σχετικά μεγάλος αριθμός προσώπων που έχουν φοιτήσει σε ΑΕΙ.[23]




[1]          
Έτος
Αριθμός
ανέργων
Ποσοστό
Ανεργίας
Αριθμός
Μεταναστών
προς εξωτερικό
Εργατικό δυναμικό
Απασχόληση
60
0,217
6,02
-0,026
3,629
3,412
1
0,215
5,90
-0,025
3,664
3,449
2
0,199
5,51
-0,029
3,628
3,430
3
0,182
5,11
-0,033
3,593
3,411
4
0,166
4,70
-0,036
3,557
3,391
65
0,172
4,95
-0,040
3,521
3,349
6
0,161
4,67
-0,007
3,449
3,288
7
0,149
4,39
-0,033
3,370
3,220
Πηγή: Tsaliki P. (1991) The Greek Economy: Sources of Growth in the Postwar Era. N.Y.: Praeger Publishers, σελ.72 (επεξεργασία στοιχείων από Labor Force Statistics, OECD, 1971 και 1988).
[2]           «…οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στις κατασκευές (που περιλαμβάνουν τις κατοικίες) ανέρχονται σε 7,2% (1961-64) του ΑΕΠ (και 8,0% την περίοδο 1965-68) έναντι 2,9% και 3,3%) αντίστοιχα στη μεταποίησης.» Βλ. Καζάκος Π. (2000) «Η Ελληνική οικονομία, 1949-1967: Ανασυγκρότηση και  ανάπτυξη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, σελ. 230-231.
[3]           Όπως αναφέρει ο Π. Καζάκος, (Στο ίδιο, 231) οι χημικές βιομηχανίες μεταξύ 1953 και 1963 αύξησαν την συμμετοχή τους στην μεταποίηση από 4,2% σε 7,8%, αυτή δε η αύξηση συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.
[4]           Στην περίπτωση της χημικής βιομηχανίας συγκεντρώνεται και επενδύεται μεγάλο μέρος του ξένου κεφαλαίου που διεισδύει στον ελληνικό οικονομικό χώρο. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το 81% των ξένων συνολικών κεφαλαίων συγκεντρώθηκε στους κλάδους των πετρελαιοειδών, των χημικών, αλλά και της μεταλλουργίας, των μεταφορικών μέσων και των ηλεκτρονικών συσκευών. Βλ. Σταματόπουλος Δ. (1986) «Ο δρόμος προς την αναπτυξιακή κρίση» στο Παλαιολόγος Ν. και Χαραλάμπης Δ. (επιμ.) Κοινωνικές τάξεις, κοινωνική αλλαγή και οικονομική ανάπτυξη στη Μεσόγειο. Διεθνές συνέδριο του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών-Αθήνα 1984, Τόμος Β΄, σελ. 177-206.
[5]           Βλ. Jouganatos G. (1992) The Development of the Greek Economy, 1950-1991: An Historical, Empirical, and Econometric Analysis. Westport, CT: Greenwood Press
[6]           Όπως εκτιμούσε τότε ο ΟΟΣΑ κατά το 1963 το ποσοστό έφτανε το 54,7%. Βλ. Meynaud J. (2002) Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Β΄Τόμος. Βασιλική εκτροπή και Στρατιωτική δικτατορία. Αθήνα:  Σαββάλας, σελ. 215.
[7]           Στο ίδιο, σελ. 215.
[8]           Ανάλυση του Συνολικού Εθνικού Εισοδήματος * (σε εκατ. δραχμές)

Συνολικό εθνικό εισόδημα

Μισθοί και ημερομίσθια

Έτος

Γεωργία
Μη-γεωργ.

1961
101.560
26.135
34.231
33,7%
1962
106.784
25.509
37.332
35,0%
1963
119.089
29.861
40.780
34,2%
1964
133.887
32.491
46.648
34,8%
1965
152.457
37.661
53.710
35,2%
1966
168.224
40.206
61.384
36,5%
1967
181.051
41.188
68.601
37,9%
1968
194.773
38.197
76.794
39,4%
1969
219.677
41.561
85.915
39,1%
1970
246.643
45.355
95.913
38,9%
1971
275.664
50.425
107.713
39,1%
1972
315.816
59.332
124.814
39,5%
1973
410.735
84.657
150.675
36,7%
1974
485.912
96.874
184.078
37,9%
1975
564.831
106.568
226.740
40,1%
1976
694.477
130.688
287.193
41,4%
1977
802.477
134.754
358.698
44,7%
1978
959.680
168.993
445.370
46,4%
1979
1178.578
191.424
551.993
46,8%
1980
1438.261
257.332
671.244
46,7%
1981
1743.477
313.825
831.388
47,7%
1982
2153.076
405.785
1069.305
49,7%
1983
2489.713
439.114
1286.351
51,7%
1984
3034.101
562.107
1595.124
52,6%
1985
3698.558
677.655
1987.878
53,7%
Πηγή: Tsaliki P. (1991) The Greek Economy: Sources of Growth in the Postwar Era. N.Y.: Praeger Publishers σελ. 30. Επεξεργασία Θ.Τ.
[9]           Στο ίδιο, σελ. 218.
[10]          Βλ. Ζουμπουλάκης Μ. (2005). «Θεσμοί και μεταβολές στην ελληνική οικονομία» στο Κόλλιας, Χ., Ναξάκης, Χ. και Χλέτσος Μ, (επιμ.) Σύγχρονες προσεγγίσεις της ελληνικής οικονομίας. Αθήνα: Πατάκης, σελ. 40.
[11]          Βλ. Jouganatos G. (1992), ο.ε.π. σελ. 61-66
Έτος
Ρυθμός ανάπτυξης (%)
Πληθωρισμός (%)
1967
5,7
1,7
1968
7,2
0,3
1969
11,6
2,5
1970
8,9
3,0
1971
7,8
3,0
1972
10,2
4,3
1973
8,1
15,5
1974
-6,4
26,9
Πηγή: Καζάκος Π. (2001) Ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Αθήνα:  Πατάκη, σελ.268.
[13]         
Έτος
Αριθμός :ανέργων
Ποσοστό ανεργίας
Αριθμός μεταναστών προς το εξωτερικό
Εργατικό δυναμικό
Απασχόληση

1968

0.138

4.10

-0.038

3.401

3.263
1969
0.126
3.78
-0.067
3.391
3.265
1970
0.113
3.45
-0.039
3.323
3.210
1971
0.102
3.14
-0.022
3.267
3.165
1972
0.100
3.07
-0.001
3.258
3.158
1973
0.097
2.97
-0.042
3.311
3.214
1974
0.111
3.39
-0.020
3.301
3.190
Πηγή: Tsaliki P. (1991) The Greek Economy: Sources of Growth in the Postwar Era. N.Y.: Praeger Publishers, σελ.72 (επεξεργασία στοιχείων από Labor Force Statistics, OECD, 1971 και 1988). 
Έτος
Μέσος πραγματικός  μισθός (% μεταβολής)
1967
7,7
1968
9,5
1969
6,9
1970
5,6
1971
4,9
1972
8,0
1973
1,5
1974
-6,0
Πηγή: Καζάκος Π. (2001) Ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Αθήνα:  Πατάκη, σελ.277.
[15] Τα ενδιαφέροντα αυτά ερωτήματα προσπάθησαν να απαντήσουν μια σειρά μονογραφιών και συλλογικών εργασιών. Βλ. Maravall J.M. (1997) Regimes, Politics, and Markets: Democratization and Economic Change in Southern and Eastern Europe. Oxford, UK: Oxford University Press. Rueschemeyer D., Stephens E., and Stephens J. (1992) Capitalist Development and Democracy, Cambridge, Mass.: Polity Press.
[16] Βλ. Huntington S.P. (1991) The Third Wave: Democratization in the Late Twentieth Century. Norman, OK: University of Oklahoma Press.
[17] Άλλες μελέτες ανέδειξαν τη σύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης με τη δημοκρατία, είτε στην ασθενή εκδοχή της (ως σχετιζόμενης με την ανάπτυξη)  είτε στην ισχυρή (η ανάπτυξη προκαλεί τη δημοκρατία). Βλ. Lipset S. (1959) “Some Social Requisites for Democracy: Economic Development and Political Legitimacy”, The American Political Science Review, No.53 σελ. 69-105˙ Cutright P. and Wiley J.A. (1969) “Modernization and Political Representation: 1927-1966”, Studies in Comparative International Development, Vol.5, No. 2, σελ. 23-41. Υποστηρίζεται επίσης ότι εκτός από τη συσχέτιση οικονομικής ανάπτυξης και εκδημοκρατισμού σημαντική είναι και η χρονική στιγμή της ανάπτυξης (timing) καθώς οι χώρες που αναπτύχθηκαν καθυστερημένα έχουν προβλήματα δημοκρατικής σταθερότητας, βλ. Bollen K. (1979) “Political Democracy and the Timing of Development”, American Sociological Review, 44 (August), σελ. 572-587.
[18] Για περισσότερα σχετικά με τη σχέση οικονομικής ανάπτυξης και δημοκρατίας, βλ. Landman T. (2003) Issues and Methods in Comparative Politics: An Introduction, London and New York: Routledge, ιδίως σελ. 66-92.
[19] Βλ. Rostow W.W. (1961) The Stages of Economic Growth: A Non-communist Manifesto, Cambridge: Cambridge University Press καθώς και Landman T. (1999) “Economic Development and Democracy: The View from Latin America, Political Studies, Vol.14, No.1, σελ. 100-109.
[20] Βλ. Diamond L. (1992) “Economic Development and Democracy Reconsidered”, in Marks G. and Diamond L. (eds), Reexamining Democracy: Essays in Honour of Seymour Martin Lipset, Thousand Oaks, CA and London: Sage, σελ. 109.
[21] Dahl R. (1989) Democracy and its critics, New Haven: Yale University Press, σελ. 251.
[22]          Αυτό δεν σημαίνει ότι από το 19ο αιώνα υπάρχει μικρός βαθμός αγραμματοσύνης. Η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση καθιερώθηκε πολύ αργά στη δεκαετία του 1980 και ακόμη εκκρεμεί ως διεκδίκηση η ενιαία υποχρεωτική δωδεκάχρονη εκπαίδευση. Βλ. Τσουκαλάς (1975) Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα:  Θεμέλιο
[23]          Ήδη από τη δεκαετία του 1920 η Ελλάδα διέθετε δύο πανεπιστήμια (Αθήνας και Θεσσαλονίκης) ενώ ως τη μεταπολίτευση του 1974 είχαν προστεθεί τα πανεπιστήμια Πατρών, Ιωαννίνων και Θράκης, χώρια οι ανώτερες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές (ΚΑΤΕΕ). Ανεξαρτήτως της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, των ειδικοτήτων (κυριαρχία των Νομικών και λοιπών θεωρητικών σχολών) και της έλλειψης χρηματοδότησης της δημόσιας ανώτατης παιδείας, ήδη υπήρχε μια αρκετά ισχυρή φοιτητική κοινωνική κατηγορία που μπορούσε να προσδώσει ένα κινηματικό χαρακτήρα στις κοινωνικές διεκδικήσεις κάτι που φάνηκε στην προδικτατορική περίοδο με τους αγώνες για το «15% στην Παιδεία» και το «114» και στη διάρκεια της δικτατορίας με τη συμμετοχή φοιτητών/τριών στο αντιδικτατορικό κίνημα με αποκορύφωμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο 1973. 

Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)                                                                    του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...