Πριν από 6 χρόνια είχε λάβει χώρα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον συνέδριο που είχε οργανώσει το μεταπτυχιακό μας πρόγραμμα για την εξουσία, το κράτος δικαίου και το πολιτικό έγκλημα και πολλές απόψεις που ακούστηκαν είναι ακόμη και σήμερα επίκαιρες.
tsakthan
----------------------------------------------------------------------------------
ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ
Συνέδριο
«Εξουσία, κράτος δικαίου και πολιτικό έγκλημα»
Αθήνα, 21-22 Φεβρουαρίου 2003
Επιμέλεια περιλήψεων: Θανάσης Τσακίρης
Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2003
Εξουσία, Πολιτικό Έγκλημα και ΜΜΕ
Στην 1η συνεδρία ο προεδρεύων κ. Α. Μανωλάκος (πρώην πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ) τόνισε ότι οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα εδώ και πολλές δεκαετίες στο υπέδαφος των κοινωνικών σχηματισμών, οι θύελλες που συνταράσσουν αξίες, πολιτισμούς και μορφές κοινωνικής συγκρότησης και που με πολύ μεγάλη καθυστέρηση συνειδητοποιούνται ακόμη και από τον κόσμο των διανοουμένων, καθώς και οι τρέχουσες εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον και στη χώρα μας δεν αφήνουν περιθώρια σ’ ένα επιστημονικό συνέδριο έντονου πολιτικού προβληματισμού, όπως αυτό, να μείνει στην επιφάνεια των πραγμάτων που πολλές φορές παραμορφώνονται με την τηλεοπτική εικόνα. Τέλος, τόνισε ότι το θέμα του συνεδρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς υπερβαίνει την εσωτερική επικαιρότητα εν όψει ενός επικείμενου πολέμου.
Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο Fritz Sack (καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πανεπιστημίου του Αμβούργου), ο οποίος ξεκινώντας την εισήγησή του, με τίτλο «Δημοκρατία, πολιτικά κινήματα και πολιτική διαμαρτυρία», τόνισε ότι το έγκλημα δεν πρέπει να αποσπάται από τα κοινωνικο-οικονομικά και πολιτικά πλαίσια της εποχής του. Γενικός στόχος του είναι η διαμόρφωση ενός αναλυτικού σχήματος που να εξυπηρετεί την αντιμετώπιση του θέματος που αναπτύσσει. Έτσι, διατυπώνει αρχές για τη στήριξη των προτάσεων και του σχήματός του. Πρώτα απ’ όλα, επικεντρώνεται στην θεωρία της συλλογικής συμπεριφοράς και των κοινωνικών κινημάτων με μια θεωρία περί δράσης που βασίζεται στις συζητήσεις για τις πολιτικές συγκρούσεις και διαδικασίες με αναφορά στο έργο του Charles Tilly για τις κινητοποιήσεις και τις επαναστάσεις για τη συγκρότηση των εθνών κατά τη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα στη Δυτική Ευρώπη. Επίσης αναφέρεται στη θεωρία του κράτους δικαίου με αναφορά στο έργο Dialectic of Legal Repression του αμερικανού πολιτικού επιστήμονα Isaac Balbus εξετάζοντας την περίπτωση των κοινωνικών συγκρούσεων σε κοινωνίες που διέπονται από την κυριαρχία του νόμου ή αλλιώς από τις αρχές του «κράτους δικαίου». Στόχος του δεν είναι να αποδείξει τι έκανε ο ένας ή ο άλλος πολιτικός ή κοινωνικός παράγοντας αλλά να προσανατολίσει τη συζήτηση στην ανάλυση των δημοσίων και πολιτικών σχέσεων και των διαδικασιών με τις οποίες σχετίζονται θεσμοί και πρόσωπα μεταξύ τους. Εκτός από τις θεωρητικές προτάσεις στηρίζεται και σε ένα μεγάλο μέγεθος εμπειρικού υλικού που συγκέντρωσε κατά τη θητεία του ως μέλος της επιστημονικής επιτροπής έρευνας για την τρομοκρατία και των αιτιών της που συγκρότησε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ως τις αρχές της δεκαετία του ’80 η κυβέρνηση της ΟΔΓερμανίας. Μεθοδικά ανακατασκευάζει τις διαδικασίες που προηγήθηκαν της έναρξης της περιόδου της τρομοκρατίας και προσπαθεί να εντοπίσει τη σχέση μεταξύ κινημάτων νεολαίας, φοιτητών, οικολόγων, αντιπολεμικών ακτιβιστών και εξωκοινοβουλευτικής αριστερής αντιπολίτευσης και τους τρόπους με τους οποίους ένα μέρος τους διολίσθησε προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή από τη διαμαρτυρία στη βία και από εκεί στην τρομοκρατία. Στη συνέχεια παρουσίασε σε σχηματική μορφή την θεωρητική του κατασκευή:
Κοινωνία – πληθυσμός
Πολιτικό Σύστημα
Αμφισβητίες εξουσίας 1
Αμφισβητίες εξουσίας 2
Αμφισβητίες εξουσίας 3
Το κεντρικό στοιχείο του πολιτικού συστήματος ο κρατικός μηχανισμός, η κυβέρνηση που περιλαμβάνει προσωπικό, πόρους, οργάνωση και όλα τα μέσα που χρειάζονται για την κυβέρνηση και την πολιτική δράση. Ύστερα υπάρχουν οι κάτοχοι εξουσίας (πολιτικά κόμματα) που ανταγωνίζονται και που προσπαθούν να κρατήσουν ή να αποκτήσουν εξουσία πάνω στον κρατικό μηχανισμό, στην κυβέρνηση και τους πόρους της. Έξω από το πολιτικό σύστημα υπάρχουν εκείνοι που αμφισβητούν και προκαλούν την εξουσία στοχεύοντας στην προώθηση αιτημάτων, πολιτικών θέσεων και να επηρεάσουν το πολιτικό σύστημα.
Τι σημαίνει, όμως, πρόκληση και αμφισβήτηση της εξουσίας; Κάποιοι εκτός πολιτικού συστήματος επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση σ’ αυτό και να επηρεάσουν την πολιτική διαδικασία. Πρέπει να οργανώσουν και να συγκροτήσουν συλλογικούς δρώντες (συλλογικά υποκείμενα), δηλαδή να ενώσουν και να κινητοποιήσουν πολιτικά τους ανθρώπους. Πρόκειται για ένα τεράστιο και δύσκολο θέμα που απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες για να αντιμετωπιστούν πολύπλοκα ζητήματα, να καταστρωθούν στρατηγικές, πολλές δραστηριότητες. Δεν επαρκεί όμως μία διαδήλωση, αυθόρμητη και σε σποραδικά χρονικά διαστήματα, αλλά χρειάζονται συγκεκριμένες, σταθερές και επίμονες στρατηγικές και τακτικές οργάνωσης.
Τι σημαίνει πολιτική πράξη και πολιτικό ζήτημα; Κεντρικό σημείο της πολιτικής δράσης είναι η ικανότητα κάποιου να εξαπολύει πολιτική σύγκρουση αλλά και να την χειρίζεται. Αυτό ισχύει τόσο για τους θεσμικούς αντιπάλους, δηλαδή τα πολιτικά κόμματα, όσο και για τους εξωθεσμικούς αμφισβητίες της εξουσίας. Πρέπει, δηλαδή, να εισάγουν τα ζητήματα που απασχολούν μεγάλη μερίδα του κοινού στην πολιτική σύγκρουση ώστε να συγκεντρώνουν υποστήριξη, να δημιουργούν πολιτικές συμμαχίες και να προκαλούν κινητοποίηση.
Ποιοι είναι οι πόροι για την πολιτική δράση; Πρώτον, οι πόροι των κοινωνικών κινημάτων και των εξωθεσμικών αμφισβητιών είναι η κατάληψη των δημόσιων χώρων, των δρόμων όπου ο καθένας έχει πρόσβαση (διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, δημόσιες εκδηλώσεις). Δοκιμάζεται στις περιπτώσεις αυτές η εξουσία μέσω της αναμέτρησης δυνάμεων. Ένα τέτοιο ζήτημα δοκιμασίας της εξουσίας ήταν οι διαδηλώσεις της 15ης Φεβρουαρίου. Παίχτηκε ένα παιχνίδι με τους αριθμούς και τον υπερτονισμό ή την υποβάθμιση των μαζικών διαδηλώσεων. Τα κοινωνικά κινήματα και οι αμφισβητίες της εξουσίας υπερέβαλλαν τους αριθμούς των συγκεντρωμένων ενώ οι κάτοχοι της εξουσίας και των κρατικών μηχανισμών υποβάθμιζαν συνειδητά αυτούς τους αριθμούς αλλά και τις επιπτώσεις τους στην εξέλιξη των πραγμάτων. Επίσης η πρόσβαση στην κάλυψη από τα ΜΜΕ ήταν ένα σημαντικό ζήτημα για τα κοινωνικά κινήματα που στοχεύουν στο «πρωτοσέλιδο» και στις «prime-time» τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές ζώνες υψηλής ακροαματικότητας. Αυτό γίνεται με τη χρήση των εκκεντρικών τακτικών και της παραβίασης των κανόνων, όπως τονίστηκε από τον Todd Gitlin και Ομάδα Μελετητών στις ΗΠΑ. Από την άλλη όμως η πρόσβαση στα ΜΜΕ ενδέχεται να επιφέρει δυσλειτουργίες και άσχημα πολιτικά αποτελέσματα. Στην ΟΔΓερμανίας τη στρατηγική της παραβίασης των κανόνων εφάρμοσε ένα μεγάλο κομμάτι του φοιτητικού κινήματος προκαλώντας την πολιτική κρατική εξουσία. Πώς αντιδρά το κράτος; Πρώτον, με στρατηγικές συνεργασίας, συμβιβασμού και ενσωμάτωσης που για να πετύχουν πρέπει να είναι γνήσιες και ειλικρινείς˙ δεύτερον, με στρατηγικές σύγκρουσης με τα κοινωνικά κινήματα και την κινητοποίηση της δύναμης των ελίτ ώστε να προσδιορίζει αυτή την πολιτική ημερήσια διάταξη ορίζοντας τα επίκαιρο και το σημαντικό πολιτικά ζήτημα, το οποίο με τη σειρά του αποκτά σπουδαιότητα για τα ΜΜΕ και τυχαίνει ιδιαίτερης προτίμησης απ’ αυτά˙ και, τέλος, ο εκχυδαϊσμός και εξευτελισμός των κοινωνικών κινημάτων και η αποστέρησή τους από κάθε κοινωνική και πολιτική βάση. Οι κάτοχοι της εξουσίας εργαλειοποιούν τη νομοθεσία προσπαθώντας να εμπλέξουν τους ηγέτες τους στο πεδίο του ποινικού δικαίου απορροφώντας την κοινωνικο-πολιτική τους βάση (αστυνόμευση και ποινικοποίηση των κοινωνικών κινημάτων). Αυτά συμβαίνουν και στα δημοκρατικά κράτη δικαίου. Το κράτος χρησιμοποιεί την αστυνομική στρατηγική συχνά με παράνομο τρόπο (ως παράδειγμα ο συγγραφέας ανέφερε την υπόθεση των νομικών παρατυπιών στην υπόθεση της ΕΟ17Ν).
Πολλοί λένε πως η βία δεν αποτελεί πολιτικό πόρο, όμως ξεχνούν ότι οι κάτοχοι της πολιτικής κρατικής εξουσίας εισάγουν τη βία στη σύγκρουση όταν αυτή υπερβεί ένα συγκεκριμένο κάθε φορά σημείο (πράκτορες, προβοκάτορες κλπ.) και επιδιώκει τη νομιμοποίηση της χρήσης της κρατικής βίας μέχρις ενός σημείου ως πόρο απόκτησης υποστήριξης. Τα ΜΜΕ ενδιαφέρονται επίσης για τη βία υπερβαίνοντας το ρόλο τους, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε όσους τα θεωρούν συνένοχα με τους χρήστες της πολιτικής βίας στην εξάπλωσή της.
Εν κατακλείδι, ο εισηγητής ανέφερε ότι οι εφημερίδες που αναφέρθηκαν στα γεγονότα της Γένοβας τον Ιούλιο 2001 θύμιζαν τις εφημερίδες της ΟΔΓερμανίας και τη στάση τους κατά τη δεκαετία του ’70.
Στην εισήγησή του με τίτλο «Τρομοκρατία: Κλωνοποιώντας τον εχθρό», ο Vincenzo Ruggiero (καθηγητής του Πανεπιστημίου του Middlesex) έθεσε αρχικά το ερώτημα: «ποιο είναι το καινούργιο στοιχείο στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου;». Ο εισηγητής υποστήριξε πως δεν επαρκεί η εξήγηση που δίνουν ορισμένοι αναλυτές ότι η εντεινόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου – κατάσταση που επιδεινώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες – οδηγεί αναπόφευκτα στην ένταση της διεθνούς πολιτικής βίας που αποκτά όλο και πιο καταστροφικές μορφές. Αντιθέτως, ο Ruggiero θεωρεί την ανισότητα ως δεδομένη – ακόμα και αν επιδεινώνεται συνεχώς – και τονίζει πως μόνο ορισμένες μορφές πολιτικής βίας αφορά ο όρος «τρομοκρατία». Ως εκ τούτου, η εισήγηση επικεντρώθηκε στις κοινωνικές και τις θεσμικές αντιδράσεις στην πολιτική βία, δηλαδή στη σχεσιακή δυναμική που αποτελεί μια κρίσιμη διάσταση η οποία αποδείχθηκε καρποφόρα για τη μελέτη όλων των εγκλημάτων. Το πέρασμα από τον ένοπλο αγώνα στη δημιουργία ένοπλων συνδικαλιστικών ομάδων σήμαινε την σχετική ανεξαρτητοποίησή τους από τα κοινωνικά ζητήματα με τα οποία καταπιάνονταν στην προηγούμενη φάση, κατά την οποία οι στόχοι ήταν άμεσα αναγνωρίσιμα σύμβολα που συσχετίζονταν με τα συγκεκριμένα πεδία άσκησης της αντι-εξουσίας. Οι θεσμικές αντιδράσεις ήταν τέτοιες – «τρομοκρατία από τα πάνω», δηλαδή αδιάκριτη βία κατά των πολιτών - που συνέβαλαν ουσιαστικά στην αλλαγή και τον περιορισμό των διαθέσιμων στρατηγικών και τακτικών με συνέπεια η επίτευξη νόμιμων στόχων να επιδιώκεται με παράνομα μέσα. Τη φάση της δημιουργίας των ένοπλων ομάδων διαδέχεται η ένοπλη προπαγάνδα και η βίαιη πολιτική δράση αποσυνδέεται πλήρως -ξανά με την ουσιαστική συμβολή των θεσμικών αντιδράσεων που περιέστελλαν ρόλους, ταυτότητες και δικαιώματα- από τους αντικειμενικούς κοινωνικούς στόχους που υποτίθεται ότι ενέπνεαν την ένοπλη δράση. Αυτού του τύπου οι ομάδες ένοπλης αντίστασης και πάλης αφιέρωναν το μεγαλύτερο αριθμό των ενεργειών τους στην συσσώρευση μυστικής στρατιωτικής ισχύος. Η ένοπλη προπαγάνδα χρησίμευε στην αποστολή μηνύματος προς αναποφάσιστους ακτιβιστές. Τέλος, η τρομοκρατία είναι το αποτέλεσμα της τελικής ριζοσπαστικής μεταβολής αυτής της σχεσιακής δυναμικής. Όταν ακόμη και η συσσώρευση στρατιωτικής ισχύος, όσο σημαντική και αν είναι, αποδεικνύεται ανεπαρκής για την αντιμετώπιση της αντίστοιχης θεσμικής δύναμης η ένοπλη προπαγάνδα καθίσταται ατελέσφορη και μη ρεαλιστική. Πολιτικοί ακτιβιστές και κοινωνικές ομάδες γενικώς δεν μπορούν να έχουν στη διάθεσή τους ανταγωνιστικές δομές και πρακτικές που να οδηγούν σε μια διαφορετική κοινωνική τάξη πραγμάτων.
Συνεπώς, οι εξελίξεις αυτές έχουν το χαρακτήρα ενός Ιανού που αποτελείται από πράξεις και ενέργειες καθώς και από τις διαφορετικές θεσμικές αντιδράσεις σ’ αυτές. Αυτή η εξέλιξη ενθαρρύνεται από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ένοπλων ομάδων και θεσμών και τη σχεσιακή δυναμική που οδηγεί αναγκαστικά αυτού του τύπου τις ομάδες στην ανάληψη ενός ολοένα και μικρότερου αριθμού ρόλων και ταυτοτήτων. Οι τρομοκράτες, δηλαδή οι ένοπλες ομάδες που εμπλέκονται στην τυχαία, απρογραμμάτιστη βία βρίσκονται σε μια κατάσταση χωρίς διέξοδο διαφυγής όπου εξαπολύουν πόλεμο όταν ο φανταστικός πόλεμός τους εκλαμβάνεται ως πραγματικός και, ως εκ τούτου, αποκτούν τα φιλοπόλεμα χαρακτηριστικά εκείνων που, όντως, εξαπολύουν πραγματικό πόλεμο εναντίον τους. Με αυτή την έννοια, μόνο όταν διαπλάθονται, διαμορφώνονται ή ακόμη και κλωνοποιούνται από αυτούς που αλληλεπιδρούν μ’ αυτούς, μπορούν οι τρομοκράτες να εξελιχθούν σε τρομοκράτες. Είναι αυτή η διαδικασία αλληλεπίδρασης που αφήνει χώρο για την καθιέρωση ενός διφορούμενου κανονιστικού κριτηρίου, δηλαδή ενός παλαιού τεχνάσματος που μπορούμε να βρούμε στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών καθώς και στη Συνθήκη της Βεστφαλίας, σύμφωνα με το οποίο θα υπάρχει πάντοτε ένας δίκαιος πόλεμος και θα υπάρχουν πάντοτε πολιτισμένα έθνη που θα αμύνονται κατά των βαρβάρων.
Ενδεικτική πρόσφατη βιβλιογραφία που παραθέτει ο V. Ruggiero για το θέμα:
Anthony, D., Robbins, T. and Barrie-Anthony S. (2002), “Cult and Anticult Totalism: Reciprocal Escalation and Violence”, Terrorism and Political Violence, 14 (1): 34-57.
Donohue, L.K. (2002), “Bias, National Security and Military Tribunals”, Criminology and Public Policy, 1 (3): 339-344.
Hall, S., (2002), “Out of a Clear Blue Sky”, Soundings, 19: 9-15.
Kaplan, J., (2002), “‘Introduction’ to the special issue ‘Millennial Violence: Past, Present and Future’, Terrorism and Political Violence, 14 (1): 1-24.
Kuhn, A. (2002), “Terrorisme scientifique”, Revue Suisse de Criminologie, 1 : 23-25.
Laquer, W. (2002), « Life as a Weapon », Times Literary Supplement, 6: 3-4.
Mouffe, S. (2002), “The Disappearance of Politics”, Soundings, 19: 15-18.
Queloz, N. (2002), “Terrorismes et réactions sociales en tous genres : des thèmes dignes d’ intérêt pour les criminologues”, Revue Suisse de Criminologie, 1 : 27-28.
Zolo, D. (2002), “Secessione per la pace”, La Rivista del Manifesto, 32 : 47-52.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Πανούσης στην εισήγησή του με τίτλο «Φως περισσότερο φως: Δημοσιότητα και διαφάνεια στην απονομή ποινικής δικαιοσύνης» τόνισε, κατ’ αρχήν, ότι η δημοσιότητα, η διαφάνεια και ο έλεγχος αποτελούν κοινά γνωρίσματα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για το κύρος της δικαιοσύνης και για τη διασφάλιση της δίκαιης δίκης. Ο αποκλεισμός των ΜΜΕ στην περίπτωση της δίκης της ΕΟ17Ν -δίκη που σχετίζεται με την δημόσια και, συνεπώς, με την πολιτική ζωή- σημαίνει αδυναμία πλήρους ενημέρωσης του λαού, με συνέπεια τη διαμόρφωση κλίματος καχυποψίας τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς την απόφαση. Τόσο το Άρθρο 93 του Συντάγματος όσο και ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας δίνουν το δικαίωμα σε κάθε πολίτη να παρίσταται αυτοπροσώπως και να παρακολουθεί με τις ίδιες του τις αισθήσεις την ποινική διαδικασία. Με την απόφαση αποκλεισμού των ΜΜΕ περάσαμε από τη λαϊκή δημοσιότητα στη μη δημοσιότητα ή μάλλον στην περίπου δημοσιότητα των μερών όπου οι διάδικοι, και ιδίως ο κατηγορούμενος, ενημερώνονται, αλλά όχι πλήρως, για την πορεία της δίκης. Επιπλέον, έχουμε ένα κατ’ ευφημισμό κοινό, ένα ad hoc ακροατήριο, που φιλτράρεται κιόλας μέσω των διαφόρων ελέγχων των εισερχομένων. Όμως η αλήθεια και το δίκαιο είναι έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες με την έννοια της δημοσιότητας. Δεν καθορίζουν όμως τα ΜΜΕ την ποιότητα της δημοκρατίας και των θεσμών μας, ούτε έχουν την κύρια ευθύνη της κρίσης εμπιστοσύνης σε μια κοινωνία διακινδύνευσης όπου τα ρίσκα τα μοιράζονται ανάμεσά τους οι εκτός και οι κίνδυνοι αφορούν τα δικαιώματα όλων και, ιδίως, των εμπλεκομένων με τη δικαιοσύνη. Η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας μπορεί να υποχωρήσει και να περιοριστεί μόνο ενώπιον του τεκμηρίου της αθωότητας ή και της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης. Η αρχή της δίκαιης δίκης διευρύνει τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ενώ το τεκμήριο της αθωότητας συνιστά τη δογματική θεμελίωση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Μανωλεδάκη, όπως τόνισε ο εισηγητής, η δημοσιότητα δεν αποτελεί ούτε δικαίωμα του κατηγορούμενου ούτε δικονομική ρύθμιση που να υπόκειται στην κρίση του προέδρου του δικαστηρίου. Η δημοσιότητα είναι λειτουργικό στοιχείο της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και αποτελεί το βασικότερο μέσο ελέγχου του τρόπου απονομής της από τον κυρίαρχο λαό, γιατί η δικαστική εξουσία όπως και οι άλλες λειτουργίες ή εξουσίες του κράτους πηγάζει από το λαό και υπάρχει υπέρ αυτού, αφού θεμέλιο του πολιτεύματος αποτελεί η λαϊκή κυριαρχία. Για να μην μένουν όμως οι εξαγγελίες στα χαρτιά, θα πρέπει να υπάρχουν τρόποι ώστε ο κυρίαρχος λαός να ελέγχει πραγματικά την απονομή της δικαιοσύνης. Η αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων των δικαστηρίων εξυπηρετεί το σκοπό του ελέγχου της δικαστικής εξουσίας από το λαό και ανάγεται σε λειτουργικό στοιχείο της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Σε περίπτωση αποκλεισμού των ΜΜΕ τότε θα έχουμε μια κατάσταση υπέρ της δικαστικής εξουσίας και κατά του Άρθρου 93 του Συντάγματος και, συνεπώς, σε βάρος της λαϊκής κυριαρχίας. Πρέπει, συνεπώς, να ταχθούμε, κατ’ αρχήν, υπέρ μιας ευρείας ερμηνείας της δημοσιότητας του Άρθρου 93 του Συντάγματος ώστε να εξασφαλίσουμε όρους διεύρυνσης της λαϊκής κυριαρχίας. Τα συνήθη επιχειρήματα που παρουσιάζονται στη δημόσια συζήτηση υπέρ του αποκλεισμού των ΜΜΕ έχουν να κάνουν με την πιθανολόγηση. Πιθανολογείται ότι θα επηρεαστεί η συνείδηση των δικαστών (προσοχή, δεν μιλούν πια για ενόρκους), των μαρτύρων, ή των δικηγόρων, των ίδιων των κατηγορουμένων, ότι θα εστιαστεί η συζήτηση σε κάποιες λεπτομέρειες, στην περίσπαση της προσοχής των δικηγόρων από την παρουσία των φακών ή στην κακή χρήση του ίδιου του φακού. Όλα είναι πιθανότητες. Εμφανίζεται έτσι μια περίσσια δημοσιότητα να βλάπτει το Σύνταγμα και τη λειτουργία της δίκης, παρ’ όλο που το ίδιο το Σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο σεβασμός της προσωπικότητας του ανθρώπου, η ποινική δικονομία, μας οδηγούν προς την άλλη κατεύθυνση. Τίθεται, επομένως, το ερώτημα του κατά πόσο αυτή η λογική της ανάδειξης της δίκης σε σώου δεν ισχύει για άλλους θεσμούς της δημοκρατίας που συνεδριάζουν ανοιχτά και δημόσια, όπως π.χ. η Βουλή. Η ανατάραξη της διαδικασίας δεν είναι ένα σύστημα ελέγξιμο μπορεί από τον πρόεδρο της διαδικασίας που μπορεί να προκύψει από οποιονδήποτε άλλο λόγο; Δεν έχει ερευνητικά αποδειχθεί η περίπτωση του επηρεασμού των δικαστών από την απευθείας μετάδοση της δίκης, όπως τόνισε ο εισηγητής με βάση τις έρευνες που έχουν διεξαχθεί. Εκτός εάν δεχθούμε ότι η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη από τις άλλες και υπεράνω της κριτικής των πολιτών. Με τα επιχειρήματα, όμως, που προβάλλονται περί επίδρασης στο δικαστή θα έπρεπε να απαγορευτούν όλες εκείνες οι πρακτικές που αντιλαμβανόμαστε καθημερινά (τηλεδίκες, κατευθυνόμενα δημοσιεύματα κλπ.). Αυτή ήταν πρόταση που ψηφίστηκε π.χ. στην Αυστρία. Εδώ όμως γίνεται το αντίθετο: επιτρέπονται τα όσα γίνονται στον «περίγυρο» και απαγορεύονται τα όσα γίνονται μέσα στο θεσμό. Η τηλεοπτική κάλυψη δείχνει το τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στο δικαστήριο – ακόμη και αν έχει σκηνοθετηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις για τον τονισμό του ενός ή του άλλου στοιχείου, πράγμα που δεν διαφέρει από τον τρόπο με τον οποίο καλύπτει τη δίκη ο οποιοσδήποτε συντάκτης δικαστικού ρεπορτάζ μιας εφημερίδας. Η έμμεση δημοσιότητα συνδέεται με το ζωντανό δικαστικό ρεπορτάζ και δεν συνδέεται ούτε με σχόλια ούτε με διαρροές καταθέσεων. Αυτή είναι η έμμεση λαϊκή δημοσιότητα που αποκτά κύρος στις περιπτώσεις δικών που αφορούν πολιτική ευθύνη και ο Τύπος πρέπει να λειτουργήσει στο σύνολό του (δηλαδή, έντυπος και ηλεκτρονικός) διότι σε αντίθετη περίπτωση παύει να είναι το ζωτικό στοιχείο σε μια δημοκρατική πολιτεία. Στο παρελθόν όποτε γινόταν πρόταση περιορισμού δημοσιότητας σε δίκες ποτέ δεν αφορούσαν πολιτικά εγκλήματα ή εγκλήματα του Τύπου.
Το Άρθρο 93 δεν προβλέπει εξαιρέσεις από τον κανόνα σε βάρος της δημόσιας τάξης ή της κοινωνικής ευταξίας. Η δημοσιότητα είναι αρχή δημοσίου δικαίου και το δικαστήριο πρέπει να αποδεικνύει δια των πρακτικών της δίκης πώς εννοεί αυτή την αρχή. Αν τα ΜΜΕ δεν σέβονται το κριτήριο αθωότητας και υποβάλουν σε κίνδυνο την εσωτερική ανεξαρτησία του δικαστή, τότε το δικαίωμα και η αξίωση ενημέρωσης του πολίτη και το δικαίωμα πληροφόρησης από τον τύπο αποδυναμώνονται συρρικνώνοντας την ελεύθερη παρακολούθηση και την έμμεση δημοσιότητα και, συνεπώς, τη δημοκρατία. Το θέμα είναι να υπάρχει ισορροπία με την επίτευξη άσκησης όλων των δικαιωμάτων και όχι η ενίσχυση του ενός δικαιώματος σε βάρος του άλλου. Πρέπει να σκεφτούμε ως κοινωνία ποια είναι τα δημοκρατικά μέτρα και η στάθμιση δύο δημόσιων αγαθών αν βρίσκονται σε σύγκρουση. Ο ίδιος ο εισηγητής δεν θεωρεί ότι υπάρχει σύγκρουση αλλά είναι κάτι που πολλές φορές τίθεται ως ζήτημα.
Με την απόφαση αποκλεισμού προσβάλλεται και το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης καθώς υπερπροβάλλονται ορισμένες απόψεις ενώ αποσιωπούνται άλλες. Με την απαγόρευση αυτή, αντί της δημοσιότητας προτιμούνται οι ειδικοί profilers των μυστικών υπηρεσιών, οι επιλεκτικές διαρροές και η «εσωτερική πληροφόρηση, ή ακόμη οι «κοριοί» και οι «πειρατές» ή και ο εντεταλμένος πολιτικός λαϊκισμός των παράλληλων τηλεδικών; Πολλοί ήδη μιλούν περί «ανίερης συνωμοσίας» κρατικών οργάνων και ΜΜΕ, άλλοι για επικοινωνιακή λειτουργία της δίκης όπου συγκροτούνται νέα νοήματα στην ποινική δίκη. Δια της ποινικής δίκης διαχειριζόμαστε ζητήματα της πολιτικής μας ζωής.
Κατά πόσον η δίκαιη δίκη είναι συμβατή με την ταχεία δίκη, και κατά πόσο κατοχυρώνεται η ουσιαστική κι όχι η τυπική άσκηση των δικαιωμάτων ή ασκείται μια ιδιαίτερη ψυχολογική πίεση στον κατηγορούμενο που είναι ανεπίτρεπτη με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Και βεβαίως είναι ακόμη πιο απαράδεκτη η επιχειρηματολογία που ακούγεται: «γιατί να θέλουν δίκαια δίκη οι κατηγορούμενοι;»
Πρέπει να αποφασίσουμε αν προτιμούμε το αλάθητο των δικαστών ή τον δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο της δίκης. Εάν θέλουμε να επανέλθουμε στον δεσποτισμό του δικαστή ή αν θέλουμε να αφήσουμε αδέσποτη την μηντιακή χειραγώγηση της κοινής γνώμης.
Πώς όμως θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος της δίκαιας δίκης εάν δεν αφήσουμε ανοιχτή τη δίκη, αν δεν αφήσουμε ανοιχτό το σύστημα να λειτουργήσει; Στην εποχή της «ιντερνετοποίησης» των πάντων είναι και σε θεωρητικό επίπεδο υποκρισία.
Ο εισηγητής έκλεισε την ομιλία του με 7 «γιατί»:
1. Γιατί από τη λαϊκή δημοσιότητα διολισθαίνουμε σε μια ελεγχόμενη παρουσία ενός κατ’ ευφημισμόν κοινού;
2. Γιατί ενώ οι προτάσεις για την κατάργηση της δημοσιότητας ποτέ δεν συμπεριλάμβαναν τα πολιτικά εγκλήματα και τα εγκλήματα του Τύπου πάμε σε μια ad hoc νομοθεσία ερμηνεύοντας το Σύνταγμα κατά το δοκούν;
3. Γιατί αντί της δημοσιότητας προτιμούμε τους «ειδικούς», τις ειδικές διαρροές, τις inside information και τον εντεταλμένο μηντιακό λαϊκισμό;
4. Γιατί φοβηθήκαμε την επικοινωνιακή λειτουργία της δίκης και τις απολογίες-ομολογίες των κατηγορουμένων και προκρίθηκε η επικοινωνιακή πολιτική των διωκτικών αρχών;
5. Πιστεύουμε ότι ο αποκλεισμός των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ από τη δίκη των κατηγορουμένων για συμμετοχή στη 17Ν δεν θα σημαίνει για πολλούς πολιτική αμηχανία ή απουσία πολιτικής απέναντι σε μια τρομοκρατική δραστηριότητα που έχει έντονο πολιτικό στίγμα και πολιτικές επιπτώσεις;
Ανεξάρτητα από την πορεία της δίκης, τόνισε ο εισηγητής, επιβάλλεται, όπως είπε και ο καθηγητής Sack για την περίπτωση της Γερμανίας, να δημιουργηθεί μια επιτροπή για την ανάλυση των αιτίων της τρομοκρατίας στη χώρα μας. Και, τέλος, έκλεισε την εισήγησή του θυμίζοντας ότι ο καθηγητής Νίκος Παρασκευόπουλος τόνισε πως «το κράτος δικαίου και η δίκαιη δίκη δεν πρέπει να ηχούν ως τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα διότι τότε δεν τίθεται σε κίνδυνο μόνο η δικαιοσύνη αλλά η ίδια η δημοκρατία».
Ο τελευταίος εισηγητής της πρώτης ημέρας του συνεδρίου ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δημήτρης Χαραλάμπης που ανέπτυξε το θέμα «Ελευθερία της έκφρασης και διαδικασίες ρύθμισης στα ηλεκτρονικά μέσα». Ο κ. Χαραλάμπης έθεσε το ζήτημα ότι βρισκόμαστε σε μια (όχι και τόσο) νέα κατάσταση και ξαφνικά συνειδητοποιούμε τον «πολιτισμό της εικόνας» - που μπορεί να είναι και «βαρβαρότητα της εικόνας». Ξαφνικά βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν κόσμο που παρουσιάζεται συνεχώς στα μάτια μας με ηλεκτρονική μορφή. Παρουσιάζεται «αλλαγή της κλασικής δημοσιότητας», αλλαγή που έχει ήδη γίνει αλλά χρειάζεται μια λειτουργία όχι μόνο στο επίπεδο των ρυθμίσεων αλλά και στο επίπεδο του μυαλού μας. Βρισκόμαστε έκπληκτοι και προσπαθούμε να αντιδράσουμε σε ένα κόσμο που κυριαρχείται από την εικόνα, και μάλιστα από τη «σκηνοθεσία της εικόνας». Γενικά, μπορεί να πει κανείς, ότι στην περίπτωση στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Πανούσης «δεν φοβηθήκαμε τη δίκη» αλλά «τη σκηνοθεσία της εικόνας». Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα που προσπάθησε να αντιμετωπίσει ο συντακτικός νομοθέτης με την αναθεώρηση και θεώρησε ορθό – μεγάλη συζήτηση βέβαια – να ορίσει ένα θεσμό που θα προσπαθήσει να ρυθμίσει τα μαζικά μέσα – δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία. Η προσπάθεια ξεκινά με το σκεπτικό ότι εδώ και εκατοντάδες χρόνια έχουμε αποκτήσει μια εμπειρία με τον Τύπο. Αποτελεί συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας μας η απόλυτη ελευθερία του Τύπου μέσα σε ένα πλαίσιο συνταγματικό. Η ελευθερία της έκφρασης υπάρχει και στα ηλεκτρονικά μέσα αλλά θα πρέπει να υπάρχει και κάποια ρύθμιση – και εκεί είναι η συζήτηση «ποια και πώς;» - όσον αφορά την εικόνα – κυρίως την τηλεόραση. Στην τηλεόραση υπάρχει η δύναμη, η αμεσότητα, ή μάλλον η ιδέα ότι υπάρχει αμεσότητα. Κι αυτή η ιδέα υπάρχει σε πάρα πολλούς ανθρώπους και εκεί είναι ένα θέμα με την πίστη στην καθαρότητα της συνεχούς καταγραφής της δίκης. Το μέσο, όμως, δεν είναι η προέκταση του ματιού. Συγχρόνως γνωρίζομε ότι και η τρομοκρατία γνωρίζει τη δύναμη της εικόνας και το 90% της λογικής της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου δεν ήταν ο φόνος των ανθρώπων στους ουρανοξύστες αλλά η δημιουργία του τρόμου και του φόβου και η δημιουργία της εικόνας του τρόμου που μάλλον κανείς μας δεν θα ξεχάσει. Ήταν, δηλαδή, η τρομοκρατική πράξη ένα «media event». Αυτή τη χρήση της εικόνας από κράτος, μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τρομοκράτες και η καταλυτική παρουσία της με μεγαλύτερη επιρροή στους νέους ανθρώπους που γεννιούνται μέσα σ’ αυτό τον πολιτισμό της εικόνας, έκανε προσπάθεια να αντιμετωπίσει η πολιτεία. Η σκέψη ήταν ότι πρέπει να υπάρχει ένας μηχανισμός που θα αποπειραθεί να ελέγξει αυτή την εικόνα. Κι εκεί αρχίζουν τα δύσκολα καθώς πρέπει με κάθε τρόπο να προστατευθεί η ελευθερία της έκφρασης. Ο νομοθέτης βάζει αυτή την έννοια της ποιότητας την οποία έχουμε μεγάλη δυσκολία να αντιληφθούμε και να της ορίσουμε μια συγκεκριμένη σημασία, να προσδιορίσουμε τα κριτήρια της ποιότητας. Η ανάγκη της τηλεθέασης αντιστοιχεί στην ανάγκη της ψηφοθηρίας στο δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα με συνέπεια και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα να είναι η συνεχής πτώση της ποιότητας. Πώς μπορεί όμως το ΕΡΣ να βρει και να καθορίσει τα κριτήρια της ποιότητας. Όλοι συζητήσαμε τον τρόπο κάλυψης των συλλαλητηρίων της 15ης Φεβρουαρίου από την τηλεόραση, της επίσκεψης του τέως μονάρχη, τις ατελείωτες ώρες των reality shows. Πού θα βρεθεί η έννοια της ποιότητας; Η απάντηση του εισηγητή ήταν ότι «η ίδια η έννοια της δημοκρατίας, η ίδια η ιδέα της έννομης συνταγματικής τάξης, μας λέει ότι το πρώτο στοιχείο ποιότητας είναι ο σεβασμός του Άλλου, ο σεβασμός της αξιοπρέπειας του Άλλου». Είναι στοιχεία που προσπαθούμε να αποκωδικοποιήσουμε για να μπορούμε να πούμε ότι η δημοκρατία υπάρχει όχι μόνο γιατί ψηφίζουμε αλλά υπάρχει γιατί υπάρχουν κάποιες προϋποθετικές αξίες (δεν μπορούμε να ψηφίσουμε αν θα είμαστε ελεύθεροι ή αν θα είμαστε ίσοι). Έτσι θα μπορέσουμε να οδηγηθούμε σε ένα σημείο όπου θεωρητικά και πρακτικά αυτές οι αξιακές προϋποθέσεις της δημοκρατίας μας να θεωρούνται από όλους μας κοινή συνείδηση ως βασικές προϋποθέσεις ποιότητας μετά από τις οποίες ξεκινάμε να συζητήσουμε «τι βλέπουμε-πώς παρουσιάζεται και πώς βλέπουμε) ως προϋποθέσεις μιας κοινωνικά λογικής ρυθμιστικής προσπάθειας.
Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2003
Σωφρονιστικό Σύστημα και Ατομικά Δικαιώματα
Ανοίγοντας τη συζήτηση ο προεδρεύων της πρώτης συνεδρίας της ημέρας Χρήστος Λυριντζής (καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, Παν/μιο Αθήνας) τόνισε ότι με την πρωτοβουλία του ΜΠΣ Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας δίνεται η δυνατότητα ενός δημόσιου διαλόγου στο πλαίσιο της πανεπιστημιακής κοινότητας μεταξύ νομικών, εγκληματολόγων, πολιτικών επιστημόνων και κοινωνιολόγων για σημαντικά θέματα της κοινωνίας μας, κάτι που σπανίζει στη χώρα μας.
Στη συνέχεια ο λόγος δόθηκε στον καθηγητή του Παν/μίου Αθηνών Νέστορα Κουράκη, ο οποίος στην εισήγησή του με τίτλο «Σωφρονιστικός κώδικας και δικαιώματα κρατουμένων» τόνισε από τη δεκαετία του 30 τα δικαιώματα των κρατουμένων άρχισαν να γίνονται αντικείμενο τόσο της θεωρίας όσο και της πράξης. Το 1934 με το ψήφισμα της Κοινωνίας των Εθνών για τα ελάχιστα δικαιώματα κρατουμένων έγινε το πρώτο βήμα. Στη συνέχεια με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ το 1948 έγινε ρητή αναφορά στην απαγόρευση των βασανιστηρίων και της σκληρής και απάνθρωπης συμπεριφοράς κατά των κρατουμένων (στο Σύνταγμα των ΗΠΑ υπάρχει από το 1791). Κατόπιν οι θέσεις αυτές και οι βελτιώσεις τους καταγράφηκαν στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της (η Ελλάδα την προσυπόγραψε το 1954) και στη συνέχεια στους Ευρωπαϊκούς Σωφρονιστικούς Κώδικες (1973 και 1987). Λεπτομερείς αναφορές υπήρξαν στην Ελλάδα στους σωφρονιστικούς κώδικες (1967, 1989 και 1999). Να τονιστεί ότι σε διεθνές επίπεδο υπάρχει σημαντικό ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των κρατουμένων (Σύμβαση ΟΗΕ 1984 – Ελλάδα 1987 και 1991). Οι συμβάσεις επιτρέπουν στα αντίστοιχα όργανα να λαμβάνουν καταγγελίες από κρατουμένους, να τις ελέγχουν και να έρχονται οι επιθεωρητές στη χώρα ώστε να τις διερευνούν. Υπάρχει ολόκληρος μηχανισμός για να μπορούν τα δικαιώματα των κρατουμένων να γίνονται σεβαστά. Όσον αφορά τον ελληνικό σωφρονιστικό κώδικα υπάρχουν πλέον σημαντικές διατάξεις, όπως π.χ. άρθρα 3-4 που ρητά διακηρύσσουν ότι τα δικαιώματα των κρατουμένων, εκτός από το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, τυγχάνουν σεβασμού έστω και αν κάποιος είναι σε κατάσταση κράτησης. Υπάρχουν μηχανισμοί με τους οποίους αν ένας κρατούμενος θεωρεί ότι έχουν παραβιαστεί να απευθυνθεί στα αρμόδια όργανα και να βρει το δίκιο του. Βεβαίως, σπάνια γίνεται χρήσης της δυνατότητας αυτής, πολλές φορές γιατί οι ίδιοι οι κρατούμενοι δεν θεωρούν σκόπιμο να διαιωνίζεται μια κατάσταση η οποία το μόνο αντίκτυπο που μπορεί να έχει είναι μέσω του point system. Αν και το σύστημα αυτό μπορεί να έχει αντίκτυπο σε άδειες, όρους απόλυσης κλπ. Εν πάση περιπτώσει, τόνισε ο ομιλητής, αυτό που ίσως θα είχε σημασία είναι ότι, παρόλο που το θεσμικό πλαίσιο παρουσιάζει μια ευρύτητα, στην πράξη υπάρχουν καταστάσεις καθόλου επιθυμητές κι αυτό φάνηκε από τις επισκέψεις της αρμοδίας ευρωπαϊκής επιτροπής κατ’ εφαρμογή της ευρωπαϊκής σύμβασης για τα βασανιστήρια. Κυρίως στα αστυνομικά τμήματα ανακαλύφθηκαν διάφορες απαράδεκτες καταστάσεις με ηλεκτροσόκ, χειροπέδες και διάφορα άλλα πράγματα που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο. Όσον αφορά στις ελληνικές φυλακές η προσοχή των επισκεπτών εστιάστηκε στο έντονο πρόβλημα του «υπερπληθυσμού» τους. Δεν δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση σε περιπτώσεις βασανιστηρίων ή απρεπούς συμπεριφοράς κατά κρατουμένων. Όλα αυτά πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε με κάποια επιφύλαξη μιας και οι κρατούμενοι φοβούνται ότι αν μιλήσουν θα υπάρχουν συνέπειες σε βάρος τους. Φαίνεται, όμως, ότι σε πρακτικό επίπεδο τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα σε σχέση με παλιότερες εποχές όταν η κατάσταση στις φυλακές έβγαινε συχνά εκτός ελέγχου.
Ποια μπορεί να είναι τα δικαιώματα των κρατουμένων που πρέπει να είναι απόλυτα σεβαστά;
1. Ο σεβασμός του κρατουμένου ως ανθρώπου.
2. Ο σεβασμός της προσωπικής και οικογενειακής ζωής του.
3. Η τήρηση της αρχής της ισότητας χωρίς διακρίσεις.
4. Η ελευθερία συνείδησης και λατρείας.
5. Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης για διοικητικές ενέργειες σε βάτος κρατούμενου.
6. Το δικαίωμα σύναψης γάμου.
7. Η κατ’ αρχήν ελευθερία της γνώμης και πληροφόρησης.
8. Το κατ’ αρχήν απόρρητο των επιστολών (υπάρχει διχογνωμία για το πού μπορεί να φτάσουν τα όριά του ακόμη και μεταξύ των μελών του ευρωπαϊκού δικαστηρίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
9. Η ελευθερία της τέχνης.
10. Το δικαίωμα στην εκπαίδευση (α΄ και β΄ βαθμού μέσα στη φυλακή)
Όλα αυτά τα δικαιώματα μπορούν να ασκηθούν εφόσον δεν υπάρχει εμπλοκή του κρατούμενου με τον ποινικό νόμο. Το 1996 έγινε μια μεταρρύθμιση και κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του εκλέγειν.
Ποια είναι τα δικαιώματα που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ασκήσει μέσα στη φυλακή;
1. Το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια και μετακίνηση.
2. Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι.
3. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
4. Το δικαίωμα της εργασίας, τουλάχιστον με την έννοια του άρθρου 22 του Συντάγματος.
Υπό προϋποθέσεις μπορούν να ασκηθούν τα ακόλουθα δικαιώματα:
1. Το δικαίωμα της εκπαίδευσης εκτός φυλακής (τελευταία δίνονται υπό προϋποθέσεις εκπαιδευτικές άδειες).
2. Το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή από την άποψη της συνάντησης με μέλη της οικογένειας εκτός φυλακής, και
3. όσα δικαιώματα προβλέπονται από το σωφρονιστικό κώδικα.
Τα τελευταία χρόνια το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κάνει δεκτές πολύ περισσότερες προσφυγές σε σχέση με το παρελθόν.
Ως συμπέρασμα, ο εισηγητής θεωρεί ότι με τους μηχανισμούς που συγκροτήθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη και στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί η κατάσταση όσον αφορά τα δικαιώματα χωρίς όμως να έχουν επιλυθεί προβλήματα όπως η «κρυφή» εγκληματικότητα σε βάρος των κρατουμένων και ο «υπερπληθυσμός».
Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο Νίκος Κουλούρης (εγκληματολόγος Δ.Φ. Κορυδαλλού) και ανέπτυξε το θέμα «Συνθήκες κράτησης και νομιμότητα». Μέσω παραδειγμάτων του Σωφρονιστικού Κώδικα προσπάθησε να δείξει τι σημαίνει «δικαίωμα κρατούμενου». Στο άρθρο 21 παρ.2 του Σ.Φ. ότι «η διαβίωση του κρατούμενου σε ατομικό κελί είναι δικαίωμα». Αυτή η λέξη που χρησιμοποιείται: «δικαίωμα». Το δικαίωμα αυτό ικανοποιείται εφόσον το επιβάλλουν οι ανάγκες του κρατούμενου και το επιτρέπουν οι συνθήκες του καταστήματος στο οποίο κρατείται». Άρα, με την συμπλήρωση αυτή σχετικοποιείται ένα βασικό δικαίωμα του νέου νόμου. Ο νόμος δημοσιεύθηκε περίπου τα Χριστούγεννα του 1999. Τα καταστήματα αυτά είναι τώρα 2. Το ένα είναι το Κέντρο Απεξάρτησης Θηβών (όπου οι κρατούμενοι διαβιούν ανά τρεις) και το Κατάστημα Μαλανδρίου στη Φωκίδα (το οποίο από τις προδιαγραφές κατασκευής του, όπως και όλα τα νέα καταστήματα κράτησης έχουν φτιαχτεί με κελιά δύο ατόμων). Ο εισηγητής αναφέρθηκε κατόπιν στις εξελίξεις που αφορούν στο διεθνές επίπεδο με βάση συμπεράσματα ενός πρόσφατου συνεδρίου με θέμα τις φυλακές στις ευρωπαϊκές χώρες. Στις δυτικού τύπου δημοκρατίες οι εξελίξεις δημιουργούν ένα είδος διαρκούς ανασφάλειας, έλλειψη ανοχής, κατάσταση επείγοντος και εξαιρετικού. Αυτές οι εξελίξεις εμπνέουν, υπαγορεύουν και δικαιολογούν κατασταλτικές επιλογές που αποσκοπούν στον έλεγχο και στον αποκλεισμό κοινωνικά και οικονομικά μειονεκτούντων τμημάτων του πληθυσμού. Οι προκαταλήψεις και διακρίσεις σε βάρος τους αποσκοπούν στην απομάκρυνσή τους από το κοινωνικό γίγνεσθαι, στην απόκρυψη της ενόχλησης και της αμηχανίας που προκαλούν και στο διαχωρισμό τους από τους ενταγμένους και παραγωγικούς πολίτες. Αυτές οι πολιτικές επιλογές και οι πρακτικές με τις οποίες υλοποιούνται υποβαθμίζουν περαιτέρω την κατάσταση των αντισυμβατικών και αντικανονικών – ίσως και παράνομων – ατόμων και ομάδων. Ενισχύουν τις ανισότητες και θέτουν υπό αμφισβήτηση την κοινωνική δικαιοσύνη και προσβάλλουν τα δικαιώματα του ανθρώπου. Το οπλοστάσιο των εθνικών κρατών και των ενώσεών τους περιλαμβάνει την αστυνόμευση και τη μηδενική ανοχή, την ανάπτυξη μηχανισμών παρακολούθησης, σύλληψης, κράτησης και εγκλεισμού που διατάσσονται και ελέγχονται άλλοτε από διοικητικές και άλλοτε από δικαστικές αρχές. Το προνοιακό ποινικό σύστημα των παρελθόντων ετών παρακάμπτεται ως προς το προνοιακό του χαρακτηριστικό. Στο πλαίσιο αυτό η έννοια των κοινωνικών εγγυήσεων που αναδείχθηκαν φραγμοί στις αυθαιρεσίες και στόχευαν στην αναμόρφωση των κρατουμένων καθίσταται συχνά κενή περιεχομένου, λόγω της άγνοιας των κρατουμένων για την κατάστασή τους, του φόβου, της βίας, και της υποταγής. Όλες ατές οι κοινωνικές ομάδες που υπεραντιπροσωπεύονται στον πληθυσμό των φυλακών διαβιούν στα όρια της οικονομίας της αγοράς. Η στέρηση της ελευθερίας δεν είναι ένα μέτρο που απλώς χρησιμοποιείται καταχρηστικά, αλλά αποτελεί πρόσφορο μέσον πίεσης και καθίσταται το ίδιο πρόβλημα καθώς χρησιμοποιείται μαζικά σε πλήθιος περιπτώσεων και εξυπηρετεί ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που διακηρύσσει η Συνταγματική επιταγή. Αφήνει άθικτες τις κοινωνικές συνθήκες που παράγουν και καθορίζουν τις κάθε είδους εκφάνσεις του εγκληματικού φαινομένου. Αποσπά και μεταφέρει σε ατομικό επίπεδο τις διαντιδράσεις μεταξύ ενός προσώπου και του περιβάλλοντός του. Διαχειρίζεται άλλες κοινωνικές καταστάσεις (φτώχεια, μετανάστευση κλπ) και όχι την εγκληματικότητα. Καθιστά τους κρατούμενους εξαρτημένους από άλλα πρόσωπα. Αμφισβητείται έτσι η νομιμοποίηση του καθεστώτος στέρησης της ελευθερίας από έναν, έστω και περιορισμένο, κύκλο ατόμων και ομάδων που θέτουν το αίτημα της κατάργησής του και άλλες προωθούν μεταβατικά το αίτημα της προώθησης μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση της θέσης των κρατουμένων, την ενίσχυση της προστασίας και υποστήριξης των δικαιωμάτων τους.
Οι Σωφρονιστικοί Κώδικες όσον αφορά τις προθέσεις των συντακτών τους και τα κριτήρια που χρησιμοποιούν οι σχολιαστές και οι κριτές των νομοθετών είναι Χάρτες των Δικαιωμάτων των κρατουμένων. Όσον αφορά όμως τους εφαρμοστές της σωφρονιστικής διοίκησης τα νομοθετικά κείμενα αξιολογούνται είτε ως εύχρηστα είτε ως δύσχρηστα εργαλεία για τον έλεγχο των συνήθως ανεπαρκών ως προς τις υποδομές, κορεσμένων ως προς τον αριθμό κρατουμένων και με πλήθος ελλείψεων σε στελεχικό δυναμικό φυλακών. Ο προσανατολισμός της νομοθεσίας προς περισσότερο φιλελεύθερες επιλογές, όπως έγινε στη χώρα μας την τελευταία 15ετία, ως δείγμα ανθρωπισμού και πολιτισμού, εξουδετερώνεται από την αδυναμία ή και την προθυμία της διοίκησης να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες είτε σε κανονιστικό είτε σε πρακτικό επίπεδο, και από την αχρησία ή την περιορισμένη ή και προσαρμοσμένη σε άλλους στόχους εφαρμογή τους. Επιδιώκεται η διατήρηση της ισορροπίας στη λειτουργία των φυλακών που διέπεται από τη λογική της κατά το δυνατόν ανώδυνης κράτησης σχετικώς αδρανών ανθρώπων. Έτσι, οι μεν κρατούμενοι θεωρούν πως τους αδικούν παντοιοτρόπως, οι δε υπάλληλοι της σωφρονιστικής διοίκησης θεωρούν ότι οι κρατούμενοι εκμεταλλεύονται ό,τι τους παρέχεται και ότι μονίμως κάτι ετοιμάζουν.
Επομένως, οι φυλακές λειτουργούν υπό καθεστώς επιλεκτικά επιβεβλημένης νομιμότητας, ή νομιμότητας του εφικτού. Ορισμένες φορές δεν διακρίνεται από ένα «καθεστώς σκοπιμότητας». Παρακολουθείται, και ελέγχεται, από ανεξάρτητο δικαστικό λειτουργό στη χώρα μας, που αποτελεί την ελληνική εκδοχή του δικαστή εκτέλεσης των ποινών. Μετά από διάφορα τραγικά γεγονότα, των οποίων εξελίσσεται η δικαστική διερεύνηση, προστέθηκε ένας ακόμη μηχανισμός: ένα σώμα επιθεώρησης καταστημάτων κράτησης που ακόμη δεν έχει αναλάβει έργο. Ταυτόχρονα, προωθείται στην Ελλάδα σχέδιο κανονισμού λειτουργίας φυλακών Α΄ και Β΄ τύπου, δηλαδή «δικαστικές» και «κλειστές φυλακές». Επιδιώκεται η λειτουργία των φυλακών με νέους όρους ώστε να περιορίζονται οι παράνομες κι αθέμιτες συναλλαγές και συνεννοήσεις, όχι όμως και οι επιπτώσεις για το εύρος άσκησης ορισμένων δικαιωμάτων των κρατουμένων. Η εξάρθρωση των λεγόμενων τρομοκρατικών οργανώσεων που έδρασαν μετά τη μεταπολίτευση αλλάζει το τοπίο στις ελληνικές φυλακές. Συγκεκριμένα, σε μια πορεία σύγκλισης προς τις διεθνείς εξελίξεις, και στο όνομα της αποτελεσματικής καταστολής, αρχικά της εμπορίας ναρκωτικών, προηγήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2001 μια δυσμενής νομοθετική μεταβολή στο καθεστώς κράτησης και απόλυσης υπό όρους των καταδίκων που εκτίουν ποινές κάθειρξης για περιπτώσεις διακίνησης. Ο εγκλεισμός ορισμένων καταδίκων, ατομικά ή με βάση κοινά χαρακτηριστικά, σε ειδικά κελιά γεννά προβληματισμούς. Τέτοια περίπτωση είναι η κράτηση σε ειδικά κελιά υπό διαφορετικές συνθήκες των κρατουμένων της υπόθεσης της ΕΟ17Ν, που αντιμετώπισαν τις ακόλουθες διακρίσεις:
1. Διαχωρίστηκαν ουσιαστικά από τους άλλους κρατούμενους καθώς χτίστηκε μια νέα φυλακή υψίστης ασφαλείας μέσα στη φυλακή.
2. Διαχωρίστηκαν μεταξύ τους σε υποομάδες και ορισμένοι δεν στάθηκε δυνατόν να ενταχθούν καν σε αυτές.
3. Είχαν συνολικό χρόνο προαυλισμού μικρότερο από όσο οι άλλοι κρατούμενοι.
4. Η πρόσβασή τους στην ενημέρωση και στην πληροφόρηση ήταν πιο περιορισμένη
5. Τοποθετήθηκαν ένας-ένας σε ατομικά κελιά με μία εξαίρεση για λόγους εξυπηρέτησης ενός εξ αυτών λόγω προβλήματος υγείας.
6. Αρχικά περιορίστηκε ο κύκλος των προσώπων που μπορούσαν να τους επισκεφθούν και ο αριθμός ατομικών ειδών που μπορούσαν να έχουν μαζί τους. Αργότερα η κατάσταση βελτιώθηκε και έγινε καλύτερη από αυτή των άλλων κρατουμένων.
7. Υπήρξαν και άλλες περιπτώσεις διαχωρισμού άλλοτε θετικές και άλλοτε αρνητικές με κυριότερες τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς επικοινωνίας με τους δικηγόρους τους.
Πηγή έμπνευσης των μέτρων ήταν η έκθεση ειδικών της επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης και η οποία δόθηκε στην δημοσιότητα, κατά διαβολική σύμπτωση, δύο ημέρες προτού την έκρηξη της βόμβας στα χέρια ενός από τους κατηγορούμενους. Η έκθεση αυτή ήταν συμβουλευτική προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις στον αγώνα τους κατά της τρομοκρατίας αλλά θα έπρεπε οι όποιες αλλαγές να κατοχυρώνονται με νομοθετικά μέτρα εσωτερικού δικαίου.
Ο εισηγητής έκλεισε λέγοντας ότι, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, είναι θετικό το γεγονός ότι αποφεύχθηκε η νομοθετική καθιέρωση ειδικών συνθηκών κράτησης. Η σημασία της παρατήρησης είναι εμφανής από τη στιγμή που τα περισσότερα από τα μέτρα ήρθησαν στην πορεία. Αναφερόμενος ο ομιλητής στη γενική θεματική του συνεδρίου είπε ότι οι περισσότεροι αναφέρονταν στην 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ως ημερομηνία ορόσημο. Όμως, κατά τον εισηγητή αυτή η ημερομηνία ήταν κορύφωση των προτάσεων που διαμορφώνουν τη σύγχρονη ιστορία. Γι’ αυτό και παρέθεσε ένα τσιτάτο από ένα φυλλάδιο που του είχε παραδώσει πρόσφατα η δικηγόρος Κ. Ιατροπούλου: «ζούμε την επιστροφή της παγκοσμιοποιημενης αμερικανικής λογικής».
Στη συνέχεια μίλησε ο Βασίλης Καρύδης (καθηγητής του Δημοκρίτειου Παν/μίου Θράκης) με θέμα «Φυλακή και Ατομικά Δικαιώματα: Έννοιες Συμβατές;». Ξεκίνησε με ένα κουίζ διαβάζοντας ένα ιδιαίτερα επικριτικό κείμενο-τοποθέτηση για το σχέδιο νόμου για το σωφρονιστικό κώδικα (που τελικά έγινε ο νόμος που διέπει το σωφρονιστικό σύστημα από το 1989). Το εν λόγω κείμενο ήταν η ομιλία του εισηγητή της (αντιπολιτευόμενης τότε) ΝΔ που θεωρούσε ότι το σχέδιο νόμου διεπόταν από συντηρητική, αντιφιλελεύθερη και ξεπερασμένη λογική. Σήμερα θα ηχούσε παράξενο οπότε το ερώτημα που έθεσε ήταν αν όντως όσοι κατέθεταν τις απόψεις αυτές για το σχέδιο νόμου τις πίστευαν.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον Ευγένιο Πασουκάνις που έγραφε πριν από πολλές δεκαετίες τα εξής: «Ο βιομηχανικός καπιταλισμός, η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η πολιτική οικονομία του Ρικάρντο και το σύστημα της πρόσκαιρης κάθειρξης είναι φαινόμενα που ανήκουν σε μία και μοναδική ιστορική εποχή.» Παρά το ότι ψηφίστηκε ένας γενικά εκσυγχρονιστικός νόμος το 1999 που στηριζόταν σε διακομματικό πόρισμα της Βουλής το 1994, η έκθεση της επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπη περιέγραφε την ελληνική περίπτωση με μελανά χρώματα. Από τις αρχές του 1990 παρατηρείται μια μετατόπιση από το προνοιακό στο «ποινικό –τιμωριτικό κράτος». Οι προωθούμενες πολιτικές του λιγότερου κράτους στην οικονομία συνοδεύονται από περισσότερο κράτος στο πεδίο της καταστολής. Ο νέος ‘εσωτερικός εχθρός’ είναι οι φτωχοί και οι μετανάστες. Ο εισηγητής παρέθεσε δεδομένα από έρευνες που δείχνουν ότι, όντως, η πλειονότητα των κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές προέρχονται από τις τάξεις των αναλφάβητων, των ανέργων, πρώην αγροτών και χειρωνακτών εργατών, των μεταναστών καθώς και από περιθωριακές ομάδες εξαρτημένων από ουσίες κλπ˙ αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές φυλακές αποτελούν δείγμα ακραίο των φαινομένων του αποκλεισμού που παρατηρούνται δεκαετίες τώρα στις χώρες της βιομηχανικής Ευρώπης. Αποτελεί σχήμα οξύμωρο, επομένως, να μιλάμε για διασφάλιση στην πράξη των δικαιωμάτων των κρατουμένων όταν αυτά παραβιάζονται συστηματικά εκτός φυλακής. Η μεταναστευτική κοινότητα υφίσταται, σε σχέση με την αναλογία της στο σύνολο του πληθυσμού, 15-20 φορές περισσότερους αστυνομικούς ελέγχους (χωρίς να περιλαμβάνονται οι «επιχειρήσεις-σκούπα»). Οι έλεγχοι αυτοί πολλές φορές καταλήγουν σε κακομεταχείριση στα αστυνομικά τμήματα και στους χώρους κράτησης. Δημιουργείται έτσι ένα συνεχές (continuum) της κοινωνίας και της φυλακής, έτσι ώστε η ανθρωπιστική πολιτική και ο σεβασμός της νομοθεσίας αποδεικνύεται ότι είναι υποκρισία. Ο προορισμός της φυλακής είναι η χειραγώγηση και ο καταναγκασμός. Η σκοπιμότητα της καταστολής δεν υπολογίζει το θεσμικό πλαίσιο του κράτους δικαίου. Ο ομιλητής αναρωτήθηκε: «Μήπως αυτό δεν συμβαίνει και στην υπόθεση της ΕΟ17Ν;» και τόνισε ότι τα παραδείγματα που ανέφερε ο προηγούμενος εισηγητής είναι ενδεικτικά της κατάστασης αυτής. Αυτοί οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν σε ουσιαστική απομόνωση και παρέμειναν στην κατάσταση αυτή και μετά το πέρας της ανάκρισης, παρά τις ενστάσεις για τις παρατυπίες.
Η κατανόηση των ορίων και της φύσης των μηχανισμών καταστολής και του συστήματος των ποινών καθώς και η συνείδηση ότι προοδευτικά συγκροτείται μια κουλτούρα ελέγχου, σύμφωνα με τον ομιλητή, διευκολύνουν την προσπάθεια να μην καταστεί το κράτος δικαίου ένας απλός ευφημισμός.
Στρογγυλό τραπέζι με θέμα: «Εξουσία, Πολιτικό Έγκλημα και Κράτος Δικαίου»
Προεδρεύων της τελευταίας συζήτησης ήταν ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας Δημήτρης Παξινός, ο οποίος τόνισε ότι στόχος του αγώνα όλων πρέπει να είναι η Πολιτεία Δικαίου να καταστεί Πολιτεία Πολιτισμού.
Ο Νίκος Παρασκευόπουλος (καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ) ήταν ο πρώτος ομιλητής. Αναρωτήθηκε αν πράγματι φτάσαμε στο «τέλος του πολιτικού εγκλήματος», όπως κατά κόρον τονίζεται από τον κυρίαρχο λόγο σήμερα. Όμως, εκείνο που, όντως, πραγματοποιείται είναι ο «καταργητισμός» που αναφέρεται σε θεσμούς του κράτους δικαίου. Η φθίνουσα πορεία του ενδιαφέροντος για το πολιτικό έγκλημα ίσως να συνιστά μια αδυναμία της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας. Στις δυναμικές διαδηλώσεις που συνταράσσουν τη μία μετά την άλλη τις μεγαλουπόλεις όπου γίνονται οι συνεδριάσεις των διεθνών πολιτικών και οικονομικών οργανισμών, με αφετηρία αυτές του Seattle, διαπράττονται πολλές πολιτικές ενέργειες που είναι απαραίτητες και αναπόφευκτες (π.χ. αντίσταση κατά της αρχής) για την επίτευξη των στόχων των διαδηλωτών. Αυτό είναι, κατά τον εισηγητή, θέμα που πρέπει να αντιμετωπιστεί στη θεωρία.
Σχετικά με την περίπτωση της δίκης της ΕΟ17Ν, ο εισηγητής τόνισε ότι δύο ακραίες τάσεις έχουν καταγραφεί. Σύμφωνα με την πρώτη, όλες οι επιμέρους εγκληματικές πράξεις της οργάνωσης πρέπει να χαρακτηρίζονται πολιτικές. Σύμφωνα με την δεύτερη, σε συνθήκες δημοκρατίας καμία ενέργεια τέτοιου τύπου δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται ως πολιτική.
Όμως, τόνισε ο εισηγητής, δεν αρκεί η λειτουργία του κοινοβουλίου για να υπάρχει ουσιαστική δημοκρατία και αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε ακόμη την έννοια του πολιτικού εγκλήματος. Αυτή η συζήτηση για το πολιτικό έγκλημα πρέπει να παραμένει πάντοτε ανοιχτή.
Κατ’ αυτόν, το πολιτικό έγκλημα είναι έγκλημα με αχνό θετικό πρόσημο. Δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας του αλλά υπακούει στην αρχή της αναλογίας. Ο πολιτικός στόχος της ελευθερίας και της δημοκρατίας, όμως, πρέπει να επιβάλλεται μόνο με την συνθήκη της αλληλεγγύης.
Αντικειμενικά πρόκειται για πολιτικό έγκλημα λόγω της ύπαρξης πολιτικών στόχων (το έγκλημα που επιτυγχάνει ή επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή πολιτική παρέμβαση με το μικρότερο δυνατό κόστος σε ατομικά έννομα αγαθά).
Υποκειμενικά πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συγκεκριμένων κατηγορουμένων.
Έτσι μπορεί να αναγνωριστεί ως πολιτικό έγκλημα η αξιόποινη συμμετοχή σε μια οργάνωση που επιδιώκει πολιτικούς στόχους, όταν το μέλος της αποχωρεί αφού διαπιστώνει ότι η οργάνωση εκτρέπεται σε ανθρωποκτονίες. Αντίθετα, όταν κάποιος είναι μέλος οργάνωσης που έχει πραγματικούς ή προσχηματικούς πολιτικούς στόχους και διαπράττει ανθρωποκτονίες, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί πολιτικό έγκλημα. Εξαίρεση θα μπορούσα να δεχθώ, τόνισε ο εισηγητής, μόνον την περίπτωση όπου με την ανθρωποκτονία θα κλονιζόταν ένα δικτατορικό καθεστώς.
Τέλος, τόνισε ότι το ποινικό δίκαιο όπως εξελίσσεται περιλαμβάνει πλέον «μεταμοντέρνες» έννοιες που καταργούν τις ιστορικού χαρακτήρα έννοιες. Όμως, τόσο οι πολιτικές συγκρούσεις όσο και η ιστορία δεν έχουν τελειώσει.
Επόμενος ομιλητής ήταν ο δικηγόρος (και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων) Χριστόφορος Αργυρόπουλος, ο οποίος τόνισε ότι μια διεύρυνση της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος ώστε να καταλάβει κάθε εκδήλωση πολιτικού κινήτρου είναι προβληματική. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη αποτέλεσε κατεξοχήν πολιτικό γεγονός με σημαντικότατες ιστορικές επιπτώσεις, όχι όμως και πολιτικό έγκλημα. Η μόνη πράξη κατά της οποίας η έννομη τάξη επιβάλλει τη χρήση βίας είναι η απόπειρα βίαιης κατάλυσής της.
Ο Άλκης Ρήγος (καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου) τόνισε ότι η πολιτική ανάλυση της σημερινής συγκυρίας είναι επείγουσα ανάγκη καθώς μπαίνει πιεστικά από διάφορες πλευρές το θέμα της εξέτασης του κατά πόσο πρέπει να εφαρμόζονται στο έπακρον οι αξίες του κράτους δικαίου. Όμως, το θέμα είναι να μην χαθεί από τον ορίζοντα η εξίσωση «κράτος δικαίου ίσον δίκαιο κράτος». Κι αυτό γιατί ενώ η δημοκρατία αποτελεί κατ’ εξοχήν ανοιχτό σύστημα αξιών και είναι τρόπος ζωής δεν έχει γίνει έτσι κατανοητό και αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία. Η ιστορία της αριστεράς στην Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από τη συνάφειά της με τη λογική που διέτρεχε την ελληνική κοινωνία, παρά τις μεγάλες στιγμές της (π.χ. Εθνική Αντίσταση). Ανέφερε ότι η αριστερά στην Ελλάδα συγκροτήθηκε πρώτα ιδεολογικά και όχι κινηματικά, όπως συνέβη αλλού στη Δυτική Ευρώπη. Η τριτοδιεθνίστικη αντίληψη βρήκε έτσι εύφορο έδαφος για να ανθίσει. Στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης το ΕΑΜ αναδείχθηκε σε έκφραση της ωρίμανσης της εργατικής τάξης και της ανάδειξής της σε εθνική τάξη κατά Πουλαντζά. Η μεταπολίτευση του 1974 έδειξε τα όρια της κυρίαρχης ως τότε λογικής της Αριστεράς, αλλά δεν στάθηκε δυνατή η υπερίσχυση των ιδεών της σύνδεσης έμμεσης και άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχείρισης, με αποτέλεσμα την ενίσχυση φυγόκεντρων προς κάθε κατεύθυνση τάσεων. Το καθήκον των πολιτικών επιστημόνων αλλά και των ίδιων των αριστερών πολιτών είναι να αναζητήσουν τα αίτια της τρομοκρατίας καθώς και την αιτία των αδιεξόδων της εκτός των τειχών αριστεράς.
Wednesday, April 08, 2009
tsakthan daily 08/04/2009
Η Ελένη Σωτηρίου είναι επίσημα δεύτερη στο Ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ
που θα αποτελείται από 11 άνδρες και 11 γυναίκες. Ελπίζω ότι δε θα
"στραβώσει" η ιστορία και ότι όλα θα πάνε καλά. Για πρώτη φορά από τη
μεταπολίτευση ως σήμερα που ατενίζω τα πράγματα με έναν αέρα
αισιοδοξίας παραπάνω από τα συνηθισμένα για την ιδιοσυγκρασία μου
επίπεδα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μαζί του και κάποιους/ες από τους/τις υποψήφιους/ες
του ψηφοδελτίου των Οικολόγων-Πράσινων θα ήταν ακόμη καλύτερα τα
πράγματα. Την επόμενη φορά...
Ανατολή και δύση
Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή
Μουσική: Λένα Πλάτωνος
Πρώτη εκτέλεση: Σαββίνα Γιαννάτου
Περνά-περνά η ώρα κυλά πάνω στη γη,
κυλά-κυλά η ώρα σαν κρέμα σαντιγί
κι ο ήλιος ανατέλει ξανά πάνω στα κίτρινα βουνά,
τρέχει παγωτό λεμόνι, ξημερώνει.
Περνά-περνά η ώρα κυλά πάνω στη γη,
κυλά-κυλά η ώρα σαν κρέμα σαντιγί
κι ο ήλιος βασιλεύει ξανά, πέφτει στα κόκκινα βουνά,
μαρμελάδα από κυδώνι και νυχτώνει.
Περνά-περνά η ώρα κυλά πάνω στη γη,
κυλά-κυλά η ώρα σαν κρέμα σαντιγί.
Θανάσης Τσακίρης
http://tsakiris.snn.gr
http://tsakthan.blogspot.com
http://tsakthan.wordpress.com
http://antiracistes.wordpress.com
http://homoecologicus.wordpress.com
http://leftypedia.wordpress.com
http://greekunions.wordpress.com
http://femininmasculin.wordpress.com
http://ilioupoli.wordpress.com
http://kinisiyperaspisis.blogspot.com
Το ΠαΣοΚ κλείνει (αριστερούς) λογαριασμούς
ΤΟ ΒΗΜΑ
Επιστολή Παπανδρέου προς τη ΓΓ του ΚΚΕ- Η Ιπποκράτους οριοθετεί τις
σχέσεις με Περισσό και Κουμουνδούρου
ΡΕΠΟΡΤΑΖΑΓΓ. ΚΩΒΑΙΟΣ | Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Με δεδομένη την ημερομηνία της αναμέτρησης της 7ης Ιουνίου
για τις ευρωεκλογές, το ΠαΣοΚ θα επιχειρήσει σαφή οριοθέτηση των
σχέσεών του με τα κόμματα της Αριστεράς.
Εντός των αμέσως προσεχών ημερών (ίσως και σήμερα) θα αποσταλεί η
γραπτή απάντηση του κ. Γ.Παπανδρέου προς τη ΓΓ του ΚΚΕ κυρία Αλέκα
Παπαρήγα, η οποία προ ημερών διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για τις επιθέσεις
που δέχονται η ίδια και το κόμμα της από τον κ. Θ.Πάγκαλο . Το αν ο κ.
Παπανδρέου θελήσει να προσφέρει κάποιες ενδείξεις των διαθέσεών του
στη σημερινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή θα εξαρτηθεί
πάντως και από τη στάση που θα τηρήσουν τα κόμματα της Αριστεράς.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στην επιστολή προς την κυρία Παπαρήγα, η οποία
έχει ήδη συνταχθεί, ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ θα καθιστά σαφές ότι δεν έχει
διάθεση να αποδοκιμάσει τον κ. Πάγκαλο και τα όσα έχει πει ο
κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ, ειδικώς για τον ρόλο του ΚΚΕ
στην περίοδο του Εμφυλίου και μετέπειτα. Ο κ. Παπανδρέου άλλωστε έχει
ήδη αρχίσει να μιλάει για ανάγκη εξέτασης της Ιστορίας μακριά από τους
δογματισμούς του παρελθόντος, πράγμα που αναμένεται να θίγει και στην
επιστολή του, με την οποία πάντως θα θελήσει να τερματίσει τις «μάχες
ατάκτων».
Με τον τρόπο αυτόν η Ιπποκράτους επιθυμεί να θέσει συγκεκριμένες
διαχωριστικές γραμμές με τον Περισσό, απ΄ όπου δεν προσδοκά ουσιαστικά
εκλογικά οφέλη. Γνωρίζουν εξάλλου ο κ. Παπανδρέου και οι συνεργάτες
του ότι το αντιευρωπαϊκό πλαίσιο ρητορείας του ΚΚΕ, σε συνδυασμό με
την πάγια συμψηφιστική διάθεση του κόμματος έναντι της ΝΔ και του
ΠαΣοΚ, συνιστά ένα πεδίο αντιπαράθεσης. Γι΄ αυτό και δεν ήταν τυχαία η
χθεσινή επισήμανση ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης
τοποθετεί τον εαυτό του στον χώρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Διαφορετική στάση τηρείται έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των άλλων και
επειδή το ΠαΣοΚ θεωρεί ότι έχει ακόμη περιθώρια «επαναπατρισμού» δικών
του δυσαρεστημένων ή διστακτικών ψηφοφόρων. Επειτα από την προχθεσινή
πρόταση πέντε σημείων του κ.
Αλ.Αλαβάνου, στην Ιπποκράτους φροντίζουν να μην εμφανίζονται
απορριπτικοί, κάνοντας παράλληλα και συγκεκριμένες διευκρινίσεις.
Ειδικώς σε ό,τι αφορά την πρόταση κοινής δράσης για την κατάρτιση του
Συμφώνου Σταθερότητας, ο κ.
Γ.Παπακωνσταντίνου διευκρίνισε χθες ότι«εμείς δεν μιλάμε για
κατάργηση,μιλάμε για μετεξέλιξη », ενώ υπενθύμισε τη στάση του ΠαΣοΚ
κατά της επανεκλογής του κ. Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής.
«Υπάρχει μια σειρά από ζητήματα πάνω στα οποία μπορούμε να
συμφωνήσουμε.Η θέση μας ήταν και είναι σταθερή.Εμείς επιδιώκουμε έναν
διάλογο.Ως τώραο διάλογος αυτός έβρισκε κλειστές πόρτες.Είναι ένα
ερώτημα μετά την τοποθέτηση του κ. Αλαβάνου, εάν τώρα οι συνθήκες
έχουν αλλάξει. Θα το δείξει αυτό το μέλλον» τόνισε ο εκπρόσωπος Τύπου
του ΠαΣοΚ, φροντίζοντας να επισημάνει ότι πολλές φορές«οι θέσεις του
ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ενιαίες».
ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΣΙΠΡΑ ΚΑΤΑ ΠΑΓΚΑΛΟΥ
«Ο άνθρωπος έχει ξεφύγει»
Επίθεση κατά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠαΣοΚ κ.
Θ. Πάγκαλουσχετικά με τις δηλώσεις του για τον ΣΥΡΙΖΑ εξαπέλυσε χθες ο
πρόεδρος του ΣΥΝ κ.
Αλ. Τσίπρας από τα Γιαννιτσά όπου περιοδεύει. Οπως είπε«ο άνθρωπος
έχει ξεφύγει. Δεν ξέρει τι λέει. Νομίζεις ότι ακούς τον Καρατζαφέρη.
Απλώς ο Καρατζαφέρης φροντίζει να φαίνεται λιγότερο επιθετικός».
Επιπλέον υπογράμμισε ότι το ΠαΣοΚ παρακολουθεί με αμηχανία τις
εξελίξεις καθώς από τη μία υψώνει τους αντιπολιτευτικούς
τόνους«προκειμένου να καρπωθεί όσο μεγαλύτερο κομμάτι μπορεί από τη
λαϊκή δυσαρέσκεια»και από την άλλη«συγκατατίθεται στους βασικούς
άξονες της κυβερνητικής πολιτικής». Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΥΝ,
σήμερα, δύο σχέδια για την έξοδο από τη κρίση διασταυρώνουν τα ξίφη
τους, καλώντας την κοινωνία να ενεργοποιηθεί για να επικρατήσει η
γραμμή της Αριστεράς υπέρ της εργασίας και των κοινωνικών
δικαιωμάτων.
Αντίθετα, όπως ανέφερε«το σχέδιο της συναίνεσης»ευρωπαϊκής Δεξιάς και
σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζει την κρίση ως ευκαιρία όχι για αλλαγή
αλλά«για εμβάθυνση της αποτυχημένης και καταστροφικής νεοφιλελεύθερης
πολιτικής».
*«Κλείδωσε» χθες στη συνεδρίαση της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και η
δεύτερη θέση για το ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος με την υποψηφιότητα
της κυρίαςΕλένης Σωτηρίου, εκπροσώπου της Κομμουνιστικής Οργάνωσης
Ελλάδος (ΚΟΕ). Η 37χρονη κοινωνιολόγος υπήρξε από το 1993 μέλος της
οργάνωσης Α/συνέχεια η οποία το 2003 μετεξελίχθηκε στην ΚΟΕ, ενώ έχει
διατελέσει επί πολλά χρόνια μέλος της διοίκησης του Συνδέσμου
Ιδιωτικών Υπαλλήλων Αθήνας.
ΗΜΕΡΗΣΙΑ
«Συμμαχία» με τα συνδικάτα θέλει ο ΣΕΒ
Χαρακτηρίζοντας ουτοπία το μοντέλο της «κομματικής συναίνεσης» ο κ.
Δασκαλόπουλος κάλεσε σε ενεργητική συστράτευση τις υπεύθυνες
παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας σε ανοικτό φόρουμ με θέμα «Η κρίση
που μας απειλεί....η κρίση που μας προκαλεί», που διοργάνωσε χθες ο
ΣΕΒ.
"Η" 8/4
Της Μανταλένας Πίου
Eυθύνες στα κόμματα, στη Δημόσια Διοίκηση, στους συνδικαλιστές και
τους επιχειρηματίες για την κρίση που πλήττει την ελληνική οικονομία
επέρριψε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο οποίος ζήτησε να
αναλάβουν οι εργοδότες μαζί με τους εργαζόμενους τη διαχείριση της
κοινωνικής πρόνοιας, αρχής γενομένης από το ΛΑΕΚ.
Σε ό,τι αφορά τη μείωση των ημερών εργασίας με αντίστοιχη μείωση των
αποδοχών, τάχθηκε υπέρ της πρότασης αρκεί να εφαρμόζεται με βάση το
ισχύον θεσμικό πλαίσιο, με συναίνεση των εργαζόμενων.
Τόνισε πάντως ότι οι βιομήχανοι θα τιμήσουν την υπογραφή τους, σε ό,τι
αφορά τις αυξήσεις της γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.
Στο ανοικτό φόρουμ με θέμα «η κρίση που μας απειλεί? η κρίση που μας
προκαλεί», που διοργάνωσε χθες ο ΣΕΒ, ο κ. Δασκαλόπουλος κάλεσε σε
ενεργητική συστράτευση τις υπεύθυνες παραγωγικές δυνάμεις της
κοινωνίας, εγκαταλείποντας το μοντέλο της «κομματικής συναίνεσης», το
οποίο χαρακτήρισε ουτοπία. «Η κοινωνική συναίνεση είναι όμως εφικτή
και αναγκαία», είπε, υπογραμμίζοντας ότι «η κοινωνική σιγουριά και η
συλλογική ελπίδα δεν προσφέρονται σε κομματικές συσκευασίες».
Ευθύνες
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ επέρριψε ευθύνες για το σημερινό αδιέξοδο στα
κόμματα, στην απαίδευτη και ευθυνόφοβη Δημόσια Διοίκηση, στο
υπερκομματικό κράτος της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και την
αναποτελεσματικότητας, στο συνδικαλιστικό κίνημα που επιδιώκει τη
διαφύλαξη των κεκτημένων και στην επιχειρηματική κοινότητα που δεν
έχει πάντα διακριθεί για τη συλλογική της συνείδηση.
«Σήμερα το δημοσιονομικό προτάσσεται ως το μεγάλο μας πρόβλημα. Στην
πράξη είναι αποτέλεσμα της δικής μας χρόνιας ατολμίας: Πληρώνουμε τώρα
το συσσωρευμένο κόστος όσων δεν τολμήσαμε να πράξουμε. Η λύση πρέπει
να αναζητηθεί στις διαρθρωτικές αλλαγές», δήλωσε.
Αναφερόμενος στο συνδικαλιστικό κίνημα είπε ότι μπορεί να τροφοδοτήσει
την κοινωνική συναίνεση αν καταστεί φορέας δημιουργικών πρωτοβουλιών,
που να εκφράζουν τις διεκδικήσεις του σύγχρονου εργαζόμενου και όχι
τις φοβίες του, ενώ για την επιχειρηματική τάξη δήλωσε ότι μπορεί να
συμβάλει, αν εκσυγχρονιστεί και επιδείξει κοινωνική ευθύνη.
Κοινά αιτήματα
Την ιδιότυπη «συμμαχία» συνδικαλιστών- επιχειρήσεων, ο πρόεδρος του
ΣΕΒ φαίνεται να προωθεί μέσα από διάλογο με την ΓΣΕΕ, με στόχο τη
διατύπωση κοινών αιτημάτων όσον αφορά στη διαχείριση των πόρων που
συνεισφέρουν εργοδότες και εργαζόμενοι στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας
και ασφάλισης.
Ο κ. Δασκαλόπουλος δήλωσε πως είναι πολύ κοντά στη κατάθεση κοινού
αιτήματος με τη ΓΣΕΕ για την ανάληψη της διαχείρισης του ΛΑΕΚ, που
ίσως αποτελέσει τον «πιλότο», για να διεκδικήσουν οι κοινωνικοί
εταίροι τη διαχείριση του ΟΑΕΔ και αργότερα του ΙΚΑ. Μάλιστα άφησε να
διαφανεί, ότι το ευρωπαϊκό σύνταγμα που έχει ψηφίσει η ελληνική βουλή
δίνει τη δυνατότητα αυτή.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ δήλωσε επίσης ότι τα κονδύλια που συγκεντρώνουν οι
οργανισμοί είναι αρκετά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων,
επιρρίπτοντας στο κράτος την ευθύνη για την μη αποτελεσματική
διαχείρισή τους ως σήμερα.
Ερωτώμενος τέλος για τις προτάσεις του προέδρου του ΕΒΕΑ Κωσταντίνου
Μίχαλου, ο κ. Δασκαλόπουλος είπε ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο
είναι επαρκές και ότι με βάση αυτό, μπορούν κατά περίπτωση να
εφαρμόζονται μέτρα όπως π.χ. η μείωση των ημερών εργασίας κ.λπ.
Φταίνε όλοι
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ επέρριψε ευθύνες για το σημερινό αδιέξοδο στα
κόμματα, στην απαίδευτη και ευθυνόφοβη Δημόσια Διοίκηση, στο
υπερκομματικό κράτος της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και την
αναποτελεσματικότητας, στο συνδικαλιστικό κίνημα που επιδιώκει τη
διαφύλαξη των κεκτημένων και στην επιχειρηματική κοινότητα που δεν
έχει πάντα διακριθεί για τη συλλογική της συνείδηση.
«Πιλότος»
Ο κ. Δασκαλόπουλος δήλωσε πως είναι πολύ κοντά στη κατάθεση κοινού
αιτήματος με τη ΓΣΕΕ για την ανάληψη της διαχείρισης του ΛΑΕΚ, που
ίσως αποτελέσει τον «πιλότο», για να διεκδικήσουν οι κοινωνικοί
εταίροι τη διαχείριση του ΟΑΕΔ και αργότερα του ΙΚΑ.
Bαθιές τομές, αντίδοτο στην κρίση Ερευνα της MRB για τον ΣΕΒ
Υπέρ των τολμηρών αλλαγών στην οικονομία ακόμα και αν πλήξουν κάποιους
τάσσεται η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, εκφράζοντας ταυτόχρονα
απαισιοδοξία για το μέγεθος και την ένταση της κρίσης, σύμφωνα με
έρευνα της MRΒ για λογαριασμό του ΣΕΒ, που ανακοινώθηκε χθες στο
ανοικτό φόρουμ.
Το 76,9% βλέπει την έξοδο από την κρίση να έρχεται μέσα από βαθιές
τομές στην οικονομία. Το 80,2% πιστεύει ότι η κρίση ανέδειξε τις
αδυναμίες που υπήρχαν εδώ και δεκαετίες. Επιρρίπτουν τη μεγαλύτερη
ευθύνη στις κυβερνήσεις, το 33,7% στη σημερινή κυβέρνηση και το 32,3%
στις προηγούμενες, στις τράπεζες (23,6%), στις επιχειρήσεις (8,2%)
στους συνδικαλιστικούς φορείς (7,4%) κλπ.
Το 42,3% εκτιμά ότι οι αλλαγές που θα επιφέρει η κρίση, αλλού θα
αναβαθμίσουν και αλλού θα ζημιώσουν την οικονομία. Το 59,3% των νέων
ηλικία 18-24 ετών και το 62,6% των φοιτητών ζητούν μεγαλύτερο ρόλο και
ενίσχυση του κράτους. Οι υποστηρικτές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας
περιορίζονται στο 40,4%, καθώς το 51,4% θεωρεί ότι η αναβάθμιση της
οικονομίας «περνά» μέσα από την ενίσχυση του κράτους.
Εμπόδια
Κυβέρνηση, τράπεζες και μέσα μαζικής ενημέρωσης δυσχεραίνουν με τη
στάση και τις αποφάσεις τους την αντιμετώπιση της κρίσης εκτιμούν σε
ποσοστά 30,1%, 28,2% και 21,7% αντίστοιχα οι ερωτηθέντες, ενώ
αποδίδουν ευθύνες και στις επιχειρήσεις (12,3%), στα κόμματα της
αντιπολίτευσης (12,2%) και στους συνδικαλιστικούς φορείς (7,7%).
Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009 07:00
Απάντηση στον Περισσό για την κριτική του Θ. Πάγκαλου
Εως το τέλος της εβδομάδας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Α. Παπανδρέου, θα
απαντήσει στην επιστολή που του απέστειλε η γ.γ. του ΚΚΕ Αλέκα
Παπαρήγα, διαμαρτυρόμενη για την κριτική-πολεμική του κ. Θεόδωρου
Πάγκαλου εις βάρος του κόμματος της.
Ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, παρά τις επίμονες
ερωτήσεις των δημοσιογράφων, απέφυγε να προϊδεάσει για το περιεχόμενο
της απάντησης, ενώ απέρριψε και τις ερμηνείες ότι ο κ. Πάγκαλος
κινείται σε διαφορετική γραμμή από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, εκτρεπόμενος
σε προσωπικές επιθέσεις κατά των ηγεσιών ΚΚΕ και ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.
«Αν μετρούσαμε όλες τις προσωπικές αναφορές -και έχουν γίνει πολλές
από την ηγεσία του ΣΥΝ για το ΠΑΣΟΚ και τον πρόεδρο του- τότε δεν θα
μπορούσε να γίνει ποτέ κανένας διάλογος», σημείωσε ο κ.
Παπακωνσταντίνου.
Ο ίδιος επεσήμανε ότι είναι σταθερή θέση του ΠΑΣΟΚ η επιδίωξη ενός
διαλόγου με τις προοδευτικές δυνάμεις και συμπλήρωσε: «Μέχρι τώρα ο
διάλογος αυτός έβρισκε κλειστές πόρτες και θα δείξει το μέλλον, εάν
μετά την προχθεσινή τοποθέτηση Αλαβάνου οι συνθήκες έχουν αλλάξει».
Ο κ. Παπακωνσταντίνου τόνισε πως το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει τα πράγματα
από τη σκοπιά και το πλαίσιο της σύγχρονης Ευρωπαϊκής
Σοσιαλδημοκρατίας και επανέλαβε πως το ΠΑΣΟΚ, είτε έχει αυτοδυναμία
είτε όχι, θα ανοιχτεί σε ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις, επιδιώκοντας
συναινέσεις.
Να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τη μετριοπαθή διάθεση του κ. Αλαβάνου
προχθές, ο πρόεδρος του ΣΥΝ, Αλέξης Τσίπρας, χθες από τα Γιαννιτσά
επιτέθηκε με σφοδρότητα στον κ. Πάγκαλο, λέγοντας πως «ο άνθρωπος έχει
ξεφύγει, δεν ξέρει τι λέει. Νομίζεις ότι ακούς τον Καρατζαφέρη, ο
οποίος φροντίζει να φαίνεται λιγότερο επιθετικός».
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η αρχηγός των Πρασίνων της Βιέννης υποψήφια των Ελλήνων Οικολόγων
Η Ελληνίδα βουλευτής και αρχηγός των Πρασίνων της Βιέννης Μαρία
Βασιλάκου θα είναι υποψήφια των Ελλήνων Οικολόγων στις ευρωεκλογές
Την υποψηφιότητά της στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7
Ιουνίου, με το Κόμμα Οικολόγων στην Ελλάδα, ανακοίνωσε σε δηλώσεις της
σε αυστριακά Μέσα Ενημέρωσης, η Ελληνίδα Μαρία Βασιλάκου, αρχηγός της
κοινοβουλευτικής ομάδας του Κόμματος των Πρασίνων της αντιπολίτευσης
στην τοπική Βουλή του ομόσπονδου κρατιδίου της Βιέννης και αρχηγός της
οργάνωσης του στην αυστριακή πρωτεύουσα.
Η κ. Βασιλάκου θα βρίσκεται στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου των
Ελλήνων Οικολόγων για τις ευρωεκλογές, και, όπως τόνισε η ίδια,
πρόκειται για μια υποψηφιότητα «αλληλεγγύης» και δεν σκοπεύει, σε
περίπτωση εκλογής της, να συμμετάσχει ως μέλος στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο.
Όπως ανέφερε η κ. Βασιλάκου, ρωτήθηκε σχετικά από το Ευρωπαϊκό Κόμμα
των Πρασίνων εάν θα μπορούσε, ως γνωστή προσωπικότητα και ως
επιτυχημένη πολιτικός των Πρασίνων, να συνδράμει στον προεκλογικό
αγώνα των Ελλήνων Οικολόγων, κάτι που αποδέχθηκε.
Πρόσθεσε ακόμη ότι οι Έλληνες Οικολόγοι δεν εκπροσωπούνται μέχρι τώρα
στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ προϋπόθεση για να μπορέσουν να εκλέξουν
ευρωβουλευτή είναι η επίτευξη του εκλογικού μέτρου του 3%.
Η ίδια, όπως είπε, είναι σχετικά πολύ γνωστή στην Ελλάδα, πολλοί
Έλληνες τη γνωρίζουν ως Ελληνίδα που δραστηριοποιείται ως πολιτικός
στη Βιέννη, ενώ ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης απευθύνονται συχνά στην ίδια
ως δημοφιλή συνομιλητή για οικολογικά θέματα.
Η κ. Βασιλάκου είχε αναλάβει πέρσι τον Ιούνιο και αντιπρόεδρος των
Πρασίνων της Αυστρίας, οι οποίοι μετά τις ομοσπονδιακές βουλευτικές
εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου είναι το πέμπτο σε δύναμη πολιτικό
κόμμα στην Αυστρία, διαθέτοντας στην αυστριακή Βουλή 20 στο σύνολο των
183 εδρών της.
Η Μαρία Βασιλάκου, η οποία είχε εκλεγεί τον Ιούνιο του 2004 νέα
αρχηγός των Πρασίνων της Βιέννης και αρχηγός της κοινοβουλευτικής
ομάδας τους στην τοπική Βουλή, εκλέγεται με το Κόμμα των Πρασίνων στην
τοπική Βουλή της Βιέννης από το 1996.
Η Ελληνίδα πολιτικός γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1969 στην Αθήνα και
βρίσκεται από το 1986 στη Βιέννη, όπου σπούδασε ψυχολογία και
γλωσσολογία, συμμετέχοντας από τα πρώτα χρόνια των σπουδών της ενεργά
στο φοιτητικό κίνημα, για να εκλεγεί το Νοέμβριο 1996 για πρώτη φορά
στην τοπική Βουλή της Βιέννης με το Κόμμα των Πρασίνων.
Στις τελευταίες ομοσπονδιακές βουλευτικές εκλογές στις 28 Σεπτεμβρίου
2008 το Κόμμα των Πρασίνων αναδείχθηκε πέμπτο σε δύναμη κόμμα της
αυστριακής ομοσπονδιακής Βουλής, κατακτώντας ποσοστό 10,4% και 20
έδρες, ενώ στις τοπικές και δημοτικές εκλογές της Βιέννης τον Οκτώβριο
του 2005 είχε πετύχει ποσοστό 14,63% και 14 έδρες στο σύνολο των 100
εδρών της τοπικής Βουλής.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΗΜΕΡΗΣΙΑ
Απώλειες 10% θα έχει η Ν.Δ. στις ευρωεκλογές του Ιουνίου
Σύμφωνα με τις ευρω-προβλέψεις η Ν.Δ. χάνει 4 από τις 11 έδρες που
κατέχει σήμερα. Το ΠΑΣΟΚ προβλέπεται να κερδίσει 4 ποσοστιαίες μονάδες
και να ανέλθει στο 38,0%
"Η" 8/4
Βρυξέλλες, Γιώργος Δαράτος
Η Κεντροδεξιά (Χριστιανοδημοκράτες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος-ΕΛΚ)
θα συνεχίσει και την επερχόμενη 5ετία, μετά τις ευρωεκλογές του
Ιουνίου, να είναι η μεγάλη μαζική Ομάδα στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
που θα εκλεγεί τον Ιούνιο, αλλά με λιγότερες έδρες (249 επί συνόλου
736) και με μικρότερο ποσοστό (33% έναντι 37% στο απερχόμενο
Ευρωκοινοβούλιο).
Τα σχετικά στοιχεία προέρχονται από έρευνα Βρετανών πανεπιστημιακών
ερευνητών που διεξήχθη για λογαριασμό της εταιρείας δημοσίων σχέσεων
και συμβούλων «Burson - Marsteller Europe».
Ελλάδα
Ειδικά για την Ελλάδα η ίδια έρευνα δείχνει μεγάλες απώλειες στις
ευρωεκλογές της Νέας Δημοκρατίας σε ποσοστό -10%, δηλαδή από 43,1%
στις ευρωεκλογές του 2004 σε 33,1% στις προσεχείς ευρωεκλογές του
Ιουνίου.
Με αυτό το ποσοστό και σε συνδυασμό με τη μείωση συνολικά των εδρών
για την Ελλάδα από 24 σε 22, η Ν. Δημοκρατία χάνει 4 από τις 11 έδρες
που κατέχει σήμερα πέφτοντας στις επτά (7). Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ
προβλέπεται να κερδίσει 4 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή από 34,0% που
είχε το 2004 να ανέλθει τώρα στο 38,0% και κρατά τις 8 έδρες που ήδη
κατέχει.
Οι υπόλοιπες έδρες κατανέμονται μεταξύ των μικρότερων κομμάτων, εκ των
οποίων τρία εμφανίζουν αξιόλογες αυξήσεις του ποσοστού τους, ενώ ένα,
το ΚΚΕ, παρουσιάζει μικρή κάμψη. Συγκεκριμένα, ο ΣΥΝ από 4,2% στις
ευρωεκλογές του 2004 ανεβαίνει στο 7,5% και κερδίζει μια επιπλέον έδρα
(από 1 περνάει στις 2).
Το ΚΚΕ από 9,5% το 2004 προβλέπεται ότι θα έχει απώλειες της τάξης του
-0,8% πέφτοντας στο 8,7% χάνοντας κατά συνέπεια και μια από τις τρεις
(3) έδρες που κατέχει και σήμερα.
Σημαντική άνοδο εμφανίζει επίσης ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ),
ο οποίος από 4,1% το 2004 κερδίζει 3,8 ποσοστιαίες μονάδες και
ανεβάζει το ποσοστό του στο 7,9% κερδίζοντας και μια επιπλέον έδρα
(από 1 σε 2).
Τέλος, εντυπωσιακή, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, προβλέπεται η
παρουσία των Οικολόγων - Πρασίνων, οι οποίοι από ανύπαρκτοι στις
ευρωεκλογές του 2004 κερδίζουν -με βάση τη δημοσκόπηση- στις
ευρωκλογές του Ιουνίου 4,8% και παίρνουν μια έδρα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στις προσεχείς ευρωεκλογές, ο συνολικός
αριθμός των εδρών στο Ευρωκοινοβούλιο μειώνεται από 785 που είναι
σήμερα στις 736.
Η μείωση αυτή επηρεάζει αρνητικά τον αριθμό των ευρωβουλευτών που
εκλέγονται σε κάθε κοινοτική χώρα. Ειδικά στην Ελλάδα ο αριθμός των
ευρωβουλευτών από 24 πέφτει στους 22 και το κατώφλι εισόδου ενός
κόμματος στην κατανομή των εδρών βρίσκεται στο 3% των ψήφων.
Οριακά
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα οι σοσιαλιστές στο σύνολό τους αυξάνουν
οριακά τη δύναμή τους ανεβάζοντας το ποσοστό τους στο 29% (209 έδρες)
έναντι 27% που έχουν στο απερχόμενο ευρωκοινοβούλιο.
Οι Φιλελεύθεροι εξασφαλίζουν 87 έδρες, ενώ μια νέα Ομάδα συντηρητικών
ευρωβουλευτών με πυρήνα τους Βρετανούς συντηρητικούς που αποχώρησαν
από την Κεντροδεξιά παράταξη, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ)
προβλέπεται να κερδίσει 58 έδρες.Οι αντιευρωπαίοι και ακροδεξιοί θα
παραμείνουν σταθεροί με γύρω στις 45 συνολικά έδρες.
Στο απερχόμενο Ευρωκοινοβούλιο οι κεντροδεξιές δυνάμεις εμφανίζουν μια
σαφή υπεροχή εδρών (40%) σε σχέση προς τις κεντροαριστερές δυνάμεις
(38%), στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι δύο αυτοί μεγάλοι πόλοι
προβλέπεται ότι θα είναι ποσοτικά ισοδύναμοι με περίπου 41% ο καθένας
τους.
Στην Ευρώπη
Αυστρία
Απώλειες χωρίς όμως αρνητικές εσωτερικές επιδράσεις στα δύο μεγάλα
κόμματα που συγκυβερνούν: Σοσιαλδημοκράτες και χριστιανοδημοκράτες.
Βέλγιο
Κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Όλα τα μεγάλα κόμ-ματα θα χάσουν
έδρες, εκτός από τους Φλαμανδούς σοσιαλιστές που είναι στην
αντιπολίτευση και τους γαλλόφωνους χριστιανοδη- μοκράτες. Η Άκρα Δεξιά
και στη Φλάνδρα και στη Βαλονία κερδίζουν έδρες.
Κύπρος
Ανοδος σε ποσοστά του ΔΗΣΥ, πτώση του ΑΚΕΛ, χωρίς, όμως, μετακίνηση
εδρών από το ένα κόμμα στο άλλο.
Δανία
Πρώτο το σοσιαλδη- μοκρατικό κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολί-τευση.
Κέρδη από τα μικρά αριστερά κόμματα.
Γαλλία
Η Κεντροδεξιά, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στην κυβέρνηση, θα βγει
κερδι-σμένη. Αντίθετα, οι Σοσιαλιστές θα κάνουν χειρότερη εμφάνιση από
ότι προ πενταετίας. Το νέο ακροαριστερό «Αντικα- πιταλιστικό κόμμα» θα
κερδίσει πολλές έδρες, ενώ η Ακρα Δεξιά (Λεπέν) και οι Οικολόγοι θα
χάσουν μερικές.
Γερμανία
Οι Χριστιανοδημοκράτες θα κερδίσουν περισσότερες έδρες από τους
Σοσιαλδη-μοκράτες. Κέρδη θα έχουν και οι Φιλελεύθεροι και το Κόμμα της
Αριστεράς, ενώ οι Οικολόγοι μπορεί να χάσουν κάποιες έδρες.
Ιταλία
Δύσκολα τα προγνωστικά διότι θα μονομαχήσουν δύο νέα κόμματα, αυτό του
Μπερλουσκόνι εναντίον του Δημοκρατικού Κόμματος, που δεν υπήρχαν στις
προηγούμενες ευρωεκλογές.
Ολλανδία
Απώλειες θα έχουν τα δύο μεγάλα κυβερνητικά κόμματα. Αντίθετα κέρδος
τριών εδρών προβλέπεται για το Ποπουλίστικο ακροδεξιό «Κόμμα της
Ελευθερίας».
Πολωνία
Το κυβερνών κόμμα της κεντροδεξιάς και το αντιπολιτευόμενο συντηρητικό
κόμμα θα μοιρασθούν τις περισσότερες έδρες.
Πορτογαλία
Οι Σοσιαλιστές που κυβερνούν προηγούνται στην κούρσα. Οι συντηρητικοί
και το «Αριστερό Μέτωπο» θα κερδίσουν έδρες.
Ισπανία
Αναμένεται οι Σοσιαλιστές, μεσούσης της κρίσεως, να χάσουν αρκετές
έδρες χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ωφεληθούν οι Κεντροδεξιοί. Τα
κέρδη θα αποκομίσουν τα μικρά περιφερειακά κόμματα.
Σουηδία
Οι αντιπολιτευόμενοι σοσιαλδημοκράτες αναμέ-νεται να βγουν πρώτοι εις
βάρος των ευρωσκεπτικιστών.
Μ. Βρετανία
Στα γκάλοπ προηγείται το Συντηρητικό Κόμμα, αλλά οι Εργατικοί -είχαν
πάει πολύ άσχημα στις ευρωεκλογές του 2004- δεν θα χάσουν τελικά έδρες
επειδή το εκλογικό σύστημα τους ευνοεί.
που θα αποτελείται από 11 άνδρες και 11 γυναίκες. Ελπίζω ότι δε θα
"στραβώσει" η ιστορία και ότι όλα θα πάνε καλά. Για πρώτη φορά από τη
μεταπολίτευση ως σήμερα που ατενίζω τα πράγματα με έναν αέρα
αισιοδοξίας παραπάνω από τα συνηθισμένα για την ιδιοσυγκρασία μου
επίπεδα. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε μαζί του και κάποιους/ες από τους/τις υποψήφιους/ες
του ψηφοδελτίου των Οικολόγων-Πράσινων θα ήταν ακόμη καλύτερα τα
πράγματα. Την επόμενη φορά...
Ανατολή και δύση
Στίχοι: Μαριανίνα Κριεζή
Μουσική: Λένα Πλάτωνος
Πρώτη εκτέλεση: Σαββίνα Γιαννάτου
Περνά-περνά η ώρα κυλά πάνω στη γη,
κυλά-κυλά η ώρα σαν κρέμα σαντιγί
κι ο ήλιος ανατέλει ξανά πάνω στα κίτρινα βουνά,
τρέχει παγωτό λεμόνι, ξημερώνει.
Περνά-περνά η ώρα κυλά πάνω στη γη,
κυλά-κυλά η ώρα σαν κρέμα σαντιγί
κι ο ήλιος βασιλεύει ξανά, πέφτει στα κόκκινα βουνά,
μαρμελάδα από κυδώνι και νυχτώνει.
Περνά-περνά η ώρα κυλά πάνω στη γη,
κυλά-κυλά η ώρα σαν κρέμα σαντιγί.
Θανάσης Τσακίρης
http://tsakiris.snn.gr
http://tsakthan.blogspot.com
http://tsakthan.wordpress.com
http://antiracistes.wordpress.com
http://homoecologicus.wordpress.com
http://leftypedia.wordpress.com
http://greekunions.wordpress.com
http://femininmasculin.wordpress.com
http://ilioupoli.wordpress.com
http://kinisiyperaspisis.blogspot.com
Το ΠαΣοΚ κλείνει (αριστερούς) λογαριασμούς
ΤΟ ΒΗΜΑ
Επιστολή Παπανδρέου προς τη ΓΓ του ΚΚΕ- Η Ιπποκράτους οριοθετεί τις
σχέσεις με Περισσό και Κουμουνδούρου
ΡΕΠΟΡΤΑΖΑΓΓ. ΚΩΒΑΙΟΣ | Τετάρτη 8 Απριλίου 2009
Με δεδομένη την ημερομηνία της αναμέτρησης της 7ης Ιουνίου
για τις ευρωεκλογές, το ΠαΣοΚ θα επιχειρήσει σαφή οριοθέτηση των
σχέσεών του με τα κόμματα της Αριστεράς.
Εντός των αμέσως προσεχών ημερών (ίσως και σήμερα) θα αποσταλεί η
γραπτή απάντηση του κ. Γ.Παπανδρέου προς τη ΓΓ του ΚΚΕ κυρία Αλέκα
Παπαρήγα, η οποία προ ημερών διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για τις επιθέσεις
που δέχονται η ίδια και το κόμμα της από τον κ. Θ.Πάγκαλο . Το αν ο κ.
Παπανδρέου θελήσει να προσφέρει κάποιες ενδείξεις των διαθέσεών του
στη σημερινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή θα εξαρτηθεί
πάντως και από τη στάση που θα τηρήσουν τα κόμματα της Αριστεράς.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στην επιστολή προς την κυρία Παπαρήγα, η οποία
έχει ήδη συνταχθεί, ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ θα καθιστά σαφές ότι δεν έχει
διάθεση να αποδοκιμάσει τον κ. Πάγκαλο και τα όσα έχει πει ο
κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠαΣοΚ, ειδικώς για τον ρόλο του ΚΚΕ
στην περίοδο του Εμφυλίου και μετέπειτα. Ο κ. Παπανδρέου άλλωστε έχει
ήδη αρχίσει να μιλάει για ανάγκη εξέτασης της Ιστορίας μακριά από τους
δογματισμούς του παρελθόντος, πράγμα που αναμένεται να θίγει και στην
επιστολή του, με την οποία πάντως θα θελήσει να τερματίσει τις «μάχες
ατάκτων».
Με τον τρόπο αυτόν η Ιπποκράτους επιθυμεί να θέσει συγκεκριμένες
διαχωριστικές γραμμές με τον Περισσό, απ΄ όπου δεν προσδοκά ουσιαστικά
εκλογικά οφέλη. Γνωρίζουν εξάλλου ο κ. Παπανδρέου και οι συνεργάτες
του ότι το αντιευρωπαϊκό πλαίσιο ρητορείας του ΚΚΕ, σε συνδυασμό με
την πάγια συμψηφιστική διάθεση του κόμματος έναντι της ΝΔ και του
ΠαΣοΚ, συνιστά ένα πεδίο αντιπαράθεσης. Γι΄ αυτό και δεν ήταν τυχαία η
χθεσινή επισήμανση ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης
τοποθετεί τον εαυτό του στον χώρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Διαφορετική στάση τηρείται έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των άλλων και
επειδή το ΠαΣοΚ θεωρεί ότι έχει ακόμη περιθώρια «επαναπατρισμού» δικών
του δυσαρεστημένων ή διστακτικών ψηφοφόρων. Επειτα από την προχθεσινή
πρόταση πέντε σημείων του κ.
Αλ.Αλαβάνου, στην Ιπποκράτους φροντίζουν να μην εμφανίζονται
απορριπτικοί, κάνοντας παράλληλα και συγκεκριμένες διευκρινίσεις.
Ειδικώς σε ό,τι αφορά την πρόταση κοινής δράσης για την κατάρτιση του
Συμφώνου Σταθερότητας, ο κ.
Γ.Παπακωνσταντίνου διευκρίνισε χθες ότι«εμείς δεν μιλάμε για
κατάργηση,μιλάμε για μετεξέλιξη », ενώ υπενθύμισε τη στάση του ΠαΣοΚ
κατά της επανεκλογής του κ. Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής.
«Υπάρχει μια σειρά από ζητήματα πάνω στα οποία μπορούμε να
συμφωνήσουμε.Η θέση μας ήταν και είναι σταθερή.Εμείς επιδιώκουμε έναν
διάλογο.Ως τώραο διάλογος αυτός έβρισκε κλειστές πόρτες.Είναι ένα
ερώτημα μετά την τοποθέτηση του κ. Αλαβάνου, εάν τώρα οι συνθήκες
έχουν αλλάξει. Θα το δείξει αυτό το μέλλον» τόνισε ο εκπρόσωπος Τύπου
του ΠαΣοΚ, φροντίζοντας να επισημάνει ότι πολλές φορές«οι θέσεις του
ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ενιαίες».
ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΣΙΠΡΑ ΚΑΤΑ ΠΑΓΚΑΛΟΥ
«Ο άνθρωπος έχει ξεφύγει»
Επίθεση κατά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΠαΣοΚ κ.
Θ. Πάγκαλουσχετικά με τις δηλώσεις του για τον ΣΥΡΙΖΑ εξαπέλυσε χθες ο
πρόεδρος του ΣΥΝ κ.
Αλ. Τσίπρας από τα Γιαννιτσά όπου περιοδεύει. Οπως είπε«ο άνθρωπος
έχει ξεφύγει. Δεν ξέρει τι λέει. Νομίζεις ότι ακούς τον Καρατζαφέρη.
Απλώς ο Καρατζαφέρης φροντίζει να φαίνεται λιγότερο επιθετικός».
Επιπλέον υπογράμμισε ότι το ΠαΣοΚ παρακολουθεί με αμηχανία τις
εξελίξεις καθώς από τη μία υψώνει τους αντιπολιτευτικούς
τόνους«προκειμένου να καρπωθεί όσο μεγαλύτερο κομμάτι μπορεί από τη
λαϊκή δυσαρέσκεια»και από την άλλη«συγκατατίθεται στους βασικούς
άξονες της κυβερνητικής πολιτικής». Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΥΝ,
σήμερα, δύο σχέδια για την έξοδο από τη κρίση διασταυρώνουν τα ξίφη
τους, καλώντας την κοινωνία να ενεργοποιηθεί για να επικρατήσει η
γραμμή της Αριστεράς υπέρ της εργασίας και των κοινωνικών
δικαιωμάτων.
Αντίθετα, όπως ανέφερε«το σχέδιο της συναίνεσης»ευρωπαϊκής Δεξιάς και
σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζει την κρίση ως ευκαιρία όχι για αλλαγή
αλλά«για εμβάθυνση της αποτυχημένης και καταστροφικής νεοφιλελεύθερης
πολιτικής».
*«Κλείδωσε» χθες στη συνεδρίαση της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και η
δεύτερη θέση για το ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος με την υποψηφιότητα
της κυρίαςΕλένης Σωτηρίου, εκπροσώπου της Κομμουνιστικής Οργάνωσης
Ελλάδος (ΚΟΕ). Η 37χρονη κοινωνιολόγος υπήρξε από το 1993 μέλος της
οργάνωσης Α/συνέχεια η οποία το 2003 μετεξελίχθηκε στην ΚΟΕ, ενώ έχει
διατελέσει επί πολλά χρόνια μέλος της διοίκησης του Συνδέσμου
Ιδιωτικών Υπαλλήλων Αθήνας.
ΗΜΕΡΗΣΙΑ
«Συμμαχία» με τα συνδικάτα θέλει ο ΣΕΒ
Χαρακτηρίζοντας ουτοπία το μοντέλο της «κομματικής συναίνεσης» ο κ.
Δασκαλόπουλος κάλεσε σε ενεργητική συστράτευση τις υπεύθυνες
παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας σε ανοικτό φόρουμ με θέμα «Η κρίση
που μας απειλεί....η κρίση που μας προκαλεί», που διοργάνωσε χθες ο
ΣΕΒ.
"Η" 8/4
Της Μανταλένας Πίου
Eυθύνες στα κόμματα, στη Δημόσια Διοίκηση, στους συνδικαλιστές και
τους επιχειρηματίες για την κρίση που πλήττει την ελληνική οικονομία
επέρριψε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο οποίος ζήτησε να
αναλάβουν οι εργοδότες μαζί με τους εργαζόμενους τη διαχείριση της
κοινωνικής πρόνοιας, αρχής γενομένης από το ΛΑΕΚ.
Σε ό,τι αφορά τη μείωση των ημερών εργασίας με αντίστοιχη μείωση των
αποδοχών, τάχθηκε υπέρ της πρότασης αρκεί να εφαρμόζεται με βάση το
ισχύον θεσμικό πλαίσιο, με συναίνεση των εργαζόμενων.
Τόνισε πάντως ότι οι βιομήχανοι θα τιμήσουν την υπογραφή τους, σε ό,τι
αφορά τις αυξήσεις της γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.
Στο ανοικτό φόρουμ με θέμα «η κρίση που μας απειλεί? η κρίση που μας
προκαλεί», που διοργάνωσε χθες ο ΣΕΒ, ο κ. Δασκαλόπουλος κάλεσε σε
ενεργητική συστράτευση τις υπεύθυνες παραγωγικές δυνάμεις της
κοινωνίας, εγκαταλείποντας το μοντέλο της «κομματικής συναίνεσης», το
οποίο χαρακτήρισε ουτοπία. «Η κοινωνική συναίνεση είναι όμως εφικτή
και αναγκαία», είπε, υπογραμμίζοντας ότι «η κοινωνική σιγουριά και η
συλλογική ελπίδα δεν προσφέρονται σε κομματικές συσκευασίες».
Ευθύνες
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ επέρριψε ευθύνες για το σημερινό αδιέξοδο στα
κόμματα, στην απαίδευτη και ευθυνόφοβη Δημόσια Διοίκηση, στο
υπερκομματικό κράτος της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και την
αναποτελεσματικότητας, στο συνδικαλιστικό κίνημα που επιδιώκει τη
διαφύλαξη των κεκτημένων και στην επιχειρηματική κοινότητα που δεν
έχει πάντα διακριθεί για τη συλλογική της συνείδηση.
«Σήμερα το δημοσιονομικό προτάσσεται ως το μεγάλο μας πρόβλημα. Στην
πράξη είναι αποτέλεσμα της δικής μας χρόνιας ατολμίας: Πληρώνουμε τώρα
το συσσωρευμένο κόστος όσων δεν τολμήσαμε να πράξουμε. Η λύση πρέπει
να αναζητηθεί στις διαρθρωτικές αλλαγές», δήλωσε.
Αναφερόμενος στο συνδικαλιστικό κίνημα είπε ότι μπορεί να τροφοδοτήσει
την κοινωνική συναίνεση αν καταστεί φορέας δημιουργικών πρωτοβουλιών,
που να εκφράζουν τις διεκδικήσεις του σύγχρονου εργαζόμενου και όχι
τις φοβίες του, ενώ για την επιχειρηματική τάξη δήλωσε ότι μπορεί να
συμβάλει, αν εκσυγχρονιστεί και επιδείξει κοινωνική ευθύνη.
Κοινά αιτήματα
Την ιδιότυπη «συμμαχία» συνδικαλιστών- επιχειρήσεων, ο πρόεδρος του
ΣΕΒ φαίνεται να προωθεί μέσα από διάλογο με την ΓΣΕΕ, με στόχο τη
διατύπωση κοινών αιτημάτων όσον αφορά στη διαχείριση των πόρων που
συνεισφέρουν εργοδότες και εργαζόμενοι στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας
και ασφάλισης.
Ο κ. Δασκαλόπουλος δήλωσε πως είναι πολύ κοντά στη κατάθεση κοινού
αιτήματος με τη ΓΣΕΕ για την ανάληψη της διαχείρισης του ΛΑΕΚ, που
ίσως αποτελέσει τον «πιλότο», για να διεκδικήσουν οι κοινωνικοί
εταίροι τη διαχείριση του ΟΑΕΔ και αργότερα του ΙΚΑ. Μάλιστα άφησε να
διαφανεί, ότι το ευρωπαϊκό σύνταγμα που έχει ψηφίσει η ελληνική βουλή
δίνει τη δυνατότητα αυτή.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ δήλωσε επίσης ότι τα κονδύλια που συγκεντρώνουν οι
οργανισμοί είναι αρκετά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων,
επιρρίπτοντας στο κράτος την ευθύνη για την μη αποτελεσματική
διαχείρισή τους ως σήμερα.
Ερωτώμενος τέλος για τις προτάσεις του προέδρου του ΕΒΕΑ Κωσταντίνου
Μίχαλου, ο κ. Δασκαλόπουλος είπε ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο
είναι επαρκές και ότι με βάση αυτό, μπορούν κατά περίπτωση να
εφαρμόζονται μέτρα όπως π.χ. η μείωση των ημερών εργασίας κ.λπ.
Φταίνε όλοι
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ επέρριψε ευθύνες για το σημερινό αδιέξοδο στα
κόμματα, στην απαίδευτη και ευθυνόφοβη Δημόσια Διοίκηση, στο
υπερκομματικό κράτος της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και την
αναποτελεσματικότητας, στο συνδικαλιστικό κίνημα που επιδιώκει τη
διαφύλαξη των κεκτημένων και στην επιχειρηματική κοινότητα που δεν
έχει πάντα διακριθεί για τη συλλογική της συνείδηση.
«Πιλότος»
Ο κ. Δασκαλόπουλος δήλωσε πως είναι πολύ κοντά στη κατάθεση κοινού
αιτήματος με τη ΓΣΕΕ για την ανάληψη της διαχείρισης του ΛΑΕΚ, που
ίσως αποτελέσει τον «πιλότο», για να διεκδικήσουν οι κοινωνικοί
εταίροι τη διαχείριση του ΟΑΕΔ και αργότερα του ΙΚΑ.
Bαθιές τομές, αντίδοτο στην κρίση Ερευνα της MRB για τον ΣΕΒ
Υπέρ των τολμηρών αλλαγών στην οικονομία ακόμα και αν πλήξουν κάποιους
τάσσεται η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, εκφράζοντας ταυτόχρονα
απαισιοδοξία για το μέγεθος και την ένταση της κρίσης, σύμφωνα με
έρευνα της MRΒ για λογαριασμό του ΣΕΒ, που ανακοινώθηκε χθες στο
ανοικτό φόρουμ.
Το 76,9% βλέπει την έξοδο από την κρίση να έρχεται μέσα από βαθιές
τομές στην οικονομία. Το 80,2% πιστεύει ότι η κρίση ανέδειξε τις
αδυναμίες που υπήρχαν εδώ και δεκαετίες. Επιρρίπτουν τη μεγαλύτερη
ευθύνη στις κυβερνήσεις, το 33,7% στη σημερινή κυβέρνηση και το 32,3%
στις προηγούμενες, στις τράπεζες (23,6%), στις επιχειρήσεις (8,2%)
στους συνδικαλιστικούς φορείς (7,4%) κλπ.
Το 42,3% εκτιμά ότι οι αλλαγές που θα επιφέρει η κρίση, αλλού θα
αναβαθμίσουν και αλλού θα ζημιώσουν την οικονομία. Το 59,3% των νέων
ηλικία 18-24 ετών και το 62,6% των φοιτητών ζητούν μεγαλύτερο ρόλο και
ενίσχυση του κράτους. Οι υποστηρικτές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας
περιορίζονται στο 40,4%, καθώς το 51,4% θεωρεί ότι η αναβάθμιση της
οικονομίας «περνά» μέσα από την ενίσχυση του κράτους.
Εμπόδια
Κυβέρνηση, τράπεζες και μέσα μαζικής ενημέρωσης δυσχεραίνουν με τη
στάση και τις αποφάσεις τους την αντιμετώπιση της κρίσης εκτιμούν σε
ποσοστά 30,1%, 28,2% και 21,7% αντίστοιχα οι ερωτηθέντες, ενώ
αποδίδουν ευθύνες και στις επιχειρήσεις (12,3%), στα κόμματα της
αντιπολίτευσης (12,2%) και στους συνδικαλιστικούς φορείς (7,7%).
Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009 07:00
Απάντηση στον Περισσό για την κριτική του Θ. Πάγκαλου
Εως το τέλος της εβδομάδας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Α. Παπανδρέου, θα
απαντήσει στην επιστολή που του απέστειλε η γ.γ. του ΚΚΕ Αλέκα
Παπαρήγα, διαμαρτυρόμενη για την κριτική-πολεμική του κ. Θεόδωρου
Πάγκαλου εις βάρος του κόμματος της.
Ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, παρά τις επίμονες
ερωτήσεις των δημοσιογράφων, απέφυγε να προϊδεάσει για το περιεχόμενο
της απάντησης, ενώ απέρριψε και τις ερμηνείες ότι ο κ. Πάγκαλος
κινείται σε διαφορετική γραμμή από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, εκτρεπόμενος
σε προσωπικές επιθέσεις κατά των ηγεσιών ΚΚΕ και ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.
«Αν μετρούσαμε όλες τις προσωπικές αναφορές -και έχουν γίνει πολλές
από την ηγεσία του ΣΥΝ για το ΠΑΣΟΚ και τον πρόεδρο του- τότε δεν θα
μπορούσε να γίνει ποτέ κανένας διάλογος», σημείωσε ο κ.
Παπακωνσταντίνου.
Ο ίδιος επεσήμανε ότι είναι σταθερή θέση του ΠΑΣΟΚ η επιδίωξη ενός
διαλόγου με τις προοδευτικές δυνάμεις και συμπλήρωσε: «Μέχρι τώρα ο
διάλογος αυτός έβρισκε κλειστές πόρτες και θα δείξει το μέλλον, εάν
μετά την προχθεσινή τοποθέτηση Αλαβάνου οι συνθήκες έχουν αλλάξει».
Ο κ. Παπακωνσταντίνου τόνισε πως το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει τα πράγματα
από τη σκοπιά και το πλαίσιο της σύγχρονης Ευρωπαϊκής
Σοσιαλδημοκρατίας και επανέλαβε πως το ΠΑΣΟΚ, είτε έχει αυτοδυναμία
είτε όχι, θα ανοιχτεί σε ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις, επιδιώκοντας
συναινέσεις.
Να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τη μετριοπαθή διάθεση του κ. Αλαβάνου
προχθές, ο πρόεδρος του ΣΥΝ, Αλέξης Τσίπρας, χθες από τα Γιαννιτσά
επιτέθηκε με σφοδρότητα στον κ. Πάγκαλο, λέγοντας πως «ο άνθρωπος έχει
ξεφύγει, δεν ξέρει τι λέει. Νομίζεις ότι ακούς τον Καρατζαφέρη, ο
οποίος φροντίζει να φαίνεται λιγότερο επιθετικός».
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Η αρχηγός των Πρασίνων της Βιέννης υποψήφια των Ελλήνων Οικολόγων
Η Ελληνίδα βουλευτής και αρχηγός των Πρασίνων της Βιέννης Μαρία
Βασιλάκου θα είναι υποψήφια των Ελλήνων Οικολόγων στις ευρωεκλογές
Την υποψηφιότητά της στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 7
Ιουνίου, με το Κόμμα Οικολόγων στην Ελλάδα, ανακοίνωσε σε δηλώσεις της
σε αυστριακά Μέσα Ενημέρωσης, η Ελληνίδα Μαρία Βασιλάκου, αρχηγός της
κοινοβουλευτικής ομάδας του Κόμματος των Πρασίνων της αντιπολίτευσης
στην τοπική Βουλή του ομόσπονδου κρατιδίου της Βιέννης και αρχηγός της
οργάνωσης του στην αυστριακή πρωτεύουσα.
Η κ. Βασιλάκου θα βρίσκεται στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου των
Ελλήνων Οικολόγων για τις ευρωεκλογές, και, όπως τόνισε η ίδια,
πρόκειται για μια υποψηφιότητα «αλληλεγγύης» και δεν σκοπεύει, σε
περίπτωση εκλογής της, να συμμετάσχει ως μέλος στο Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο.
Όπως ανέφερε η κ. Βασιλάκου, ρωτήθηκε σχετικά από το Ευρωπαϊκό Κόμμα
των Πρασίνων εάν θα μπορούσε, ως γνωστή προσωπικότητα και ως
επιτυχημένη πολιτικός των Πρασίνων, να συνδράμει στον προεκλογικό
αγώνα των Ελλήνων Οικολόγων, κάτι που αποδέχθηκε.
Πρόσθεσε ακόμη ότι οι Έλληνες Οικολόγοι δεν εκπροσωπούνται μέχρι τώρα
στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ προϋπόθεση για να μπορέσουν να εκλέξουν
ευρωβουλευτή είναι η επίτευξη του εκλογικού μέτρου του 3%.
Η ίδια, όπως είπε, είναι σχετικά πολύ γνωστή στην Ελλάδα, πολλοί
Έλληνες τη γνωρίζουν ως Ελληνίδα που δραστηριοποιείται ως πολιτικός
στη Βιέννη, ενώ ελληνικά Μέσα Ενημέρωσης απευθύνονται συχνά στην ίδια
ως δημοφιλή συνομιλητή για οικολογικά θέματα.
Η κ. Βασιλάκου είχε αναλάβει πέρσι τον Ιούνιο και αντιπρόεδρος των
Πρασίνων της Αυστρίας, οι οποίοι μετά τις ομοσπονδιακές βουλευτικές
εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου είναι το πέμπτο σε δύναμη πολιτικό
κόμμα στην Αυστρία, διαθέτοντας στην αυστριακή Βουλή 20 στο σύνολο των
183 εδρών της.
Η Μαρία Βασιλάκου, η οποία είχε εκλεγεί τον Ιούνιο του 2004 νέα
αρχηγός των Πρασίνων της Βιέννης και αρχηγός της κοινοβουλευτικής
ομάδας τους στην τοπική Βουλή, εκλέγεται με το Κόμμα των Πρασίνων στην
τοπική Βουλή της Βιέννης από το 1996.
Η Ελληνίδα πολιτικός γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1969 στην Αθήνα και
βρίσκεται από το 1986 στη Βιέννη, όπου σπούδασε ψυχολογία και
γλωσσολογία, συμμετέχοντας από τα πρώτα χρόνια των σπουδών της ενεργά
στο φοιτητικό κίνημα, για να εκλεγεί το Νοέμβριο 1996 για πρώτη φορά
στην τοπική Βουλή της Βιέννης με το Κόμμα των Πρασίνων.
Στις τελευταίες ομοσπονδιακές βουλευτικές εκλογές στις 28 Σεπτεμβρίου
2008 το Κόμμα των Πρασίνων αναδείχθηκε πέμπτο σε δύναμη κόμμα της
αυστριακής ομοσπονδιακής Βουλής, κατακτώντας ποσοστό 10,4% και 20
έδρες, ενώ στις τοπικές και δημοτικές εκλογές της Βιέννης τον Οκτώβριο
του 2005 είχε πετύχει ποσοστό 14,63% και 14 έδρες στο σύνολο των 100
εδρών της τοπικής Βουλής.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΗΜΕΡΗΣΙΑ
Απώλειες 10% θα έχει η Ν.Δ. στις ευρωεκλογές του Ιουνίου
Σύμφωνα με τις ευρω-προβλέψεις η Ν.Δ. χάνει 4 από τις 11 έδρες που
κατέχει σήμερα. Το ΠΑΣΟΚ προβλέπεται να κερδίσει 4 ποσοστιαίες μονάδες
και να ανέλθει στο 38,0%
"Η" 8/4
Βρυξέλλες, Γιώργος Δαράτος
Η Κεντροδεξιά (Χριστιανοδημοκράτες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος-ΕΛΚ)
θα συνεχίσει και την επερχόμενη 5ετία, μετά τις ευρωεκλογές του
Ιουνίου, να είναι η μεγάλη μαζική Ομάδα στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
που θα εκλεγεί τον Ιούνιο, αλλά με λιγότερες έδρες (249 επί συνόλου
736) και με μικρότερο ποσοστό (33% έναντι 37% στο απερχόμενο
Ευρωκοινοβούλιο).
Τα σχετικά στοιχεία προέρχονται από έρευνα Βρετανών πανεπιστημιακών
ερευνητών που διεξήχθη για λογαριασμό της εταιρείας δημοσίων σχέσεων
και συμβούλων «Burson - Marsteller Europe».
Ελλάδα
Ειδικά για την Ελλάδα η ίδια έρευνα δείχνει μεγάλες απώλειες στις
ευρωεκλογές της Νέας Δημοκρατίας σε ποσοστό -10%, δηλαδή από 43,1%
στις ευρωεκλογές του 2004 σε 33,1% στις προσεχείς ευρωεκλογές του
Ιουνίου.
Με αυτό το ποσοστό και σε συνδυασμό με τη μείωση συνολικά των εδρών
για την Ελλάδα από 24 σε 22, η Ν. Δημοκρατία χάνει 4 από τις 11 έδρες
που κατέχει σήμερα πέφτοντας στις επτά (7). Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ
προβλέπεται να κερδίσει 4 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή από 34,0% που
είχε το 2004 να ανέλθει τώρα στο 38,0% και κρατά τις 8 έδρες που ήδη
κατέχει.
Οι υπόλοιπες έδρες κατανέμονται μεταξύ των μικρότερων κομμάτων, εκ των
οποίων τρία εμφανίζουν αξιόλογες αυξήσεις του ποσοστού τους, ενώ ένα,
το ΚΚΕ, παρουσιάζει μικρή κάμψη. Συγκεκριμένα, ο ΣΥΝ από 4,2% στις
ευρωεκλογές του 2004 ανεβαίνει στο 7,5% και κερδίζει μια επιπλέον έδρα
(από 1 περνάει στις 2).
Το ΚΚΕ από 9,5% το 2004 προβλέπεται ότι θα έχει απώλειες της τάξης του
-0,8% πέφτοντας στο 8,7% χάνοντας κατά συνέπεια και μια από τις τρεις
(3) έδρες που κατέχει και σήμερα.
Σημαντική άνοδο εμφανίζει επίσης ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑΟΣ),
ο οποίος από 4,1% το 2004 κερδίζει 3,8 ποσοστιαίες μονάδες και
ανεβάζει το ποσοστό του στο 7,9% κερδίζοντας και μια επιπλέον έδρα
(από 1 σε 2).
Τέλος, εντυπωσιακή, τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, προβλέπεται η
παρουσία των Οικολόγων - Πρασίνων, οι οποίοι από ανύπαρκτοι στις
ευρωεκλογές του 2004 κερδίζουν -με βάση τη δημοσκόπηση- στις
ευρωκλογές του Ιουνίου 4,8% και παίρνουν μια έδρα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στις προσεχείς ευρωεκλογές, ο συνολικός
αριθμός των εδρών στο Ευρωκοινοβούλιο μειώνεται από 785 που είναι
σήμερα στις 736.
Η μείωση αυτή επηρεάζει αρνητικά τον αριθμό των ευρωβουλευτών που
εκλέγονται σε κάθε κοινοτική χώρα. Ειδικά στην Ελλάδα ο αριθμός των
ευρωβουλευτών από 24 πέφτει στους 22 και το κατώφλι εισόδου ενός
κόμματος στην κατανομή των εδρών βρίσκεται στο 3% των ψήφων.
Οριακά
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα οι σοσιαλιστές στο σύνολό τους αυξάνουν
οριακά τη δύναμή τους ανεβάζοντας το ποσοστό τους στο 29% (209 έδρες)
έναντι 27% που έχουν στο απερχόμενο ευρωκοινοβούλιο.
Οι Φιλελεύθεροι εξασφαλίζουν 87 έδρες, ενώ μια νέα Ομάδα συντηρητικών
ευρωβουλευτών με πυρήνα τους Βρετανούς συντηρητικούς που αποχώρησαν
από την Κεντροδεξιά παράταξη, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ)
προβλέπεται να κερδίσει 58 έδρες.Οι αντιευρωπαίοι και ακροδεξιοί θα
παραμείνουν σταθεροί με γύρω στις 45 συνολικά έδρες.
Στο απερχόμενο Ευρωκοινοβούλιο οι κεντροδεξιές δυνάμεις εμφανίζουν μια
σαφή υπεροχή εδρών (40%) σε σχέση προς τις κεντροαριστερές δυνάμεις
(38%), στο νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι δύο αυτοί μεγάλοι πόλοι
προβλέπεται ότι θα είναι ποσοτικά ισοδύναμοι με περίπου 41% ο καθένας
τους.
Στην Ευρώπη
Αυστρία
Απώλειες χωρίς όμως αρνητικές εσωτερικές επιδράσεις στα δύο μεγάλα
κόμματα που συγκυβερνούν: Σοσιαλδημοκράτες και χριστιανοδημοκράτες.
Βέλγιο
Κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο. Όλα τα μεγάλα κόμ-ματα θα χάσουν
έδρες, εκτός από τους Φλαμανδούς σοσιαλιστές που είναι στην
αντιπολίτευση και τους γαλλόφωνους χριστιανοδη- μοκράτες. Η Άκρα Δεξιά
και στη Φλάνδρα και στη Βαλονία κερδίζουν έδρες.
Κύπρος
Ανοδος σε ποσοστά του ΔΗΣΥ, πτώση του ΑΚΕΛ, χωρίς, όμως, μετακίνηση
εδρών από το ένα κόμμα στο άλλο.
Δανία
Πρώτο το σοσιαλδη- μοκρατικό κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολί-τευση.
Κέρδη από τα μικρά αριστερά κόμματα.
Γαλλία
Η Κεντροδεξιά, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στην κυβέρνηση, θα βγει
κερδι-σμένη. Αντίθετα, οι Σοσιαλιστές θα κάνουν χειρότερη εμφάνιση από
ότι προ πενταετίας. Το νέο ακροαριστερό «Αντικα- πιταλιστικό κόμμα» θα
κερδίσει πολλές έδρες, ενώ η Ακρα Δεξιά (Λεπέν) και οι Οικολόγοι θα
χάσουν μερικές.
Γερμανία
Οι Χριστιανοδημοκράτες θα κερδίσουν περισσότερες έδρες από τους
Σοσιαλδη-μοκράτες. Κέρδη θα έχουν και οι Φιλελεύθεροι και το Κόμμα της
Αριστεράς, ενώ οι Οικολόγοι μπορεί να χάσουν κάποιες έδρες.
Ιταλία
Δύσκολα τα προγνωστικά διότι θα μονομαχήσουν δύο νέα κόμματα, αυτό του
Μπερλουσκόνι εναντίον του Δημοκρατικού Κόμματος, που δεν υπήρχαν στις
προηγούμενες ευρωεκλογές.
Ολλανδία
Απώλειες θα έχουν τα δύο μεγάλα κυβερνητικά κόμματα. Αντίθετα κέρδος
τριών εδρών προβλέπεται για το Ποπουλίστικο ακροδεξιό «Κόμμα της
Ελευθερίας».
Πολωνία
Το κυβερνών κόμμα της κεντροδεξιάς και το αντιπολιτευόμενο συντηρητικό
κόμμα θα μοιρασθούν τις περισσότερες έδρες.
Πορτογαλία
Οι Σοσιαλιστές που κυβερνούν προηγούνται στην κούρσα. Οι συντηρητικοί
και το «Αριστερό Μέτωπο» θα κερδίσουν έδρες.
Ισπανία
Αναμένεται οι Σοσιαλιστές, μεσούσης της κρίσεως, να χάσουν αρκετές
έδρες χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ωφεληθούν οι Κεντροδεξιοί. Τα
κέρδη θα αποκομίσουν τα μικρά περιφερειακά κόμματα.
Σουηδία
Οι αντιπολιτευόμενοι σοσιαλδημοκράτες αναμέ-νεται να βγουν πρώτοι εις
βάρος των ευρωσκεπτικιστών.
Μ. Βρετανία
Στα γκάλοπ προηγείται το Συντηρητικό Κόμμα, αλλά οι Εργατικοί -είχαν
πάει πολύ άσχημα στις ευρωεκλογές του 2004- δεν θα χάσουν τελικά έδρες
επειδή το εκλογικό σύστημα τους ευνοεί.
Tuesday, April 07, 2009
"Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΩΣ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ"
Πέρασαν εννέα χρόνια από τότε που ο Κ. Σημίτης κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές του 2000. Έκτοτε το ΠΑΣΟΚ ακολούθησε ως κυβέρνηση και ως κόμμα τη μεγάλη πτώση του. Σήμερα οι δημοσκοπήσεις το φέρνουν ξανά στην πρώτη θέση και μάλιστα το δείχνουν να φλερτάρει (όχι μόνο με τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και) με την κυβερνητική αυτοδυναμία. Λένε ότι "ο λαός ξεχνάει". Μεγάλο λάθος, όχι γιατί "ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά" και η Δεξιά του μικρού Καραμανλή που κυβερνά για λίγες εβδομάδες ακόμη του το θυμίζει, αλλά γιατί δεν υπάρχει ένας "ενιαίος λαός". Ο λαός είναι μια πλασματική οντότητα. Υπάρχουν κοινωνικές τάξεις και στρώματα που τα συμφέροντά τους διακυβεύονται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ανεξάρτητα από το βάθος των διαιρέσεων και των αντιθέσεων που χωρίζουν τα κόμματα εξουσίας. Ας δούμε, λοιπόν, τι παιζόταν στις εκλογές της 9ης Απριλίου 2000. Πρώτα-πρώτα,ιδού τα αποτελέσματα:
Αποτελέσματα (από τη Βικιπέδια)
Κόμματα Αρχηγοί Ψήφοι Έδρες
Αριθμός % +− % Αριθμός +−
Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) Κωνσταντίνος Σημίτης 3.007.596 43,79 +2,30 158 -4
Νέα Δημοκρατία Κωνσταντίνος Α. Καραμανλής 2.935.196 42,74 +4,62 125 +17
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Κ.Κ.Ε.) Αλέκα Παπαρήγα 379.454 5,52 -0,09 11 0
Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου (ΣΥΝ) Νίκος Κωνσταντόπουλος 219.880 3,20 -1,92 6 -4
Δημοκρατικό Κοινωνικό Κίνημα (ΔΗ.Κ.ΚΙ.) Δημήτρης Τσοβόλας 184.598 2,69 -1,74 0 -9
Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση (Δ.Π.Ε.) Μιχάλης Χαραλαμπίδης 32.068 0,47 - 0 -
Ένωση Κεντρώων Βασίλης Λεβέντης 23.228 0,34 -0,38 0 0
Ένωση Οικολόγων Δημοσθένης Βεργής 20.446 0,30 +0,01 0 0
Εθνική Συμμαχία Γρηγόρης Μιχαλόπουλος 14.703 0,21 - 0 -
Πρώτη Γραμμή Κωνσταντίνος Πλεύρης 12.125 0,18 - 0 -
Μέτωπο Ριζοσπαστικής Αριστεράς 8.132 0,12 -0,03 0 0
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας μαρξιστικό-λενινιστικό (ΚΚΕ-μλ) 7.301 0,11 - 0 -
Κόμμα Ελληνισμού Σωτήρης Σοφιανόπουλος 6.272 0,09 -0,09 0 -
Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Μ.Λ.-Κ.Κ.Ε.) 5.866 0,09 +0,03 0 -
Οικολόγοι Εναλλακτικοί 3.321 0,05 -0,03 0 0
Κόμμα Φιλελευθέρων 2.091 0,03 - 0 -
Αγωνιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας 2.026 0,03 +0 0 0
Αυτόνομο Κίνημα Εργατικής Πολιτικής (Α.Κ.Ε.Π.) 1.145 0,02 - 0 -
Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ (Ο.Α.Κ.Κ.Ε.) 1.126 0,02 - 0 -
Άλλα 1.437 0,0 - - -
Έγκυρες ψήφοι 6.868.011 100,00 300
Άκυρες ψήφοι 158.516
Σύνολο 7.026.527(74,96%)
Αυτά όσον αφορά τα αριθμητικά στατιστικά στοιχεία. Παρακάτω δημοσιεύω ένα παλιό μου σεμιναριακό κείμενο που αφορά την εργασία και πώς την αντιλαμβάνονταν τα πολιτικά κόμματα και πώς εκφραζόταν αυτό στις προγραμματικές διακηρύξεις τους.
Θανάσης Τσακίρης
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΩΣ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2000
του Θανάση Τσακίρη
Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις αντιλήψεις των πολιτικών κομμάτων της χώρας μας, σχετικά με την εργασία και τις προτάσεις τους στο θέμα αυτό, όπως αποτυπώνονται στα προγράμματα και τις διακηρύξεις τους κατά την προεκλογική περίοδο Μαρτίου – Απριλίου 2000. Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε στοιχεία από τις θεωρίες που επηρεάζουν τον πολιτικό προγραμματικό λόγο των κομμάτων στη συγκεκριμένη περίοδο ώστε να μπορέσουμε σε επόμενη φάση να κρίνουμε τις δυνατότητες εφαρμογής των προτεινόμενων μέτρων μέσα από τις προγραμματικές δηλώσεις και τις πράξεις της κυβέρνησης καθώς και τις αντιπροτάσεις και τη δραστηριότητα της αντιπολίτευσης.
Η αντιμετώπιση του θέματος δεν θα είναι ολοκληρωμένη αν δεν αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η «ατζέντα» των «διακυβευμάτων» στην προεκλογική περίοδο. Γιατί η διαδικασία διαμόρφωσης ενός πολιτικού προγράμματος δεν είναι μια διαδικασία που αφορά μόνο το ανώτερο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων αλλά προσδιορίζεται από πολλές παραμέτρους που έχουν αναφορά στην κοινωνία και τις διεργασίες της που άμεσα ή έμμεσα επιδρούν.
ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ
Όταν μια κατάσταση προκαλεί δυσφορία σε ένα τμήμα ή ομάδα του κοινωνικού συνόλου και αυτή η δυσφορία εκφράζει «αρνητική αξιολόγηση των υφιστάμενων σχέσεων ή της συλλογικής ενέργειας που παράγει, συντηρεί ή επιτείνει μια δυσάρεστη κατάσταση» τότε μιλάμε για «κοινωνικό πρόβλημα» . Ήδη από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης η «εργασία» αποτελεί το μείζον «κοινωνικό πρόβλημα» . Πάνω στη βάση αυτή συγκροτήθηκε από την ολοένα και διογκούμενη εργατική τάξη το εργατικό κίνημα με τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα που την εκπροσωπούσαν. Η παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο των εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών μαζικών κομμάτων από τα τέλη του περασμένου αιώνα έφερε στην ημερήσια πολιτική διάταξη το ζήτημα της εργασίας ως «διακύβευμα» (issue) των εκλογικών αναμετρήσεων.
Τι είναι, όμως, και πώς διαμορφώνεται η πολιτική ημερήσια διάταξη (ατζέντα); «Ως ημερήσια διάταξη (ατζέντα), ορίζεται το σύνολο των προβλημάτων που θεωρούνται ότι απαιτούν δημόσια συζήτηση ή ακόμη την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας» . Η δομο-λειτουργική θεωρία του T.Parsons το πολιτικό σύστημα αποτελεί υποσύστημα του κοινωνικού συστήματος. Το πολιτικό σύστημα επικοινωνεί με το γενικό σύστημα της κοινωνικής δράσης και μέσω αυτού με το αρχικό εξωτερικό περιβάλλον του κοινωνικού συστήματος. Στη συστημική θεωρία για την πολιτική η έννοια του αιτήματος κατέχει κεντρική θέση γιατί είναι, τρόπον τινά, η «πρώτη ύλη» των εισροών (inputs) του πολιτικού συστήματος που τις μετατρέπει (conversion process) σε εκροές (outputs) που είναι οι αποφάσεις των κοινοβουλίων, των κυβερνήσεων και της κρατικής μηχανής. Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν τους κύριους «θυροφύλακες» (gatekeepers) του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα με τους T. Parsons και D. Easton , οι μελέτες των οποίων για το πολιτικό σύστημα αδυνατούν να διεισδύσουν στις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα της πραγματικότητας και να περιγράψει τις λειτουργίες στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, τους τρόπους σύνδεσης των διαφοροποιημένων μερών του, τους τόπους άρθρωσης των γεγονότων στο εσωτερικό του με τις δυνάμεις που δρουν στα όρια εντός κι εκτός του συστήματος αυτού και των μεταξύ τους συνδετικών αρμών, οι R. Cobb και C. Elder μελετώντας το πολιτικό σύστημα αναλυτικά και διεξοδικά, διέκριναν δυο είδη πολιτικής ατζέντας : τη δημόσια (ή συστημική) ατζέντα και τη θεσμική (ή κυβερνητική ή επίσημη) ατζέντα. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί μας επιτρέπει να εστιάσουμε τους φακούς της ανάλυσης εκεί ακριβώς όπου εμφανίζεται η πολιτική αντιπαράθεση και τα κοινωνικά ζητήματα μετατρέπονται και αναβαθμίζονται σε πολιτικά "διακυβεύματα". Ένα κοινωνικό πρόβλημα μεταβάλλεται σε πολιτικό διακύβευμα όταν γύρω από αυτό συγκρούονται δυο ή και περισσότερες ομάδες και η σύγκρουση αναφέρεται στα ουσιαστικά ή στα διαδικαστικά ζητήματα που συνδέονται με την κατανομή πόρων ή θέσεων . Αυτή η σύγκρουση λαμβάνει χώρα συνήθως κατά τη συγκρότηση της ημερήσιας διάταξης του πολιτικού (δια)λόγου ή και αντιπαράθεσης. Ένα θέμα πρώτα εγγράφεται σ’ αυτήν και κατόπιν στη θεσμική ατζέντα, δίχως βέβαια και να αποκλείεται η άμεση εγγραφή του στη θεσμική. Η δομή της θεσμικής ατζέντας εκφράζει στην ουσία τα θεσμικά και δομικά εμπόδια και τη γενικότερη προδιάθεση του πολιτικού συστήματος απέναντι σε κάποιου τύπου προβλήματα και τα οποία εμπόδια σχετίζονται με την άνιση ικανότητα πρόσβασης των ατόμων ή ομάδων σ’ αυτό. Στη διαδικασία προώθησης των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης στους θεσμούς, εκτός από τα ίδια τα μέλη της κρατικής εξουσίας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σημαντικός είναι ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων, των ομάδων πίεσης ή ομάδων συμφερόντων, των κινήσεων πολιτών για την προώθηση του όποιου κοινωνικού ζητήματος.
Ως εκ τούτου προκύπτει από τα παραπάνω ένα διπλής όψεως ερώτημα: πώς συμβάλλει ένα πολιτικό κόμμα στη διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας και πώς διαμορφώνεται η δική του ατζέντα, ή αλλιώς το εκλογικό πρόγραμμά του και η γενικότερη κομματική πολιτική του; Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε μόνο με τη μία όψη του ερωτήματος, δηλαδή τη διαμόρφωση του πολιτικού προγράμματος του κόμματος.
Είναι αυτονόητο ότι μιλάμε για ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στο οποίο τα κόμματα αποτελούν «το πλέον σημαντικό τμήμα των αντιπροσωπευτικών δομών στις σύνθετες δημοκρατικές κοινωνίες» , χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε πλευρές της κριτικής που έχει υποστεί αυτή η κάπως «απόλυτη» διατύπωση» . Η ύπαρξη του κομματικού συστήματος έρχεται να αναδείξει την ιστορική μεταβολή του πολιτικού συστήματος, όπου η προγενέστερη κυρίαρχη σχέση μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της νομοθετικής εξουσίας ήταν σε βάρος της δεύτερης αλλοιώνεται, με την καθολίκευση του δικαιώματος της ψήφου και την ορμητική είσοδο της εργατικής τάξης στο προσκήνιο, υπέρ της νομοθετικής εξουσίας και την συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας στην κυβέρνηση, η οποία έχει την πολιτική ευθύνη της διακυβέρνησης μετά από την έγκρισή της από την πλειοψηφία του κοινοβουλίου (αρχή της δεδηλωμένης). Ο πολιτικός αγώνας μεταξύ ανωτάτου άρχοντος και κοινοβουλίου μεταβλήθηκε σε πολιτικό αγώνα μεταξύ της κυβερνώσας πλειοψηφίας και της αντιπολιτευόμενης μειοψηφίας (ή μειοψηφιών). Τα πολιτικά κόμματα και η λειτουργία του πολιτικού συστήματος αποτελούν την «κεντρική συνιστώσα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και βασικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της θεσμικής ισορροπίας στο πολιτικό σύστημα».
Στη σημερινή ελληνική πολιτική πραγματικότητα συναντάμε, κατά τη γνώμη μου, όλων των ειδών τα πολιτικά κόμματα που έχουν ιστορικά χαρακτηριστεί ανάλογα με τον τύπο της οργάνωσής τους: κόμματα καρτέλ (cartel parties) πανσυλλεκτικά κόμματα (catch-all parties), κόμματα μαζών (mass parties) και κόμματα στελεχών (notables parties or cadre parties). Τα πολιτικά κόμματα είναι, πρώτα απ’ όλα, οργανώσεις μέσω των οποίων η κοινωνία συναντά την πολιτική και τα κοινωνικά προβλήματα και αιτήματα μετατρέπονται σε πολιτικά. Συνεπώς, το κύριο καθήκον τους είναι η συνάρθρωση των αιτημάτων σε πρόγραμμα προτάσεων κυβερνητικής πολιτικής. Έτσι, τα κόμματα οργανώνονται με τρόπο τέτοιο ώστε να υποδέχονται και να διηθούν τα κοινωνικά αιτήματα καταστρώνοντας αποτελεσματικότερους τρόπους προώθησή τους στο εσωτερικό του πολιτικού και κρατικού συστήματος. Τα κόμματα αποτελούν, εκτός των άλλων, και παράγωγα της «δομής πολιτικών ευκαιριών» .
Στην ελληνική μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία, το κόμμα που αξιοποίησε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την αλλαγή της δομής των πολιτικών ευκαιριών ήταν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα σε αντίθεση με τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο. Η οργανωτική του συγκρότηση και η πολιτική του σύνθεση, ο εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων και η δυναμική του αντανακλώνται κάθε φορά στον τρόπο διατύπωσης και καταγραφής των κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτικό του πρόγραμμα. Με τα δεδομένα αυτά μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως ένα κόμμα το οποίο στην 26ετή πορεία του συμπύκνωσε όλα τα παραπάνω ιστορικά στάδια της εξέλιξης των πολιτικών κομμάτων: 1974-κόμμα στελεχών, 1975 ως 1977 κόμμα μαζών, 1977 ως 93-πανσυλλεκτικό και 1993-2000 κόμμα-καρτέλ . Κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορικής διαδρομής, ο συνεχής επαναπροσδιορισμός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο επίπεδο των προγραμματικών θέσεων οφείλεται στην αλλαγή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών μεταξύ των τριών διαφορετικών συνιστωσών του («αριστεροί-σοσιαλιστές», «παλαιοκομματικοί-κεντρώοι», «τεχνοκράτες»). Δείγμα της δυναμικής ανασύνθεσης και αναδιάρθρωσης του εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων αποτελεί και το πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που παρουσιάστηκε για τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου 2000 στο οποίο θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
Η περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας είναι σχετικά διαφορετική. Αν και συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά του κόμματος-καρτέλ, εν τούτοις θα μπορούσαμε με μεγαλύτερη ακρίβεια να την χαρακτηρίσουμε ως πανσυλλεκτικό κόμμα λόγω της μακρόχρονης παραμονής στην αντιπολίτευση, κατάσταση που δυσκολεύει το κόμμα να αξιοποιήσει πλήρως τους πόρους και τους μηχανισμούς του κράτους . Για την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, κατά την οποία κυριαρχούσε πολιτικά η ΝΔ υπό την ηγεσία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κόμμα αυτό είχε θεωρητικοποιήσει την πανσυλλεκτικότητα με την ταύτιση του λαού με το έθνος και την επιδίωξή της να εκφράσει αυτή την ταύτιση. Όπως έχουν δείξει αρκετές μελέτες , η σημερινή ΝΔ διευρύνει ξανά, μετά το (νέο)φιλελεύθερο πείραμα της περιόδου 1989-1993, το εκλογικό της ακροατήριο προς τις λαϊκές τάξεις των πόλεων και της υπαίθρου , με αποτέλεσμα τόσο στο επίπεδο της οργάνωσης όσο και του προγραμματικού λόγου να συνυπάρχουν στοιχεία του παραδοσιακού της ακροατηρίου (προερχόμενα από τις αμιγώς αστικές και μικροαστικές τάξεις και περιοχές) όσο και των νέων εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.
Με τη σειρά τους τα κόμματα της αριστεράς – παραδοσιακής και ανανεωτικής – αναπτύχθηκαν ιστορικά σύμφωνα με το πρότυπο του κόμματος μαζών. Βέβαια, η ελληνική πολιτική παράδοση και κουλτούρα καθώς και η ιδιαίτερη ιστορία των κομμάτων αυτών είχε ως αποτέλεσμα στη μεταπολιτευτική περίοδο να αναπτυχθούν με ιδιότυπο τρόπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας , το οποίο κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολιτευτικής περιόδου ηγεμονεύει, πολιτικά και ιδεολογικά, στο χώρο της αριστεράς, αποπειράθηκε με ένα ιδιόμορφο τρόπο να προβληθεί ως ένα μεσαίου μεγέθους «πολυσυλλεκτικό» κόμμα συμβάλλοντας στη δημιουργία του ενιαίου «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» κατά την τριετία 1988-1991. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τη συμμετοχή του κόμματος στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη (συγκυβέρνηση με ΝΔ) και Ζολώτα (οικουμενική κυβέρνηση) και τις αλλεπάλληλες διασπάσεις (νεολαία-1989, αποχώρηση ανανεωτικής πτέρυγας-1991) το ΚΚΕ αποσύρθηκε από το «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» αρνούμενο τη μετεξέλιξη του τελευταίου σε ενιαίο κομματικό οργανισμό. Η οργανωτική και πολιτική ανασυγκρότηση του ΚΚΕ στη δεκαετία του ’90 είχε μεν ως αποτέλεσμα τη μαζικοποίησή του στο χώρο της νεολαίας, των επαγγελματοβιοτεχνών και των εργατών σε φθίνοντες και μη ανταγωνιστικούς βιομηχανικούς κλάδους αλλά δεν στάθηκε δυνατό να προσεγγίσει τα επίπεδα των δεκαετιών ’80 και ’90. Η διαδικασία εκπόνησης του προγράμματος του ΚΚΕ διαφέρει από αυτή των πανσυλλεκτικών κομμάτων και κομμάτων – καρτέλ, που αναθέτουν τη διαδικασία σε ειδικούς τεχνοκράτες ή σε εταιρείες πολιτικής έρευνας, και προσιδιάζει περισσότερο στα ιεραρχικά και γραφειοκρατικά οργανωμένα κόμματα μαζών που έχουν έντονες ιδεολογικές αναφορές: εισήγηση – έγκριση του προγράμματος ή των τροποποιήσεών του από το Πολιτικό Γραφείο και την Κεντρική Επιτροπή και προώθηση για τελική έγκριση στο Συνέδριο του Κόμματος. Ανάλογη είναι η διαδικασία που ακολουθείται στα άλλα δύο κόμματα της σημερινής κοινοβουλευτικής αριστεράς. Βέβαια, υπάρχουν διαφορές: π.χ. στο σημερινό «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» το πρόγραμμα αποφασίζεται μετά από εισήγηση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής στο Διαρκές Συνέδριο που ενδέχεται να κληθεί εκτάκτως για το σκοπό αυτό.
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ
ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Τα ζητήματα της εργασίας, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Πρωθυπουργού και Προέδρου του Ε.Γ. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Κώστα Σημίτη, εντάσσονται στη γενικότερη προγραμματική αντίληψη του κινήματος που προκρίνει «την πορεία εκσυγχρονισμού της χώρας, "την άλλη σύγκλιση", τη μεταρρύθμιση σε κρίσιμους τομείς, όπως η Δημόσια Διοίκηση, η Παιδεία, η Υγεία, το Κοινωνικό Κράτος». Στα δε πλαίσια της «ισχυρής και δίκαιας» Ελλάδας εντάσσεται ο προγραμματισμός για «δυνατότητες απασχόλησης, νέες ευκαιρίες δημιουργίας, μια καλύτερη ζωή, προοπτική για τη νέα γενιά». Η επιλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για συμμετοχή της Ελλάδας στην Οικονομική Νομισματική Επιτροπή (ΟΝΕ) αποτελεί το πλαίσιο «προστασίας της χώρας από τους κραδασμούς της διεθνοποίησης» και μοχλό «ανάπτυξης, ταυτόχρονα στο εσωτερικό της χώρας».
Πώς όμως αντιλαμβάνεται το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την ίδια την εργασία στο πλαίσιο αυτό; Στη συγκεκριμένη ομιλία του Πρωθυπουργού δεν διατυπώνεται σαφώς το «νέο όραμα». Η νέα αντίληψη για την εργασία αποσαφηνίζεται πολύ παραστατικά στο αναλυτικό πρόγραμμα για τη νέα τετραετία :«…πιστεύουμε ότι η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα συνδέεται αναπόσπαστα με την απόρριψη της αντίληψης που κατατέμνει τη ζωή στον κλειστό και στεγανό κύκλο: εκπαίδευση – εργασία – συνταξιοδότηση». Επίσης αναφέρεται ότι το γενικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. «σηματοδοτείται από μεταρρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης "ευελιξίας γνώσης" στην αγορά εργασίας και την ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού με νέες κομβικές δεξιότητες, ώστε να καθίσταται ικανό να ανταπεξέρχεται στις νέες απαιτήσεις που δημιουργεί η εφαρμογή νέων τεχνολογιών σε όλο και περισσότερους τομείς της οικονομίας» .
Η κεντρική ιδέα, λοιπόν, είναι αυτή της απόρριψης του παλιότερου προτύπου ζωής που αντιστοιχούσε, σε γενικές γραμμές, στην «παλιά οικονομία» του βιομηχανικού καπιταλισμού και της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης και η αντικατάστασής της από το νέο πρότυπο της «νέας οικονομίας» που στηρίζεται στη «γνώση» και την τεχνολογία της πληροφορικής. Στο πρόγραμμα καθίσταται σαφής η ιδέα αυτή: «Η "νέα οικονομία" απαιτεί στέρεες, γενικές γνώσεις, αλλά και εξειδίκευση. Βασίζεται στο πνεύμα πρωτοβουλίας, την ευελιξία, τη δυνατότητα δημιουργικής προσαρμογής σε συνθήκες που μεταβάλλονται ραγδαία».
Με βάση την παραπάνω συλλογιστική προκύπτουν οι προτεινόμενοι κεντρικοί άξονες χάραξης της πολιτικής για την εργασία. Πρώτος άξονας είναι αυτός της ανάπτυξης: υψηλότεροι ρυθμοί, ισχυροποίηση της εθνικής ανταγωνιστικότητας και της εγχώριας ζήτησης, ανάπτυξη επιχειρησιακού πνεύματος για ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τόνωση της επιχειρηματικότητας για τις μεγαλύτερες μονάδες ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά τους. Δεύτερος άξονας θεωρείται η επένδυση στη γνώση: κατοχύρωση του κοινωνικού δικαιώματος στην ελεύθερη πρόσβαση, αναδιάρθρωση προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις βαθμίδες, βελτίωση εκπαιδευτικού αποτελέσματος της διδασκαλίας και της αξιολόγησης, σύνδεση της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης με την αγορά εργασίας, προώθηση της δια βίου εκπαίδευσης. Τρίτος άξονας είναι η δυναμική αναπροσαρμογή της εργασίας στην κοινωνία της πληροφορίας: ένταξη της τηλεργασίας με ταυτόχρονη κατοχύρωση των εργατικών δικαιωμάτων και μεταρρύθμιση του συνολικού θεσμικού πλαισίου. Τέταρτος άξονας θεωρείται η διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου συνεργασίας με το ιδιωτικό κεφάλαιο: «θέσπιση ειδικών κινήτρων και επενδύσεων για προγράμματα ανάπτυξης ανθρωπίνου δυναμικού, προώθηση της εταιρικότητας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στην ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση». Πέμπτος άξονας είναι η πρόληψη: πέρασμα από «τη λογική των επιδοτήσεων στην προληπτική δράση» στην «έγκαιρη διάγνωση των αναγκών και εξελίξεων στην αγορά εργασίας» και με «ενεργά μέτρα προώθησης της απασχόλησης, στη βάση της εξατομικευμένης προσέγγισης και της ισότητας στην πρόσβαση». Ο έκτος και τελευταίος, αλλά σημαντικότερος κατά το πρόγραμμα, άξονας είναι η διασφάλιση των ίσων ευκαιριών: καταπολέμηση κάθε μορφής διάκρισης και διαχωρισμού και ένταξη στην ενεργό ζωή των νέων, των γυναικών, των εργαζομένων μεγάλης ηλικίας, των ατόμων με ειδικές ανάγκες και ικανότητες και αποτροπή του κοινωνικού αποκλεισμού τους.
Στη συνέχεια του προγράμματος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προτείνονται διάφορα γενικά μέτρα όπως το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση», το «Εθνικό σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης και δια βίου μάθησης», η «Ποιότητα στην επαγγελματική κατάρτιση και σύνδεση με την απασχόληση», οι «Ενέργειες υπέρ της απασχόλησης και της προστασίας των ανέργων», οι «Ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες» και οι «Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες».
Ένας από τους στόχους του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όπως περιγράφεται στο πρόγραμμα, είναι η μετατροπή του ρόλου κράτους σε αυτόν του ευέλικτου μηχανισμού και στρατηγείου ανάπτυξης» που θα συνεργάζεται με τους «κοινωνικούς εταίρους» . Στο πλαίσιο αυτό προτείνει προς την πλευρά των επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε μέτρα συμμετοχής των εργαζομένων «στο θετικό αποτέλεσμα που παράγει μια επιχείρηση»,δηλαδή «χορήγηση μετοχών / συμμετοχή στα κέρδη». Στο 35ωρο αφιερώνεται όλη κι όλη μία γραμμή: «Το 35ωρο εξακολουθεί να είναι στόχος. Συνεχίζουμε και διευρύνουμε τις πιλοτικές εφαρμογές του».
Τέλος, αναφέρεται ότι ως αποτέλεσμα της πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατά την επόμενη τετραετία, θα δημιουργηθούν, με τη βοήθεια του ΟΑΕΔ και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και χάρη στην εκταμίευση του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (15,7 τρις. Δρχ.), 300.000 νέες ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, 300.000 νέες ευκαιρίες κατάρτισης για ανέργους, 300.000 ευκαιρίες κατάρτισης που απευθύνονται σε ήδη εργαζόμενους.
ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η ΝΔ θεωρεί ότι «ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται στο τέλος μιας εποχής και στην αρχή μιας άλλης». Διανύουμε το πρώτο στάδιο της μεταβιομηχανικής εποχής» που είναι «το στάδιο της παγκοσμιότητας, της τεχνολογίας και της γνώσης». Χαρακτηριστικό της εποχής αυτής είναι ότι οι εξελίξεις σε όλους τους τομείς «προσλαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ταχύτητα» και επηρεάζονται «οι συνήθειες, οι συμπεριφορές, οι νοοτροπίες των ανθρώπων». Στα πλαίσια της προσπάθειας ένταξης στην ΟΝΕ η ΝΔ θεωρεί ότι έπρεπε να είχε καταρτιστεί «πλήρες και εφαρμόσιμο πρόγραμμα σύγκλισης» που θα είχε ως στόχο την «ταχύρυθμη ανάπτυξη της οικονομίας» με αναγκαία συνθήκη την «ανακούφιση των οικονομικά ασθενέστερων» σε συνεργασία «με όλους τους κοινωνικούς εταίρους και τους φορείς». Η ΝΔ τονίζει ότι επιβάλλεται «ένα νέο ποιοτικό άλμα» ώστε να γίνει δυνατή η λύση των προβλημάτων που έρχονται από το παρελθόν και να αντιμετωπίζονται οι καινούργιοι κίνδυνοι της νέας εποχής κατά την οποία υπάρχει μια «διαρκής αναζήτηση στο χώρο του συγκεκριμένου και του αποτελεσματικού». Γι’ αυτό επισημαίνεται ότι πρέπει να υιοθετηθεί ουσιαστικά ο φιλελευθερισμός και οι βασικές αρχές του από τις κύριες πολιτικές δυνάμεις.
Η ΝΔ αναγνωρίζει ότι «το σοβαρότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας στο ξεκίνημα του νέου αιώνα είναι η έκρηξη της ανεργίας». Η αιτία, σύμφωνα με τη ΝΔ, βρίσκεται στο ότι «η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει τα ονομαστικά κριτήρια σύγκλισης» άφησε την ανεργία «να πάρει τρομακτικές διαστάσεις».
Μετά την παράθεση μιας σειράς στοιχείων, σχετικά με την οικονομική κατάσταση των εργαζόμενων και των ανέργων, στο πρόγραμμα αντιπαρατίθενται οι στόχοι της ΝΔ. Πρώτη προτεραιότητα αποδίδεται στην αντιμετώπιση του προβλήματος της απασχόλησης και στη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία μέσα σε ένα πλαίσιο ίσων ευκαιριών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού απαιτείται μια πολιτική που «να προσανατολίζεται προς την οικονομική ανάπτυξη, τη μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και την αύξηση της απασχόλησης». Η ΝΔ στο πρόγραμμά της δεν κρύβει την αγωνία της για τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που «οδηγεί στην κοινωνία των 2/3, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών εθνικής διχοστασίας» που τη θεωρεί ως την πλέον σοβαρή απειλή της νέας εποχής. Η ΝΔ δηλώνει ότι, με την οικονομική πολιτική που προτείνει, στοχεύει «στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης». Οι άξονες του προγράμματος της ΝΔ αφορούν την προώθηση «μιας δυναμικής και ισόρροπης ανάπτυξης», την εφαρμογή ενεργητικών μορφών απασχόλησης «με έμφαση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση», την άρση «των γραφειοκρατικών και φορολογικών αντικινήτρων» που δυσχεραίνουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση νέων δραστηριοτήτων».
Τα άμεσα μέτρα που προτείνονται είναι: η αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης, η στήριξη του αγροτικού και κτηνοτροφικού τομέα για να σταματήσει η φυγή κυμάτων ανέργων προς τις πόλεις, η αποφασιστική ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις οποίες δημιουργούνται, σύμφωνα με τη ΝΔ, 7 στις 10 νέες θέσεις εργασίας, η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και η επέκταση της μερικής απασχόλησης, η δυναμική παρέμβαση στο πλαίσιο της Ε.Ε. για την ενίσχυση των προγραμμάτων απασχόλησης στην κατεύθυνση μιας πιο κοινωνικής και πιο ανθρώπινης Ευρώπης, η εξυγίανση του χώρου της υγείας και η αξιοποίηση του ιατρικού δυναμικού της χώρας στην κατεύθυνση μετατροπής της Ελλάδας σε κέντρο υπηρεσιών στον άνθρωπο, η εξασφάλιση των δυνατοτήτων στον τομέα της Παιδείας, η πραγματοποίηση αποτελεσματικών επενδύσεων στην εκπαίδευση, στην πληροφορική, στις νέες τεχνολογίες και στη μόρφωση.
Η ΝΔ δηλώνει ότι δεσμεύεται να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες: Αύξηση του ύψους του επιδόματος ανεργίας σε πρώτη φάση στο 60% του βασικού μισθού και παροχή πλήρους ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης όλων των ανέργων με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, επίσπευση της οικονομικής ανάπτυξης και ταυτόχρονη αύξηση της απασχόλησης μέσω της φορολογικής μεταρρύθμισης, δυναμική φορολογική παρέμβαση για την ανάπτυξη και την απασχόληση μέσω της δημιουργίας τριών τεχνολογικών πάρκων για την εγκατάσταση εταιριών δημιουργίας προγραμμάτων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, πλήρης φοροαπαλλαγή των κερδών που μπορεί να διανέμουν οι επιχειρήσεις σε εργαζόμενους, διαδικασία συνδιαμόρφωση κοινών αποφάσεων για την αξιοποίηση καινοτόμων ιδεών, απελευθέρωση της αγοράς από τον κρατικό εναγκαλισμό και ιδιαίτερα απελευθέρωση των επικοινωνιών, των μεταφορών και της ηλεκτρικής ενέργειας, ενίσχυση της τοπικής απασχόλησης μέσω της περιφερειακής ανάπτυξης και αξιοποίηση του περιφερειακού σκέλους του Γ΄ ΚΠΣ, θέσπιση αυξημένων επενδυτικών κινήτρων σε περιοχές με ιδιαίτερα προβλήματα και ιδιαίτερη μέριμνα για τη νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα, ενίσχυση της απασχόλησης μέσω της συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη των επιχειρήσεων, διεξαγωγή ευρέως κοινωνικού διαλόγου μεταξύ όλων των κοινωνικών εταίρων (σε θέματα όπως οι ώρες εργασίας και η ελαστικότερη διευθέτησή τους, η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών για την τόνωση της απασχόλησης και η εφαρμογή προγραμμάτων κατάρτισης), εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού συστήματος με αιχμές την επαγγελματική κατάρτιση και τη δια βίου εκπαίδευση, χρηματοδότηση και επιδότηση των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών ώστε οι μαθητές να αποκτήσουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διάθεση σημαντικών για προγράμματα επαγγελματικής επανακατάρτισης και διαρκούς επανεκπαίδευσης του προσωπικού (τα χορηγούμενα από την Ε.Ε. κονδύλια να κατευθύνονται αποκλειστικά στους ανέργους), οργανωτική αναδιάρθρωσης του Ο.Α.Ε.Δ., επιβολή αυστηρών ελέγχων σε ό,τι αφορά τη φύλαξη των συνόρων αλλά και την παράνομη απασχόληση λαθρομεταναστών, τόνωση της απασχόλησης μέσω της ουσιαστικής και άμεσης πληροφόρησης με τη χρήση του Διαδικτύου, θεσμοθέτηση κινήτρων εθελουσίας πρόωρης συνταξιοδότησης , γενναία στήριξη της μητρότητας σε άνεργες μητέρες που δεν διαθέτουν εναλλακτικές πηγές εισοδήματος και λήψη αυστηρών νομοθετικών μέτρων για την αντιμετώπιση των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων κατά των γυναικών και, τέλος, ενθάρρυνση της αυτοαπασχόλησης με τη διευκόλυνση των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων.
Η παρουσίαση του προγράμματος της ΝΔ για τις βουλευτικές εκλογές 2000 δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν δεν λαμβάναμε υπόψη το γεγονός ότι στο ψηφοδέλτιό της συμπεριλαμβάνονται ως υποψήφιοι και μέλη του κόμματος «Οι Φιλελεύθεροι» που διαθέτουν δικές τους προγραμματικές, ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις, που συχνά έρχονται σε αντίθεση με αυτές της ΝΔ.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα των Φιλελευθέρων, στις μέρες μας η ανάπτυξη της τεχνολογίας «καταργεί στην πράξη πολλά από τα παραδοσιακά φυσικά μονοπώλια και έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό τοπικών μονοπωλίων». Όπως το κεφάλαιο και η πληροφόρηση έτσι και η εργασία «γίνονται ολοένα και πιο ευέλικτα» μέσα σε ένα κλίμα εσωτερικών κοινωνικών διαφοροποιήσεων και διαρκούς αμφισβήτησης του κράτους και του ρόλου του. Η θέση των Φιλελευθέρων σχετικά με την εργασία προσδιορίζεται από την ανάγκη «να προχωρήσουν οι απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές» παρά και ενάντια στην «αντίδραση των οργανωμένων συντεχνιών και του κομματισμού» που αγωνίζονται «για τη διατήρηση του STATUS QUO και των ισχυρών κρατικοδίαιτων οικονομικών δυνάμεων». Το τρίπτυχο των αρχών τους είναι «λιγότερη κρατική παρέμβαση, περισσότερη ελευθερία και υπευθυνότητα για τους πολίτες» . Οι διαρθρωτικές αλλαγές, που υποτίθεται ότι θα εξυπηρετήσουν τους στόχους που προκύπτουν από τις αρχές αυτές, αφορούν την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και μεταφορών, της ανώτατης εκπαίδευσης και της υγείας. Ως αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων θα καταστεί δυνατόν να επικεντρωθεί η οικονομική πολιτική «στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, διότι οι νέες επιχειρήσεις και όχι οι παλαιές δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας» και κυρίως στους κλάδους της πληροφορικής όπου δημιουργούνται «θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης». Τονίζεται επίσης ότι δεν πρέπει οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό με χαμηλούς μισθούς και δεξιότητες αλλά «στις αυξημένες ικανότητες και δεξιότητες» που θα αποκτούν οι πολίτες από «ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα» που «θα ενισχύει την επιχειρηματικότητα». Ο ρόλος της ελεύθερης αγοράς, που υπόσχονται οι Φιλελεύθεροι, είναι καθοριστικός και στην πρότασή τους για την αναδιαμόρφωση του κοινωνικού κράτους και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης.
Εν κατακλείδι, η κοινωνική αλληλεγγύη πρέπει να στοχεύει όχι στη συνεχή επιδότηση αλλά στην «μελλοντική εργασία που θα αποφέρει ικανοποιητικό μισθό».
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας υποστηρίζει στο πρόγραμμά του ότι κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα επήλθαν σημαντικές μεταβολές στην καπιταλιστική κοινωνία. «Διαμορφώθηκε ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Διαμορφώθηκαν τα μονοπώλια που διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή, γεννώντας την τάση για στασιμότητα και σήψη. Η καπιταλιστική οικονομία πέρασε σε μια νέα βαθμίδα διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της παραγωγής. Το τραπεζικό κεφάλαιο συγχωνεύτηκε με το βιομηχανικό. Δημιουργήθηκε το χρηματιστικό κεφάλαιο και η ολιγαρχία. Απέκτησε εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίων σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Συγκροτήθηκαν διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών για το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Διαμορφώθηκε ο κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός (ΚΜΚ)». Με την «αντεπανάσταση» που έλαβε χώρα, κατά το ΚΚΕ, στις «σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης» ανατράπηκε ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων υπέρ των ιμπεριαλιστικών κρατών που ανταγωνίζονται για το μοίρασμα νέων αγορών προκαλώντας νέες εστίες τοπικών πολεμικών συγκρούσεων. Στα πλαίσια αυτά «η δράση των μονοπωλίων συνοδεύεται από μια πρωτόγνωρη επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων, στις εργασιακές και κοινωνικές κατακτήσεις τους, καθώς και από την καταλήστευση των πηγών του πλανήτη». Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι τη δράση αυτή των μονοπωλίων, και κατά κύριο λόγο των μονοπωλίων των Η.Π.Α., στηρίζουν οι παλαιοί και νέοι υπερεθνικοί θεσμοί όπως ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ του «νέο δόγματος», ο ΠΟΕ, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η NAFTA και η Ε.Ε. Οι «εγχώριες ολιγαρχίες» των χωρών του δεύτερου κύκλου που συγκεντρώνονται «γύρω από τις ηγέτιδες δυνάμεις του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος» αναλαμβάνουν να παίξουν το ρόλο «του περιφερειάρχη και του διαμεσολαβητή, με στόχο να αναβαθμίσουν τη θέση τους και να αποσπάσουν μέρος των υπερκερδών». Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, σύμφωνα με το ΚΚΕ, είναι «η σχετική και απόλυτη εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων», η ένταση «της μεταναστευτικής έκρηξης», «η ανεργία, (…) η έλλειψη στέγης η μαύρη εργασία, η εγκληματικότητα» κ.ο.κ. Επισημαίνεται επίσης ότι «η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών συμβαδίζει με την καταστροφή άλλων».
Το ΚΚΕ θεωρεί ότι «η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα» και ότι «ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε αργότερα από ό,τι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και ενώ είχε ήδη διαμορφωθεί το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα να στηριχθεί σε σχετικά χαμηλή υλικοτεχνική βάση». Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και, ιδιαίτερα, μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ «οι πολυεθνικές και τα μονοπώλια κατάκτησαν νέες θέσεις, διείσδυσαν βαθύτερα και ασκούν άμεσο ρόλο σε τομείς καίριους για τη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς, της κοινωνικής συνείδησης της εργατικής τάξης και του λαού». Συνέπειες της προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια αυτά, κατά το ΚΚΕ, είναι η στροφή προς τον τομέα των υπηρεσιών, η συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγικής βάσης της χώρας, η ένταση των φαινομένων χρεοκοπίας εξαγορών και συγχωνεύσεων, τα βαριά πλήγματα κατά της γεωργίας, η διεύρυνση του χάσματος που χωρίζει την Ελλάδα από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και οι δυσβάστακτες αρνητικές εξελίξεις για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, του λιγότερου κράτους και της απελευθέρωσης της αγοράς.
Το ΚΚΕ θεωρεί ότι είναι «ο δρόμος της συγκρότησης της αντιιμπεριαλιστικού δημοκρατικού μετώπου πάλης, που μπορεί να δόσει προοπτική για την εργατική τάξη, τα μικρομεσαία λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου και τη νεολαία» με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Το Μέτωπο, σύμφωνα με το ΚΚΕ, «πραγματοποιείται στο έδαφος του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα που απασχολούν το λαό και τη χώρα, της πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης με την ολιγαρχία του τόπου, τους πολύμορφους μηχανισμούς του κράτους της» κ.ο.κ. Στην αρχική φάση του Μετώπου επέρχεται «συσπείρωση κυρίως κοινωνικών δυνάμεων γύρω από αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα και στόχους, από επιμέρους μέτωπα πάλης που κινητοποιούν διάφορα τμήματα των εργαζομένων προς ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα».
Η πραγματοποίηση της συμμαχίας αυτής κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων επιτεύχθηκε, σύμφωνα με το ΚΚΕ, στις βουλευτικές εκλογές 2000, με τη συνεργασία πολιτικών παραγόντων και πολιτικών σχημάτων όπως η Κομμουνιστική Ανανέωση . Η δράση του Μετώπου, σύμφωνα με το ΚΚΕ, έχει στόχο να αντιμετωπίσει «το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας», να αγωνιστεί για την «προστασία και πραγματική αύξηση του λαϊκού εισοδήματος», να προωθήσει την «αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή στους μισθούς, συντάξεις και επιδόματα», να συντονίσει την πάλη «κατά της επιβολής των νέων εργασιακών σχέσεων» για τη «μείωση των ωρών εργασίας με πλήρη διασφάλιση των οικονομικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών», για την «κατάργηση των υπερωριών», για τη «λήψη μέτρων που αντιπαλεύουν και καταργούν τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών και των νέων», για την «ανάπτυξη και χρήση των νέων τεχνολογιών σε όφελος των εργαζομένων», για «μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια στους εργασιακούς χώρους», για να καθιερωθούν «θεσμοί εργατικού και λαϊκού ελέγχου», για να παρέχεται «ίση αμοιβή για ίση δουλιά ανδρών και γυναικών, νέων και αλλοδαπών εργαζομένων», για να χορηγείται «επιδότηση αόριστης διαρκείας στους άνεργους, επιδόματα στο 80% του βασικού μεροκάματου», για να υπάρχει «διασφάλιση των κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ανέργων στη διάρκεια της ανεργίας» κ.ο.κ.
Απώτερος στόχος του ΚΚΕ είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, δηλαδή «η επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη σε συνεργασία με τους συμμάχους της», η «κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής» και «ο σοσιαλιστικός σχεδιασμός της οικονομίας». Στο σοσιαλισμό «τα επιτεύγματα της επιστήμης και των νέων τεχνολογιών θα χρησιμοποιούνται για την ολόπλευρη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της κοινωνικής παραγωγής, για την εξασφάλιση δουλιάς σε όλους τους ικανούς προς εργασία, για τη συνεχή βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων, για την άνοδο του επιπέδου της κοινωνικής και πολιτιστικής ευημερίας του λαού με βάση τη σοσιαλιστική αρχή: στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του». Μέσα στο σοσιαλιστικό καθεστώς, που στο επίπεδο οργάνωσης της κρατικής εξουσίας θα έχει τη μορφή της «δικτατορίας του προλεταριάτου», «οι μαζικές κοινωνικές οργανώσεις, ιδιαίτερα, τα εργατικά συνδικάτα, είναι οι φορείς με τους οποίους η εργατική τάξη ελέγχει το κράτος της, προστατεύεται από κινδύνους αυθαιρεσίας, γραφειοκρατίας, απόσπασης από το γενικό συμφέρον». Το ΚΚΕ, στην περίπτωση αυτή, θα παίζει το ρόλο του βασικού κόμματος εξουσίας που θα καθοδηγεί και θα ελέγχει την πορεία της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας σε συνεργασία με τα συνδικάτα των εργαζομένων και τους φορείς των κοινωνικών κινημάτων.
ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ
Ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου, που στις εκλογές αυτές συμπεριέλαβε στους συνδυασμούς του υποψήφιους προερχόμενους από την Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά και τους χώρους των Οικολόγων – Εναλλακτικών και των κοινωνικών κινημάτων, τονίζει στο πρόγραμμά του ότι «αγωνίζεται για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, για την εξασφάλιση του πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου επί των διαδικασιών και των δυνάμεων της αγοράς» και ότι η Ελλάδα μπαίνει στην ΟΝΕ «με αυξημένα ποσοστά ανεργίας, με διευρυμένες κοινωνικές ανισότητες, με τις περισσότερες περιφέρειες της χώρας να αποκλίνουν (…) με ένα κοινωνικό κράτος ανίκανο να στηρίζει τους κοινωνικά αδύναμους και με ένα δημόσιο χρέος, μεγαλύτερο του εθνικού εισοδήματος». Τέλος, επισημαίνει στον αναγνώστη – ψηφοφόρο ότι το πρόγραμμα σύγκλισης που πρότεινε και ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ελλάδα πρόκειται να επιφέρει: «τη συνέχιση της μονομερούς λιτότητας σε βάρος των μισθών και των συντάξεων, την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την εκχώρηση του 51% των στρατηγικής σημασίας δημοσίων επιχειρήσεων στα χέρια ιδιωτών, την σε βάρος των εργαζομένων αλλαγή του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος».
Ο ΣΥΝ θεωρεί ότι η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κινούμενη στο πλαίσιο αυτό, «επέλεξε το δρόμο της επίτευξης των ονομαστικών δεικτών μέσα από πολιτικές μονόπλευρης πίεσης των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και μέσα από πολιτικές που περιορίστηκαν στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερης έμπνευσης υποδείξεων των ευρωπαϊκών οικονομικών οργάνων». Απέναντι στην πολιτική στην οποία ασκεί κριτική ο ΣΥΝ αντιπροτείνει, στα πλαίσια της ΟΝΕ, «τη γενικότερη στροφή στο σχεδιασμό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, με προτεραιότητες στην αντιμετώπιση της ανεργίας, την ανθεκτική οικονομία στο ανταγωνιστικό περιβάλλον, τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, που θα αποτρέπει τον κοινωνικό ανταγωνισμό και το κοινωνικό "ντάμπινγκ"». Προτείνεται, δηλαδή, ένα «σύνολο διαρθρωτικών αλλαγών που θα αναβαθμίζουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και θα δημιουργούν ένα ανθεκτικό κοινωνικό κράτος».
Το πρόγραμμα του ΣΥΝ έχει ως κεντρικό πυλώνα την καταπολέμηση της ανεργίας και την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας στηρίζεται στους εξής άξονες πολιτικής: «α). Συγκεκριμένοι στόχοι και χρονοδιάγραμμα για τη μείωση της ανεργίας. β) Μέτρα και πολιτικές για την υλοποίηση των στόχων με πυρήνα την νομοθετική κατοχύρωση του 35ωρου χωρίς μείωση των αποδοχών και αύξηση των θέσεων εργασίας. γ) Διπλασιασμός των πόρων που διατίθενται από το κράτος για την απασχόληση. δ) Αύξηση και χρονική επιμήκυνση της χορήγησης των επιδομάτων ανεργίας. Ειδική μέριμνα για τους νέους, μακροχρόνια και ηλικιωμένους άνεργους. ε) Ειδικές πολιτικές για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών και την ισότιμη πρόσβασή τους στην απασχόληση. στ) Ενίσχυση της απασχόλησης στους τομείς του περιβάλλοντος, των κοινωνικών υπηρεσιών, της ποιότητας ζωής. ζ) Αναδιάρθρωση του συστήματος «εκπαίδευση –κατάρτιση - επανακατάρτιση» εργαζομένων και ανέργων που να συνδυάζεται με την απασχόληση».
Στα πλαίσια αυτά ο ΣΥΝ με ειδικό φυλλάδιο αλλά και με ειδική σελίδα στο site του κόμματος στο διαδίκτυο προβάλλει τις «προτάσεις νόμων για το 35ωρο, για τους ηλικιωμένους και τους μακροχρόνια ανέργους, και για την αύξηση και χρονική επιμήκυνση των επιδομάτων ανεργίας» τις οποίες υπέβαλε στην απερχόμενη Βουλή. Ειδικά για το 35ωρο προτείνεται «νομοθετική ρύθμιση πλαισίου εφαρμογής του με άμεση εφαρμογή στο Δημόσιο, ΔΕΚΟ, Τράπεζες και επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου και τεχνολογίας και σταδιακή εφαρμογή του, με ειδική στήριξη στις μικρές επιχειρήσεις (…) δραστικός περιορισμός των υπερωριών και αύξηση της αμοιβής τους και κατάργηση της υπερεργασίας». Θεωρώντας ότι η συνεχιζόμενη πτώση των επιτοκίων ελαφρύνει το δημόσιο προϋπολογισμό και, συνεπώς, είναι δυνατή η χορήγηση των «ουσιαστικών διορθωτικών αυξήσεων» σε χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους. Προτείνει επίσης «την κατοχύρωση ενός ικανοποιητικού ελάχιστου εισοδήματος για όλους (…) την ανασυγκρότηση του ασφαλιστικού συστήματος (…) καθιέρωση κατώτατου μισθού και κατώτατης σύνταξης» και «ειδικά μέτρα (…) για τους ημερομίσθιους εργαζόμενους». Πώς θα χρηματοδοτηθεί αυτή η πολιτική; Προτείνεται η «δημιουργία ταμείου αλληλεγγύης (…) με ειδική φορολογία στις χρηματιστηριακές πράξεις, στις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου και τεχνολογίας καθώς και στα υψηλά εισοδήματα».
Χρειάζεται επίσης να αναφερθεί και η ειδική θέση του ΣΥΝ σχετικά με την «ανάπτυξη κινήματος για: 1) Σταμάτημα της επέκτασης των ιδιωτικοποιήσεων και σε άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, τράπεζες και τομείς κοινωνικής πολιτικής. 2) Αποτελεσματικό Δημόσιο Management με πλήρη και διοικητική αυτοτέλεια. 3) Μη επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων στις ήδη μετοχοποιημένες ΔΕΚΟ και αποτροπής εκχώρησης πλειοψηφικού πακέτου τους και του Management σε ιδιώτες. 4) Ανάπτυξη και πραγματικός εκσυγχρονισμός των ΔΕΚΟ με κριτήριο τη συμβολή στη γενικότερη ανάπτυξη της χώρας, στην αύξηση της απασχόλησης, στην εξυπηρέτηση των πολιτών, στην προστασία και αναβάθμιση του περιβάλλοντος και 5) Ολοκληρωμένη πολιτική ανθρώπινου δυναμικού στην κατεύθυνση της αξιοποίησης και αναβάθμισής του».
Στα πλαίσια της παρουσίασης του προγράμματος του ΣΥΝ αξίζει να αναφερθεί και η ειδικότερη παρέμβαση της Νομαρχιακής Επιτροπής Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Ασφαλιστικών Εταιρειών που με φυλλάδιό της παρουσιάζει τους υποψήφιους του κλάδου και τις θέσεις του κόμματος. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι χρειάζεται «να συνεχιστεί η ανάπτυξη του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού συστήματος (…) με απαραίτητη προϋπόθεση τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, με ειδικό νόμο για τις συγχωνευθείσες και τις συγχωνευθεισόμενες Τράπεζες». Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για την Εμπορική Τράπεζα για την οποία προτείνεται να συγχωνευθεί με την Εθνική Τράπεζα και άλλες σε ένα ισχυρό όμιλο κρατικού ελέγχου «ώστε να αποτελέσει πρότυπο εφαρμογής καλών εργασιακών σχέσεων και αναπτυξιακής λειτουργίας, χαμηλών τιμών προϊόντων και άριστης εξυπηρέτησης των πελατών». Επισημαίνεται ότι πρέπει «να θεσπιστούν ριζικές αλλαγές στον Προγραμματισμό, τη Διοίκηση, τη λειτουργία και τον έλεγχο των τραπεζών κρατικής ευθύνης που σήμερα λεηλατούνται από την πολιτική των πελατειακών σχέσεων» και ότι υπάρχει ανάγκη «να ιδρυθεί ενιαίος ασφαλιστικός φορέας κύριας και επικουρικής σύνταξης για τον χρηματοπιστωτικό τομέα».
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Το Δημοκρατικό Κοινωνικό Κίνημα, που ιδρύθηκε στις 20 Δεκέμβρη 1995 και είναι το νεότερο από τα κόμματα που συμμετέχουν στην απερχόμενη Βουλή, είναι, σύμφωνα με την ιδρυτική διακήρυξή του, «πολιτική κίνηση, ανοιχτή σε όλους τους Έλληνες, χωρίς κανέναν αποκλεισμό, ανεξάρτητα από προηγούμενες πολιτικές εντάξεις» . Αναλύοντας τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού διαπιστώνει ότι «το έθνος είναι αυτό που πρέπει να συκοφαντηθεί, να τιθασευτεί, να εκφυλιστεί, να γίνει μουσειακό είδος, για να επιτύχει το νέο στάδιο του καπιταλισμού, τη μεταβιομηχανική εποχή» . Για την αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης το ΔΗΚΚΙ καλεί σε συσπείρωση και αγώνα τους «μη προνομιούχους» που «είναι όσοι δεν μπορούν να αντέξουν στον τύπο της μεταβιομηχανικής εποχής που το κεφάλαιο μεθοδεύει». Στη συσπείρωση αυτή εντάσσονται όσοι θεωρούν ότι η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί «προϋπόθεση για κάθε άλλη αξία εντός εθνικής κοινότητας» και «παίρνει, στην εποχή μας, το περιεχόμενο της Εθνικής Επιβίωσης και οδηγεί σε μια στρατηγική συμμαχία επιβίωσης των δυνάμεων της εργασίας με τις δυνάμεις της παραγωγής σε εθνικό επίπεδο». Αξίζει να τονιστεί ότι το ΔΗΚΚΙ προβλέπει ότι «η εθνικής κλίμακας επιχείρηση θα είναι και αυτή ο προλετάριος της μεταβιομηχανικής εποχής, αν πετύχουν τα σχέδια του διεθνούς κεφαλαίου», ο δε ρόλος του ελληνικού κράτους «θα είναι ρόλος μακρινής Νομαρχίας των Βρυξελλών» και οι εθνικές δυνάμεις θα «διεκδικούν, στην καλύτερη περίπτωση, ρόλο υπεργολάβου».
Μέσα στο πλαίσιο της πρότασης του ΔΗΚΚΙ περί «εθνικής οικονομικής ανάπτυξης» πρωτεύουσα θέση κατέχει, ως προϋπόθεση, η «εθνική ομοψυχία», η οποία στηρίζεται στη «βεβαιότητα του λαού μας, ότι η δημοκρατική πολιτεία και η κοινωνία, που του προτείνουμε, δίνει θέση και ρόλους σε όλους, δείχνει στοργή προς όλους, ιδιαίτερα στους απόμαχους της εργασίας και τους πάσχοντες». Όσον αφορά τη σταθεροποίηση της «εθνικής οικονομίας», το ΔΗΚΚΙ θεωρεί ότι «θα επιδιώκεται μέσα από ανάπτυξη με κοινωνική προστασία και όχι με μείωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών». Ο αναγκαίος, κατά το ΔΗΚΚΙ, εκσυγχρονισμός που σκοπεύει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης πρέπει να στηρίζεται σε μη διαπραγματεύσιμες αρχές που είναι «η ανθρωπιά, ο σεβασμός στον άνθρωπο και η κοινωνική δικαιοσύνη». Γι’ αυτό, υποστηρίζει το ΔΗΚΚΙ, «η ανεργία αποτελεί τη μεγαλύτερη κοινωνική αδικία». Το ΔΗΚΚΙ επαναφέρει την συνδιαχειριστική λογική της δεκαετίας του ’80 και της κλασικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με αιτιολογικό την «εθνική επιβίωση» που «επιβάλλει την εθνική συνεννόηση μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και των δυνάμεων της παραγωγής, στα πλαίσια ενός αποκεντρωμένου δημοκρατικού προγραμματισμού, με τη συμμετοχή όλου του λαού, μέσα από θεσμούς λαϊκής συμμετοχής». Στη διαδικασία της ανάπτυξης αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στη συμμετοχή των μαζικών κινημάτων και, ειδικά στο συνδικαλισμό που πρέπει να είναι «χειραφετημένος από κόμματα και εξαρτήσεις» και καλείται «να αναδειχτεί σε γνήσια πρωτοπορία, χαράσσοντας στρατηγική σαν αυτόνομο, δομικό στοιχείων της Δημοκρατικής Πολιτείας». Η ίδια η επιχείρηση ως θεσμός αυτής της πολιτείας, που οραματίζεται το ΔΗΚΚΙ, «θα πρέπει να αντιληφθεί, ότι ο κοινωνικός της ρόλος αποδεικνύεται μόνον με τις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας» στα πλαίσια μιας «επιθετικής παραγωγικής αναπτυξιακής πολιτικής, που θα φέρει απασχόληση με κοινωνική προστασία».
Ενώ στις προγραμματικές διακηρύξεις και στις προεκλογικές ομιλίες του Προέδρου και των υποψηφίων βουλευτών του ΔΗΚΚΙ δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στη λογική που πρέπει να διέπει τις εργασιακές σχέσεις αλλά και σε επιμέρους πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας, πέραν της ανάγκης η (δημόσια) παιδεία «να εφοδιάζει με άριστα στελέχη την αναπτυξιακή προσπάθεια κυρίως στους τομείς που δίνεται η μάχη», εν τούτοις, σε αντίθεση με τη ΝΔ και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. που δεν έχουν ιδιαίτερα συγκεκριμένες αναφορές, στον τομέα του ασφαλιστικού το ΔΗΚΚΙ έχει συγκεκριμένες προτάσεις που πηγάζουν από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική λογική : «καμία αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, γιατί κάτι τέτοιο θα συμβάλει στην αύξηση της ανεργίας», «καμία αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, εργαζομένων και εργοδοτών», «θεσμοθέτηση της τριμερούς συμμετοχής κράτους – εργαζομένων – εργοδοτών στις δαπάνες του ασφαλιστικού συστήματος, κατά 1/3 για κάθε μέρος», «εκσυγχρονισμός, αναδιάρθρωση και ενίσχυση των αρμόδιων υπηρεσιών της Πολιτείας, με το απαιτούμενο κατάλληλο προσωπικό, αλλά και τεχνολογικό εξοπλισμό», «είσπραξη των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ληξιπρόθεσμων χρεών των μεγαλοφειλετών προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία» και, τέλος, «προγραμματισμένη και ελεγχόμενη υποδοχή οικονομικών μεταναστών, για τους οποίους θα ισχύει ασφαλιστικά, ό,τι και για τους Έλληνες εργαζομένους».
Αυτά τα αιτήματα θα μπορούν να γίνουν πράξη, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΔΗΚΚΙ, όταν υπάρξει «αλλαγή προσανατολισμού και περιεχομένου της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, ώστε να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη της παραγωγικής οικονομίας, με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας».
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΩΣΗ
Η Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση είναι ο πιο πρόσφατα δημιουργημένος πολιτικός κομματικός οργανισμός. Συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία ομάδας πολιτών γύρω από το πάλαι ποτέ μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Κ.Ε. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Μιχάλη Χαραλαμπίδη . Το ελληνικό ιστορικό πρόβλημα, σύμφωνα με το πρόγραμμα του κόμματος, είναι η «απουσία της πολιτικής στις μεγάλες της διαστάσεις, της πολιτικής ως πρόβλεψη και σχέδιο». Με βάση αυτή την κεντρική θέση, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. κατάρτισε ένα πρόγραμμα για μια διαφορετική οργάνωση της Ελληνικής κοινωνίας, η οποία σήμερα «στις αρχές του νέου αιώνα αντιμετωπίζει κρίση εθνικής κυριαρχίας στον τόπο όπου γεννήθηκε ιστορικά». Απόδειξη του ολοένα και συρρικνούμενου ρόλου του ελληνισμού, θεωρείται από τη ΔΗ.ΠΕ.Ν., η συνεχής μείωση του αριθμού των προϊόντων «που παράγονται και κατασκευάζονται στην Ελλάδα». Στη μεταπολιτευτική περίοδο κυριάρχησαν πολιτικά κόμματα που σήμερα «δεν έχουν τη μορφή αυτού που ονομάστηκε πολιτικό κίνημα και πολιτικό κόμμα. Πρόκειται για μη-κόμματα. Αποτελούν και αντιπροσωπεύουν ένα στρώμα που κινείται ανάμεσα στο κράτος, τα λόμπι και τα λεγόμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Η αιχμαλωσία αυτή της πολιτικής βάζει σε κρίση τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα (…) αντί για τους συνταγματικούς κανόνες καθορίζει την πολιτική ζωή και την οικονομία ένα αδιαφανές, σιωπηλό και κρυφό σύνταγμα».
Εκείνο που χρειάζεται, κατά τη ΔΗ.ΠΕ.Ν., είναι η «έναρξη μιας διαδικασίας που θα αποκαταστήσει, με την επανακατοίκηση της ελληνικής περιφέρειας , την αρμονία του ελληνικού κοινωνικο-οικονομικού, χωροταξικού, πολεοδομικού, φυσικού σώματος». Η ΔΗ.ΠΕ.Ν. υποστηρίζει ότι πρέπει να στηριχτεί η τάση «που παρατηρείται ειδικά στους νέους ανθρώπους για μια νέα, γόνιμη, απελευθερωμένη και δημιουργική σχέση με την εργασία που τροφοδοτεί μια έννοια ζωής, ανθρώπινης ύπαρξης και ολοκλήρωσης. Σε σύγκρουση με τη μέχρι σήμερα παθητική στάση του βολέματος».
Στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση η ΔΗ.ΠΕ.Ν. αντιπαραθέτει την «παγκοσμιοποίηση από τα κάτω», τη δημιουργία «των θεσμών μιας παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής διακυβέρνησης για μια Κοσμοπολιτική Οικουμενική Δημοκρατία» που θα δημιουργήσει ένα «νέο νομισματικό και χρηματιστικό καθεστώς που θα στηρίζεται στην αρχή της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής επί των χρηματιστηριακών αγορών, τη θεσμοθέτηση κανόνων, όρων και ρυθμίσεων». Στα πλαίσια αυτά, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. θεωρεί ότι με τις προτάσεις της για την θεσμική και γεωγραφική «περιφερειακότητα» και την «πολυκεντρικότητα» αναδεικνύεται και τροφοδοτείται η αναπτυξιακή διάσταση. Έτσι, θα αναγεννηθούν «τα τοπικά και περιφερειακά παραγωγικά συστήματα που αποδιαρθρώθηκαν και εξαφανίστηκαν τις δεκαετίες του συγκεντρωτισμού», η εθνική οικονομία «θα αποτελεί σύνθεση των περιφερειακών παραγωγικών συστημάτων που σήμερα είναι αδύναμα και συρρικνωμένα» και τα οποία «θα εξελιχθούν σε σύγχρονα συστήματα και προϊόντα δια μέσου της σύνδεσής τους με την κωδικοποιημένη γνώση των συστημάτων εκπαίδευσης, των πανεπιστημίων, των Πόλων Τεχνολογίας, των Περιφερειακών Κέντρων Έρευνας». Κατά τη ΔΗ.ΠΕ.Ν., «το πλούσιο θεσμικά, ανθρώπινο, επιστημονικό και τεχνολογικό περιβάλλον της κάθε περιφέρειας θα αποτελεί ένα βασικό θεμέλιο της ανάπτυξής της» και «θα δημιουργεί προϋποθέσεις έλξης και διαρκούς παραμονής μονάδων και επιχειρήσεων σε αυτήν». Για κάθε περιφέρεια, η «ιστορική πολιτισμική συνείδησή» της αποτελεί «το μεγαλύτερο εφόδιο, το μεγαλύτερο κεφάλαιο για την παραγωγική, δημογραφική και πολιτική ολοκλήρωση».
Τοποθετώντας σε ένα τέτοιο προγραμματικό πλαίσιο το θεμελιώδες πεδίο της κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή την οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής και της σχέσης τους με τη γνώση, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. τονίζει ότι «η γνώση, το πνεύμα αποτελεί την κυρίαρχη σήμερα μορφή κεφαλαίου». Απορρίπτοντας το Φορντισμό και τον Ταιηλορισμό ως ξεπερασμένα συστήματα εργασίας, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. θεωρεί ότι με τη συμβολή των νέων τεχνολογιών δημιουργούνται «συνθήκες αναζήτησης, επανακατάκτησης από τον άνθρωπο των γνώσεων και του ελέγχου των διαδικασιών παραγωγής των προϊόντων». Προτείνει τη ρύθμιση των μετασχηματισμών αυτών μέσω κοινωνικών «αντιπροσωπευτικών, αυτοκυβερνητικών και αυτοδιαχειριστικών θεσμών» ώστε να αρχίσει περίοδος «απελευθέρωσης της εργασίας και του ανθρώπου». Αυτές «οι διαδικασίες αποκέντρωσης της παραγωγής αποτελούν τη βάση για την επανεμφάνιση των νέων δημιουργών, μαστόρων με νέες σύγχρονες μορφές». Η οργάνωση αυτού του τύπου παραγωγής «θα στοχεύει στην παραγωγή προσωποποιημένων προϊόντων ποιότητας» που για την Ελλάδα αποκτούν ζωτική σημασία στο βαθμό που γίνεται δυνατή «η ανάκτηση της ιστορικής εθνικής παραγωγικής μνήμης, που χαρακτηριζόταν από την ποιότητα» ώστε να «συμβάλλει στην ανάκτηση της ανθρωπολογίας» η οποία «υπέστη μεγάλες αλλοιώσεις τις τελευταίες δεκαετίες».
Η σχέση των πολιτών με την εργασία και τη γνώση «θα στηρίζεται στην εκπαίδευση όλων των πολιτών, στη συνάντηση – ταύτιση των στιγμών γνώσης και εργασίας, στην εναλλαγή των περιόδων εργασίας και εκπαίδευσης, στη συνεχή δια βίου εκπαίδευση».
Μέσα στο πλαίσιο αυτό «η κινητικότητα, η ελαστικότητα στην εργασία που προκαλείται δια μέσου των αλλαγών στην τεχνολογία θα κυβερνάται σε μία προοπτική εγγυημένης επιμόρφωσης, επανεκπαίδευσης, ολοκλήρωσης των εργαζομένων, των δημιουργών και όχι στην περιθωριοποίηση και αποκλεισμό τους». Οι εργαζόμενοι θα «εμβαθύνουν στη γνώση και την εργασία», θα έχουν «διαρκή, πλήρη απασχόληση στους τομείς παραγωγής και αναπαραγωγής του ελεύθερου χρόνου και όχι ανεργία, πλήξη και καταναλωτική αλλοτρίωση».
ΕΞΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
1. ΜΕΤΩΠΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Η σημαντικότερη δύναμη του Μετώπου Ριζοσπαστικής Αριστεράς , το Νέο Αριστερό Ρεύμα ,συγκροτήθηκε το 1990, αρχικά ως οργάνωση των διαφωνούντων της ΚΝΕ και του ΚΚΕ μετά τη συμμετοχή του κόμματος στην κυβέρνηση Τζαννετάκη και την οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα και κατόπιν συσπείρωσε στις γραμμές του αρκετούς ανένταχτους αριστερούς. Το ΝΑΡ αναφέρει στην «Εκλογική Διακήρυξη» ότι βουλευτικές εκλογές στις 9 Απριλίου είναι μια κρίσιμη πολιτική μάχη που φέρνει επί τάπητος την ανάγκη για ‘εφ’ όλης της ύλης’ απαντήσεις στα προβλήματα του καιρού μας» και ότι «κάτω από τη σημαία της OΝΕ, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις ετοιμάζουν νέες σταυροφορίες εναντίον των ιστορικών κατακτήσεων και των σημερινών αναγκών των εργαζομένων και της νεολαίας σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής» και ότι πρόκειται για μια μάχη με μακροπρόθεσμο, στρατηγικό ορίζοντα, για τη διαμόρφωση ενός ισχυρού πολιτικού πόλου της ανεξάρτητης, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ενός νέου κομμουνιστικού, εργατικού κινήματος, ικανού να κερδίσει πολλά διεκδικώντας τα πάντα». Ανεξάρτητα από το αν θα νικήσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή η ΝΔ, τονίζει πώς είναι αναπόφευκτο ότι θα επέλθουν τα ακόλουθα: «η εκθεμελίωση του συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η λεγόμενη ‘απελευθέρωση της αγοράς εργασίας’ που μεταφράζεται σε απολύσεις χωρίς φραγμούς, ελαστικά ωράρια χωρίς όρια, γενίκευση της προσωρινής και της εποχιακής απασχόλησης με μισθούς πείνας, η ιδιωτικοποίηση του OΤΕ, της ΔΕΗ και των Τραπεζών, η βίαιη αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, που θα στείλει στις πόλεις στρατιές ξεκληρισμένων αγροτών, και η διαρκής κατάψυξη των μισθών, αποτελούν βασικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης στις Βρυξέλλες, τον ‘ακάνθινο στέφανο’ της OΝΕ που θα κληθούν να φορέσουν τα λαϊκά στρώματα». Τονίζεται επίσης ότι «ποτέ στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, η εργατική τάξη δεν παρήγαγε τόσο πλούτο, ικανό να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή, ελεύθερη από τα δεσμά της ανέχειας, της ανασφάλειας και της καταπίεσης, στο σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού». Αλλά και «ποτέ η ανισότητα στη ζωή και στο θάνατο δεν ήταν τόσο κραυγαλέα, τόσο βάρβαρη, τόσο προκλητική για κάθε έννοια πολιτισμού, όσο είναι σήμερα».
Ως λύση προτείνεται η δημιουργία «ενός νέου εργατικού κινήματος». Αυτό το κίνημα έχει, κατά τους συντάκτες της διακήρυξης, ήδη αρχίσει να συγκροτείται: «Μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο, η κερδισμένη ‘μάχη του Σιάτλ’ έφερε στο προσκήνιο την αναγκαιότητα ενός νέου αντικαπιταλιστικού συνασπισμού των εργατών, της επιστημονικοτεχνικής διανόησης και της νεολαίας του αναπτυγμένου Βορρά, των προλετάριων του Τρίτου Κόσμου και του διεθνούς οικολογικού κινήματος. Oλοένα και πιο καθαρά, ολοένα και πιο μόνιμα, η ‘παγκοσμιοποίηση’ της εκμετάλλευσης σέρνει μαζί της, σαν δυσοίωνη σκιά από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, τη διεθνοποίηση της ταξικής πάλης. Ακόμα και στις παγωμένες κορφές των ελβετικών Άλπεων, στο Νταβός». Στη διακήρυξη τονίζεται επίσης ότι τόσο το ΝΑΡ όσο και το ΜΕ.Ρ.Α. θα επιχειρήσουν να συμβάλλουν «στην επαναθεμελίωση της κομμουνιστικής προοπτικής με την πεποίθηση ότι η χειραφέτηση των εργαζομένων είτε θα είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων είτε δεν θα υπάρξει καθόλου».
Το σύνθημα του κομματικού αυτού φορέα είναι: «Για μια νέα ζωή, σε μια Εργατική Δημοκρατία». Το γεγονός ότι οραματίζεται το κόμμα αυτό μια μελλοντική κοινωνία τέτοιου τύπου δεν σημαίνει, όπως τονίζει, δραπέτευση «από το σκληρό παρόν και τα αγωνιώδη προβλήματα επιβίωσης του λαού και της νεολαίας» και δεν υποτιμάται «η σημασία, έστω μικρών αλλά χειροπιαστών, κατακτήσεων της εργατικής πάλης προς όφελος της ενότητας, της αυτοπεποίθησης, της αυτοπεποίθησης και της μαχητικής ικανότητας του λαϊκού κινήματος». Η εργατική πάλη, για την οποία κάνει λόγο η διακήρυξη, πρέπει να ενταχτεί σήμερα «[σ]την πολιτική του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου» που δεν θα είναι «σημαία ευκαιρίας για τις εκλογικές ανάγκες της στιγμής» αλλά θα είναι «στην κατεύθυνση της απόκρουσης, ρήξης και ανατροπής της καπιταλιστικής επίθεσης και των όποιων κυβερνητικών διαχειριστών της, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πολέμου και της NATOϊκής Νέας Τάξης» και θα μπορεί «να επιβάλλει κατακτήσεις και να συγκεντρώνει τις πιο ζωντανές, κριτικές και μαχόμενες δυνάμεις του λαού και της νεολαίας για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την εργατική δημοκρατία».
Τα αιτήματα που προωθούνται για διεκδίκηση έχουν ως εξής: «Διεκδικούμε την επιστροφή των «λαφύρων» από την τελευταία δεκαπενταετία της διαρκούς ληστείας των εργαζομένων. Πενθήμερη εργασία τριάντα ωρών, με σταθερό ωράριο (έξι ώρες την ημέρα), χωρίς ελαστική εργασία και ατομικές συμβάσεις, με αυξήσεις αποδοχών πάνω από την αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να ζούμε αξιοπρεπώς με ένα μισθό. Επίδομα ανεργίας ίσο με το βασικό μισθό και εργατικό βέτο στις απολύσεις (…)Απαιτούμε την πλήρη κοινωνική και ιατροφαρμακευτική ασφάλιση όλων των εργαζομένων και των ανέργων, Ελλήνων και ξένων, και την κατάργηση της συνεισφοράς των εργαζομένων στην ασφάλισή τους. Μείωση των ορίων συνταξιοδότησης. Απαλλαγή των χαμηλόμισθων μισθοσυντήρητων από τη φορολογία και δραστική αύξηση των φόρων εισοδήματος, ακίνητης περιουσίας και κατανάλωσης για τα προνομιούχα στρώματα, φορολόγηση κάθε χρηματιστηριακής συναλλαγής, κατάργηση της έμμεσης φορολογίας στα είδη πρώτης ανάγκης. Δήμευση της περιουσίας των καπιταλιστών που φοροδιαφεύγουν (…) Τασσόμαστε υπέρ της πλήρους κοινωνικοποίησης της ενέργειας, του ορυκτού πλούτου, των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών, των τραπεζών, της Χημικής Βιομηχανίας, των πετρελαιοειδών, της Παιδείας, της Υγείας, της Ναυτιλίας και άλλων κλάδων στρατηγικής σημασίας για τη ζωή των εργαζομένων και τη λειτουργία τους υπό καθεστώς εργατικής διεύθυνσης και κοινωνικού ελέγχου. Ζητάμε την καθιέρωση ουσιαστικού εργατικού ελέγχου στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας».
2. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (μαρξιστικό-λενινιστικό)
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (μαρξιστικό-λενινιστικό) δημιουργήθηκε το 1976 ως αποτέλεσμα της διάσπασης της μαοϊκής Οργάνωσης Μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας (ΟΜΛΕ). Παρά τις αλλεπάλληλες διασπάσεις που έχει υποστεί διατηρεί μια μικρή οργάνωση έτοιμη για δράση τόσο σε προεκλογικές περιόδους όσο και στη διάρκεια αγωνιστικών κινητοποιήσεων. Η ιδεολογική του αναφορά είναι ο «μαρξισμός-λενινισμός», όπως κωδικοποιήθηκε σε γενικές γραμμές στην εποχή του σταλινισμού. Στηριγμένο στις αναλύσεις περί «κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού» το ΚΚΕ (μ-λ) θεωρεί ότι «ζούμε στην εποχή της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στον κόσμο της δουλειάς, της επέλασης της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας ενάντια στους λαούς σε παγκόσμια κλίμακα, της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών με αντικείμενο μια νέα διανομή του κόσμου, της έξαρσης της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία» . Στο πλαίσιο αυτό «στόχος της επίθεσης είναι η ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων μαζών μέσα από την πλήρη συμμόρφωσή τους στους όρους του κεφαλαίου», η «καθυπόταξή τους μέσα από τη διάλυση κάθε δυνατότητας οργανωμένης αντίστασης, η αφαίρεση και ο ευνουχισμός κάθε δικαιώματος και στα όρια της μετατροπής των εργαζομένων μαζών σε σύγχρονους δουλοπάροικους του νέου καπιταλιστικού μεσαίωνα».
Η ελληνική μεγαλοαστική τάξη που, κατά το ΚΚΕ (μ-λ) είναι εκμεταλλεύτρια τάξη και ταυτόχρονα έχει μεταπρατικό εμπορομεσιτικό χαρακτήρα επιδιώκει με την ένταξη στην ΟΝΕ και την προσαρμογή στις επιταγές των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ να διασφαλίσει «την κυριαρχία της πάνω στην εργατική τάξη, το λαό και τη χώρα». Το πολιτικό προσωπικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της Ν.Δ. και άλλων συγγενών κομμάτων που παίζουν το ρόλο «οργάνων του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου αναλαμβάνει δράση «αναπτύσσοντας και κλιμακώνοντας την επίθεση ενάντια στις εργαζόμενες μάζες και για λογαριασμό του κεφαλαίου», με τις «πολιτικές λιτότητας και τη συνεχή μείωση των αμοιβών και συνολικά του εισοδήματος των εργαζομένων, με τις απολύσεις, τη θεσμοποίηση της ανεργίας, το χτύπημα του δικαιώματος στη δουλειά, με την προώθηση ‘νέων σχέσεων’ εργασίας, τα ελαστικά ωράρια και τους ‘απασχολήσιμους’ που θεσμοθετούν τη μετατροπή των εργαζομένων σε αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιούνται ή να ‘αποσύρονται’ κατά τη βούληση και τα συμφέροντα της εργοδοσίας, με το χτύπημα των δικαιωμάτων περίθαλψης και ασφάλισης και την παράδοση των αντίστοιχων πεδίων στην αδηφάγα κερδοσκοπική διάθεση του κεφαλαίου».
Απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου και των πολιτικών του το ΚΚΕ (μ-λ) δεν αντιτάσσει πρόγραμμα άμεσων διεκδικήσεων των εργαζομένων και της εργατικής τάξης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αντιθέτως, προτάσσει ένα «διεθνές μέτωπο πάλης των λαών» το οποίο «θα στηρίζεται στην τεράστια πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων της γης», θα «χαρακτηρίζεται από την ιδεολογία της απόλυτης άρνησης ενός συστήματος που στηρίζεται και εκφράζει την εκφράζει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την καταπίεση και τον πόλεμο» και θα «καθοδηγείται από την κατεύθυνση της ασυμβίβαστης πάλης και της ανατροπής της κυριαρχίας του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού συστήματος». Οι διεκδικήσεις των εργαζομένων για τη βελτίωση της θέσης τους εντάσσονται στα πλαίσια μιας τέτοιας προοπτικής.
3. ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ! Μ-Λ ΚΚΕ
Ο ενωτικός αυτός συνδυασμός περιλαμβάνει δύο οργανώσεις της «μαοϊκής» αριστεράς που προέκυψαν και αυτές μετά από τη διάσπαση της ΟΜΛΕ. Συγκεκριμένα, άμεσα από την ΟΜΛΕ, εκτός του ΚΚΕ (μ-λ), προέκυψε το Μαρξιστικό-Λενινιστικό ΚΚΕ . Μετά τις εκλογές του 1981 και την αποτυχία της «Κίνησης για μια Επαναστατική Αριστερά» να πραγματοποιήσει μια αξιοπρεπή καταγραφή ενός «αριστερού πόλου» πέρα από το ΚΚΕ και το ΚΚΕ (εσωτ.) πραγματοποιήθηκε συνέδριο του ΚΚΕ (μ-λ) που δεν είχε θετική κατάληξη. Από το συνέδριο αυτό προέκυψαν τρεις, ισοδύναμες αρχικά, οργανώσεις: ΚΚΕ (μ-λ) με την εφημερίδα Αριστερή Πολιτική και δυνάμεις κυρίως στην Αθήνα, ΚΚΕ (μ-λ) με την εφημερίδα Προλεταριακή Σημαία και δυνάμεις κυρίως στη Θεσσαλονίκη και, τέλος, η εκδοτική ομάδα «Α/Συνέχεια». Το ΚΚΕ (μ-λ) – Αριστερή Πολιτική δεν υπάρχει πλέον και η «Α/Συνέχεια» εξελίχθηκε σε πολιτική οργάνωση και εκδίδει τη μηνιαία εφημερίδα Αριστερά! και την τριμηνιαία επιθεώρηση Α/Συνέχεια. Οι δύο οργανώσεις Μ-Λ ΚΚΕ και «Α/Συνέχεια» έχοντας δράσει από κοινού στο αντιπολεμικό κίνημα το 1999 και στις εργατικές κινητοποιήσεις της ίδιας χρονιάς αποφάσισαν την κάθοδό τους στις βουλευτικές εκλογές 2000.
Στην εκλογική διακήρυξη του συνδυασμού αναφέρεται ότι «φιλοδοξεί να θέσει τις βάσεις ενός νέου κύκλου διεργασιών και αγώνων που θα ανασυγκροτούν την κομμουνιστική Αριστερά, σε αντιπαράθεση με τη συμβιβαστική πολιτική των ρεφορμιστικών κομμάτων που τόση ζημιά προξένησαν στο αριστερό κίνημα» καθώς και «να διαμoρφώσει τoυς όρoυς πoυ θα επιτρέψoυν στo κίνημα να μάχεται και να συγκρoύεται με την πoλιτική της αστικής τάξης και τoυ ιμπεριαλισμoύ, να έχει την ικανότητα να κινητoπoιεί και να εμπνέει όλo και περισσότερoυς αγωνιστές στη χώρα μας, να κατoρθώνει να δίνει διέξoδo στη δυσαρέσκεια και βήμα - βήμα να ξαναχτίζει την εμπιστoσύνη των λαϊκών μαζών στo δρόμo τoυ αγώνα». Ο συνδυασμός απευθύνει έκκληση στους οποαδούς της «πραγματικής αριστεράς» για εκλογική συστράτευση αλλά και «τους λαούς, τα κινήματα, τους σκεπτόμενους ανθρώπους» σε καθημερινή κινητοποίηση ενάντια στο δρόμο «της παγκοσμιοποίησης, του ‘αποφασίζομεν και διατάσσομεν’ των 200 πολυεθνικών, των 3-4 βασικών ιμπεριαλιστικών χωρών, των διεθνών οικονομικών, πολιτικών και πληροφοριακών χωροφυλάκων». Τονίζεται ότι «η ΟΝΕ και τo ΕΥΡΩ σε συνδυασμό με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τις συγχωνεύσεις και τις εξαγoρές των επιχειρήσεων, την ‘απελευθέρωση των αγoρών’ και τις ιδιωτικoπoιήσεις, oδήγησαν στην κατεδάφιση τoυ κράτoυς πρόνoιας (δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία και κoινωνική ασφάλιση), στην εκτίναξη της ανεργίας, στoν πoλλαπλασιασμό της φτώχειας, στην αύξηση τoυ χρόνoυ εργασίας (όταν υπάρχει) για μια στoιχειώδη επιβίωση. Η κoινωνία των 2/3 είναι ήδη πραγματικότητα, μόνo πoυ τα 2/3 και όχι τo 1/3 βρίσκεται στην κατάσταση πoυ αναφέραμε και πoυ πρέπει ακόμη κι άλλo να χειρoτερεύσει για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και των κερδών των πoλυεθνικών. Αυτή είναι η αλήθεια για τoν δήθεν παράδεισo πoυ μας τάζoυν. Στη χώρα μας oι συνέπειες είναι ακόμη βαρύτερες μια και η επίτευξη τoυ ‘εθνικoύ στόχoυ’ της, έχει σαν απoτέλεσμα εκτός από τη φτώχεια, την ανεργία και τη διάλυση κάθε ίχνoυς κράτoυς πρόνoιας, την απoβιoμηχάνιση και τη διάλυση τoυ παραγωγικoύ ιστoύ της χώρας, την ερήμωση της υπαίθρoυ, την εξόντωση των μικρών επαγγελματιών. Η ένταξη στην ΟΝΕ είναι ένας ακόμη σταθμός στην ατελείωτη πoρεία πρoς την oικoνoμική και κoινωνική περιθωριoπoίηση χιλιάδων ανθρώπων της δoυλειάς, για να εξασφαλίζoνται τα υπερκέρδη μιας μικρής μειoψηφίας και των μονοπωλίων πoυ βρίσκoνται πίσω τους». Τέλος, προτείνεται ένα πρόγραμμα πάλης που περιλαμβάνει τους εξής στόχους για τους εργαζόμενους: «Να αντισταθoύμε στην αντιδραστική πoλιτική πoυ απoρρίπτει και περιθωριoπoιεί oλόκληρα κoμμάτια των εργαζoμένων από την παραγωγή και τη ζωή. Κάτω η αντεργατική πoλιτική. Ενιαίoς, μαζικός, απoφασιστικός αγώνας: Ενάντια στην κατάπνιξη και τo ξεθεμελίωμα των εργατικών δικαιωμάτων, την ανατρoπή των εργασιακών σχέσεων, την κατεδάφιση της κoινωνικής ασφάλισης, της υγείας, της πρόνoιας, ενάντια στις ιδιωτικoπoιήσεις. Όχι στo συνδικαλισμό της υπoταγής - Συνδικάτα ταξικά. Όχι στις νέες ευλύγιστες - εκμεταλλευτικές εργασιακές σχέσεις. Όχι στις συμφωνίες εργασιακής ειρήνης, συμφωνίες υπoταγής των εργαζoμένων. Όχι στα τoπικά σύμφωνα απασχόλησης. Ενάντια στις απoλύσεις, την κρατική και εργoδoτική τρoμoκρατία. Ενάντια στην ανεργία και την εξαθλίωση, δoυλειά για όλoυς. Να καταργηθoύν όλoι oι αντεργατικoί νόμoι και διατάξεις. Πραγματικές αυξήσεις σε μισθoύς, συντάξεις και στα επιδόματα των ανέργων. Πλήρης δωρεάν δημόσια ιατρoφαρμακευτική περίθαλψη για όλo τo λαό. Να υπερασπίσoυμε τα δικαιώματα των μεταναστών κόντρα στo ρατσισμό και την ξενoφoβία. Ίσα δικαιώματα για όλoυς τoυς ξένoυς εργάτες - Νoμιμoπoίηση όλων των μεταναστών. Όχι στην αστυνόμευση και την κoρoϊδία μέσω της άσπρης και πράσινης κάρτας. Άδεια παραμoνής και άδεια εργασίας σε όλoυς τoυς ξένoυς μετανάστες. Δωρεάν ιατρoφαρμακευτική περίθαλψη για τoυς μετανάστες και αλλoδαπoύς. Μόνo ένα ενιαίo μέτωπo εργαζoμένων, αγρoτών, ανέργων, μεταναστών μπoρεί να εναντιωθεί απoφασιστικά και απoτελεσματικά στo εφιαλτικό μέλλoν πoυ πρoετoιμάζoυν για τo λαό κυβέρνηση -κεφάλαιo - ΕΕ.»
ΑΚΡΑ ΔΕΞΙΑ
1. ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ
Το ψηφοδέλτιο αυτό αποτελεί συμμαχία ακροδεξιών οργανώσεων και παραγόντων που «έρχεται να σηματοδοτήσει την εξέλιξη του πατριωτικού χώρου και να του δώσει αυτό που τόσα χρόνια του έλλειπε, την Οργάνωση» με στόχο «την αντιμετώπιση της κρίσης που πλήττει τη χώρα σε όλους τους τομείς». Η κύρια απειλή που αντιμετωπίζει η χώρα, κατά το συνδυασμό, είναι η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό με την αύξηση της παρουσίας λαθρομεταναστών που «προξενεί μη αναστρέψιμα προβλήματα». Λύση που προτείνει ο συνδυασμός είναι η «απέλαση των λαθρομεταναστών» γιατί προκαλείται «περαιτέρω έξαρση της εγκληματικότητας, της ανεργίας, της ανασφαλείας (…) αλλοίωση της δημογραφικής συστάσεως του Ελληνισμού (…) αποσάρθρωση της ελληνικής ταυτότητας και του Ελληνικού Πολιτισμού» . Εκτός από την πρόταση για απέλαση των λαθρομεταναστών και τη χάραξη «ορθολογικής μεταναστευτικής πολιτικής» για την αντιμετώπιση της ανεργίας μεταξύ των Ελλήνων ο συνδυασμός αγωνίζεται «για την δημιουργία μιας επιθετικής οικονομίας προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις του γεωπολιτικού μας χώρου, που θα επιτρέψει στους Έλληνες να ξαναζήσουν ως μέλη ενός έθνους κυριάρχων και ηγετών», για «την απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από τον ασφυκτικό έλεγχό της από το Κράτος, για «την κατάργηση των συνθηκών του Σένγκεν και του Μάαστριχτ» και για την κατάργηση των οικονομικών προνομίων των δημοσίων υπαλλήλων».
2. ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Η «Εθνική Συμμαχία» είναι το κόμμα των «καθαρόαιμων» χουντικών υπό την ηγεσία του Γρ. Μιχαλόπουλου, ιδιοκτήτη της εφημερίδας Ελεύθερη Ώρα και του τηλεοπτικού σταθμού Τηλετώρα. Υποψήφιοι στο ψηφοδέλτιο αυτό είναι και νεοναζιστές της οργάνωσης «Χρυσή Αυγή». Το κεντρικό σύνθημα του συνδυασμού είναι: «Όχι στην αλλοίωση του εθνικού πληθυσμιακού στοιχείου» . Με βάση αυτή τη θέση συγκροτείται, όπως και στην περίπτωση της «Πρώτης Γραμμής», το στοιχειώδες πρόγραμμα του συνδυασμού και το οποίο περιγράφεται καθαρά από τη «Χρυσή Αυγή» . Σχετικά με το ζήτημα της εργασίας αναφέρονται τα εξής: «Άμεση εφαρμογή των νόμων για απέλαση όλων των λαθρομεταναστών που οδηγούν τους Έλληνες στην ανεργία, αυξάνουν την εγκληματικότητα και οδηγούν τα ασφαλιστικά ταμεία στη χρεοκοπία (…) δίωξη των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα ξένους εργαζόμενους.» Σύμφωνα με τη «Χρυσή Αυγή», τα «φτηνά εργατικά χέρια των εγχρώμων, και η παραοικονομία, εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών. Έξω τώρα όλοι οι ξένοι. Ανάπτυξη των παραδοσιακών τομέων της Ελληνικής Οικονομίας (γεωργία, αλιεία, κτηνοτροφία και σχετικές βιομηχανίες, τουρισμός, πολιτισμός). Προστασία των ανέργων, ταχύρρυθμη επανένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία. Επιδόματα και δουλειά με κοινωνική ευαισθησία. Η εργασία είναι δικαίωμα και υποχρέωση όλων των Ελλήνων».
Κριτήρια αξιολόγησης
Η αξιολόγηση των προγραμμάτων των κομμάτων σχετικά με το θέμα της εργασίας πρέπει να γίνει με βάση ορισμένα κριτήρια που να σχετίζονται με τη γενικότερη ιδεολογική τοποθέτησή τους και την προσπάθεια σύλληψης της κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας στη σημερινή συγκυρία ώστε να σταθεί δυνατή η καταγραφή και κατάταξή τους. Η σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στην ομάδα των οποίων ανήκει πλέον και η Ελλάδα, οδηγεί στην αναδιάρθρωση των κοινωνικών τάξεων και του πολιτικού και κομματικού συστήματος. Ποια είναι, όμως, σε γενικές γραμμές, αυτή η πραγματικότητα και με ποιους τρόπους εκφράζονται οι κοινωνικές μεταβολές στο κομματικό σύστημα;
Το κεντρικό σύνθημα του νέου ΠΑ.ΣΟ.Κ επί προεδρίας Κ. Σημίτη είναι ο «εκσυγχρονισμός». Το διακύβευμα της στρατηγικής αυτής επιλογής αφορά ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων που αναφέρονται στο στόχο της αλλαγής του τρόπου λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Οι πολιτικοί στόχοι του εκσυγχρονισμού είναι η ενίσχυση της πολιτικής θέσης των διοικήσεων σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του Δημοσίου και η εξαίρεση του κράτους από το πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού. Οι μεταρρυθμίσεις που εξυπηρετούν την επίτευξη των δύο αυτών στόχων είναι οι εξής: όσον αφορά τον πρώτο στόχο, αλλαγή νομικού καθεστώτος, ανατροπή εργασιακών σχέσεων, περιορισμένες ιδιωτικοποιήσεις και όσον αφορά το δεύτερο, θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων, αυτόνομο σώμα προσλήψεων, κατάργηση αναχρονιστικών διαδικασιών πρόσληψης, μη πολιτικά διοριζόμενες διοικήσεις σε Δ.Ε. και οργανισμούς, επανίδρυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατάργηση προνομίων.
Το «νέο ΠΑ.ΣΟ.Κ.» ορίζει ως «εκσυγχρονισμό» της αντίληψης για την εργασία την «ευελιξία» και την «προσαρμοστικότητα» σε αντίθεση, όπως τονίστηκε παραπάνω, με την νοοτροπία του κλειστού κύκλου «εκπαίδευση – εργασία – συνταξιοδότηση», που χαρακτήρισε την εποχή του κεϋνσιανισμού ή, στην ελληνική περίπτωση, του «λαϊκισμού».
Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει στο πρόγραμμά του σχετικά με την εργασία εμφορούνται από την αντίληψη ότι η «ευελιξία γνώσης» είναι ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο (asset) για τη σημερινή επιχείρηση και προσωπικό πλεονέκτημα (asset) για το εργατικό δυναμικό στην αγορά εργασίας. Οι νέες τεχνολογίες και η εφαρμογή τους σε επιχειρήσεις και οργανισμούς δημιουργούν νέες απαιτήσεις και δεξιότητες για τους εργαζόμενους. Η άποψη αυτή κυριαρχεί στους κύκλους της κεντροαριστεράς αλλά και στη νέο-φιλελεύθερη πανεπιστημιακή διανόηση, με την τελευταία να επικρατεί στις Η.Π.Α και τη Βρετανία. Κατά τη δεκαετία του ’80 στο διεθνή διάλογο για την εργασία κατατέθηκαν αρκετές απόψεις που αντιμετώπιζαν υπ’ αυτό το πρίσμα το θέμα. Ο Peter Glotz θεωρείται, κατά κάποιο τρόπο, ο εισηγητής πολλών από τις θέσεις που σήμερα κυριαρχούν στα προγράμματα των κομμάτων της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Η θέση για την «κοινωνία των 2/3» πρωτοδιατυπώθηκε από τον Peter Glotz , η δε βασική του μέριμνα είναι η ταυτόχρονη προώθηση του «εκσυγχρονισμού» και της «κοινωνικής ευαισθησίας», μια «κοινωνική ευαισθησία» που δεν διαθέτουν, σύμφωνα με την άποψή του, οι διευθυντικές ομάδες. Η κατάρρευση των παλιών δομών, που για τη στήριξή τους απαιτούσαν την ύπαρξη κοινωνικών συλλογικοτήτων, δημιούργησε το έδαφος για την οικοδόμηση ενός νέου μοντέλου εργασίας το οποίο είναι παράγωγο της «τρίτης βιομηχανικής επανάστασης» και στηρίζεται στην «υποκειμενικοποίηση» η οποία σημαίνει «νέα κινητικότητα ή απομόνωση, πολλαπλασιασμό των ευκαιριών ή εξοστρακισμό από κάθε κοινότητα». «Υποκειμενικοποίηση», κατά τον Glotz, είναι «η ευκαιρία απελευθέρωσης από πολλούς εξαναγκασμούς της εργασίας, της οικογένειας, της καθημερινής κουλτούρας, αλλά ενέχει τον κίνδυνο της πλήρους απομόνωσης, της μοναχικότητας και της καταστροφής της αλληλεγγύης». Η ελληνική λέξη για την ίδια έννοια θα μπορούσε να είναι «εξατομίκευση». Στο σημείο αυτό συναντάμε το πνεύμα των προτάσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για την εργασία και την ανεργία, όταν μιλάει για πέρασμα από τη λογική των επιδοτήσεων στην προληπτική δράση, στην έγκαιρη διάγνωση των αναγκών και εξελίξεων στην αγορά εργασίας και στη λήψη ενεργών μέτρων για την προώθηση της απασχόλησης με βάση την εξατομικευμένη προσέγγιση και την ισότητα στην πρόσβαση. Θα μπορούσαμε επίσης να τονίσουμε ότι το πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. διέπεται από μια νέα αρχή ή μάλλον από μια νέα μορφή ερμηνείας της αρχής της ισότητας: από την γενική ισότητα στην ισότητα των ευκαιριών.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Glotz επηρεασμένος ακόμα από τον απόηχο του Γαλλικού Μάη του ’68 αλλά και από τα διάφορα πειράματα εργατικής συμμετοχής σε ορισμένους τομείς των επιχειρήσεων προβαίνει στη διατύπωση προτάσεων οικονομικής δημοκρατίας και ιδιαίτερα συνδιαχείρισης των επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους και το κεφάλαιο. Η πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που σε ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα και του πιστωτικού συστήματος έχουν ήδη γίνει πράξη, είναι αυτή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής των εργαζομένων υπό τη μορφή της αγοράς μετοχών σε μειωμένες τιμές και του «κοινωνικού διαλόγου».
Η Ν.Δ., έχοντας μείνει εκτός κυβερνητικής εξουσίας για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το 1981 χωρίς να χάσει την πολυσυλλεκτικότητά της, δυσκολεύεται να προσδιορίσει ένα κομματικό πρόγραμμα για την εργασία και την ανεργία που, από τη μια μεριά, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της φιλελεύθερης οικονομικής ιδεολογίας της και από την άλλη να διαφοροποιείται σε κύρια σημεία από το αντίστοιχο κομματικό πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Οι αντιφάσεις αυτές είναι εμφανείς στο πρόγραμμά της. Ενώ από τη μια αναγνωρίζει την ανάγκη να αναφερθεί στο πνεύμα και τους κανόνες που διέπουν τη «μεταβιομηχανική κοινωνία» και θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι αρχές του φιλελευθερισμού από την άλλη εγκαλεί την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με το επιχείρημα ότι άφησε την ανεργία «να πάρει τρομακτικές διαστάσεις». Από μια άποψη πρόκειται για αντίφαση στο βαθμό που η ΝΔ, ως φιλελεύθερο κόμμα, ζητά την παρέμβαση του κράτους σε ένα πρόβλημα για το οποίο, σύμφωνα με τον οικονομικό φιλελευθερισμό θα βρει λύση η ίδια η αγορά.
Οι θέσεις του ΚΚΕ και των μικρών κομμάτων του μ-λ χώρου έχουν κοινές αφετηρίες. Στηριζόμενη η παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση στην θεωρία του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού προσπαθεί να εντοπίσει τα χαρακτηριστικά της νέας συγκυρίας στην «πάλη των τάξεων». Κατά τους θεωρητικούς του Κ.Κ.Ε. ζούμε σε μια εποχή που τη χαρακτηρίζει η όξυνση της βασικής αντίθεσης αλλά και του συνόλου των αντιθέσεων του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Η αξιοποίηση της πληροφορικής και των νέων τεχνολογιών οδηγεί σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από την αστική τάξη και ταυτόχρονα σε αύξηση του εφεδρικού στρατού των εργαζομένων, δηλαδή των ανέργων. Αντίθετα με όσα πρεσβεύουν οι μη μαρξιστές θεωρητικοί, «οι σχέσεις μισθωτής εργασίας επεκτείνονται και επιβάλλονται σε ευρύτερα τμήματα της οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με το παρελθόν» ενώ παράλληλα «η διαδικασία της πλήρους υποταγής της εργασίας στο κεφάλαιο είναι βασικό γνώρισμα του καπιταλισμού που ‘σαπίζει και πεθαίνει’. Η συνέπεια της θέσης αυτής μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί: «Ωστόσο αυτό που νομίζουμε ότι πρέπει να κατανοηθεί βαθιά από τους εργαζόμενους είναι ότι η αναμφισβήτητη αλματώδης τεχνολογική πρόοδος όχι μόνο δε δίνει ανάσα ζωής στο γερασμένο καπιταλισμό αλλά αντίθετα αποτελεί το αντικειμενικό έδαφος επιτάχυνσης της σήψης του». Το Κ.Κ.Ε. στοχεύοντας στην ανάπτυξη του «ταξικού ρεύματος» στο συνδικαλισμό «θα πρωτοστατεί στην οργάνωση της πάλης και στην ανάπτυξη των αγώνων με βάση τα προβλήματα με αντιμονοπωλιακούς και αντιιιμπεριαλιστικούς στόχους». Η θέση αυτή του Κ.Κ.Ε., παρά τη φαινομενικά λογική συνέπειά της ως προς τη γενική στρατηγική του, έρχεται σε αντίθεση με τη λογική του «καταστροφισμού» που διακρίνει τη θεωρία του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού που «σαπίζει και πεθαίνει». Κι αυτό γιατί η κύρια κατεύθυνση είναι η ανάπτυξη κοινωνικού κινήματος μαζών που θα παλέψει για τους αντι-ιμπεριαλιστικούς και αντι-μονοπωλιακούς στόχους οξύνοντας τις αντιθέσεις του συστήματος (ανάδειξη – ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα που ενισχύει τη συνολική αντι-καπιταλιστική / σοσιαλιστική πάλη). Όμως, από το σημείο αυτό, αρχίζουν τα σοβαρά προβλήματα της στρατηγικής και της τακτικής του Κ.Κ.Ε. όσον αφορά την εργασία και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, τους στόχους και τα αιτήματα που θέτει προς διεκδίκηση στη σημερινή συγκυρία, και είναι θέμα που δεν μπορεί να αναλυθεί στα πλαίσια του παρόντος άρθρου.
Ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου», αντίθετα από το ΚΚΕ που υποβαθμίζει στο πρόγραμμά του τους άμεσους και ενδιάμεσους στόχους υπέρ του αντι-ιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού μετώπου, κατέθεσε πρόγραμμα με κεντρικό άξονα την αντιμετώπιση της ανεργίας στα πλαίσια της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Χωρίς να διαφαίνεται υιοθέτηση των απόψεων κάποιου από τους θεωρητικούς της εργασίας από τους συντάκτες του προγράμματος του ΣΥΝ, εν τούτοις μπορούμε να διακρίνουμε στοιχεία από τη γαλλική συζήτηση για το θέμα. Το 35ωρο ως μέτρο που συμβάλλει με τη γενικευμένη εφαρμογή του στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη μείωση της ανεργίας, η κατοχύρωση ικανοποιητικού εισοδήματος για όλους, η καθιέρωση κατώτατου μισθού και κατώτατης σύνταξης, η δημιουργία ταμείου αλληλεγγύης και άλλες προτάσεις που έχουν διατυπωθεί με πιο λεπτομερή τρόπο στα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων της αριστεράς και των συνδικάτων στη γαλλική πολιτική σκηνή, βρίσκουν τη θέση του στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του ΣΥΝ. Οι προτάσεις αυτές καθώς και αυτές για την ανάπτυξη κινήματος για αποτροπή της επέκτασης των ιδιωτικοποιήσεων, την αποδοτική διαχείριση του δημόσιου τομέα, την ανάπτυξη και των εκσυγχρονισμό των ΔΕΚΟ με κριτήρια την αύξηση της απασχόλησης, την προστασία και αναβάθμιση του περιβάλλοντος, την εξυπηρέτηση των χρηστών των υπηρεσιών τους και την αντιμετώπισή τους ως πολιτών με δικαιώματα, δεν αποτελούν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα με την κλασική έννοια του όρου, προδιαγράφουν όμως ένα πλαίσιο για την κινητοποίηση κοινωνικών ομάδων και κινημάτων που συγκροτούνται μέσα από την κριτική της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και στοχεύουν στην υπέρβασή της.
Αποτελέσματα (από τη Βικιπέδια)
Κόμματα Αρχηγοί Ψήφοι Έδρες
Αριθμός % +− % Αριθμός +−
Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) Κωνσταντίνος Σημίτης 3.007.596 43,79 +2,30 158 -4
Νέα Δημοκρατία Κωνσταντίνος Α. Καραμανλής 2.935.196 42,74 +4,62 125 +17
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Κ.Κ.Ε.) Αλέκα Παπαρήγα 379.454 5,52 -0,09 11 0
Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου (ΣΥΝ) Νίκος Κωνσταντόπουλος 219.880 3,20 -1,92 6 -4
Δημοκρατικό Κοινωνικό Κίνημα (ΔΗ.Κ.ΚΙ.) Δημήτρης Τσοβόλας 184.598 2,69 -1,74 0 -9
Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση (Δ.Π.Ε.) Μιχάλης Χαραλαμπίδης 32.068 0,47 - 0 -
Ένωση Κεντρώων Βασίλης Λεβέντης 23.228 0,34 -0,38 0 0
Ένωση Οικολόγων Δημοσθένης Βεργής 20.446 0,30 +0,01 0 0
Εθνική Συμμαχία Γρηγόρης Μιχαλόπουλος 14.703 0,21 - 0 -
Πρώτη Γραμμή Κωνσταντίνος Πλεύρης 12.125 0,18 - 0 -
Μέτωπο Ριζοσπαστικής Αριστεράς 8.132 0,12 -0,03 0 0
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας μαρξιστικό-λενινιστικό (ΚΚΕ-μλ) 7.301 0,11 - 0 -
Κόμμα Ελληνισμού Σωτήρης Σοφιανόπουλος 6.272 0,09 -0,09 0 -
Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Μ.Λ.-Κ.Κ.Ε.) 5.866 0,09 +0,03 0 -
Οικολόγοι Εναλλακτικοί 3.321 0,05 -0,03 0 0
Κόμμα Φιλελευθέρων 2.091 0,03 - 0 -
Αγωνιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας 2.026 0,03 +0 0 0
Αυτόνομο Κίνημα Εργατικής Πολιτικής (Α.Κ.Ε.Π.) 1.145 0,02 - 0 -
Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ (Ο.Α.Κ.Κ.Ε.) 1.126 0,02 - 0 -
Άλλα 1.437 0,0 - - -
Έγκυρες ψήφοι 6.868.011 100,00 300
Άκυρες ψήφοι 158.516
Σύνολο 7.026.527(74,96%)
Αυτά όσον αφορά τα αριθμητικά στατιστικά στοιχεία. Παρακάτω δημοσιεύω ένα παλιό μου σεμιναριακό κείμενο που αφορά την εργασία και πώς την αντιλαμβάνονταν τα πολιτικά κόμματα και πώς εκφραζόταν αυτό στις προγραμματικές διακηρύξεις τους.
Θανάσης Τσακίρης
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΩΣ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2000
του Θανάση Τσακίρη
Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις αντιλήψεις των πολιτικών κομμάτων της χώρας μας, σχετικά με την εργασία και τις προτάσεις τους στο θέμα αυτό, όπως αποτυπώνονται στα προγράμματα και τις διακηρύξεις τους κατά την προεκλογική περίοδο Μαρτίου – Απριλίου 2000. Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε στοιχεία από τις θεωρίες που επηρεάζουν τον πολιτικό προγραμματικό λόγο των κομμάτων στη συγκεκριμένη περίοδο ώστε να μπορέσουμε σε επόμενη φάση να κρίνουμε τις δυνατότητες εφαρμογής των προτεινόμενων μέτρων μέσα από τις προγραμματικές δηλώσεις και τις πράξεις της κυβέρνησης καθώς και τις αντιπροτάσεις και τη δραστηριότητα της αντιπολίτευσης.
Η αντιμετώπιση του θέματος δεν θα είναι ολοκληρωμένη αν δεν αναφερθούμε στον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται η «ατζέντα» των «διακυβευμάτων» στην προεκλογική περίοδο. Γιατί η διαδικασία διαμόρφωσης ενός πολιτικού προγράμματος δεν είναι μια διαδικασία που αφορά μόνο το ανώτερο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων αλλά προσδιορίζεται από πολλές παραμέτρους που έχουν αναφορά στην κοινωνία και τις διεργασίες της που άμεσα ή έμμεσα επιδρούν.
ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ
Όταν μια κατάσταση προκαλεί δυσφορία σε ένα τμήμα ή ομάδα του κοινωνικού συνόλου και αυτή η δυσφορία εκφράζει «αρνητική αξιολόγηση των υφιστάμενων σχέσεων ή της συλλογικής ενέργειας που παράγει, συντηρεί ή επιτείνει μια δυσάρεστη κατάσταση» τότε μιλάμε για «κοινωνικό πρόβλημα» . Ήδη από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης η «εργασία» αποτελεί το μείζον «κοινωνικό πρόβλημα» . Πάνω στη βάση αυτή συγκροτήθηκε από την ολοένα και διογκούμενη εργατική τάξη το εργατικό κίνημα με τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα που την εκπροσωπούσαν. Η παρουσία στο πολιτικό προσκήνιο των εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών μαζικών κομμάτων από τα τέλη του περασμένου αιώνα έφερε στην ημερήσια πολιτική διάταξη το ζήτημα της εργασίας ως «διακύβευμα» (issue) των εκλογικών αναμετρήσεων.
Τι είναι, όμως, και πώς διαμορφώνεται η πολιτική ημερήσια διάταξη (ατζέντα); «Ως ημερήσια διάταξη (ατζέντα), ορίζεται το σύνολο των προβλημάτων που θεωρούνται ότι απαιτούν δημόσια συζήτηση ή ακόμη την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας» . Η δομο-λειτουργική θεωρία του T.Parsons το πολιτικό σύστημα αποτελεί υποσύστημα του κοινωνικού συστήματος. Το πολιτικό σύστημα επικοινωνεί με το γενικό σύστημα της κοινωνικής δράσης και μέσω αυτού με το αρχικό εξωτερικό περιβάλλον του κοινωνικού συστήματος. Στη συστημική θεωρία για την πολιτική η έννοια του αιτήματος κατέχει κεντρική θέση γιατί είναι, τρόπον τινά, η «πρώτη ύλη» των εισροών (inputs) του πολιτικού συστήματος που τις μετατρέπει (conversion process) σε εκροές (outputs) που είναι οι αποφάσεις των κοινοβουλίων, των κυβερνήσεων και της κρατικής μηχανής. Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν τους κύριους «θυροφύλακες» (gatekeepers) του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα με τους T. Parsons και D. Easton , οι μελέτες των οποίων για το πολιτικό σύστημα αδυνατούν να διεισδύσουν στις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα της πραγματικότητας και να περιγράψει τις λειτουργίες στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, τους τρόπους σύνδεσης των διαφοροποιημένων μερών του, τους τόπους άρθρωσης των γεγονότων στο εσωτερικό του με τις δυνάμεις που δρουν στα όρια εντός κι εκτός του συστήματος αυτού και των μεταξύ τους συνδετικών αρμών, οι R. Cobb και C. Elder μελετώντας το πολιτικό σύστημα αναλυτικά και διεξοδικά, διέκριναν δυο είδη πολιτικής ατζέντας : τη δημόσια (ή συστημική) ατζέντα και τη θεσμική (ή κυβερνητική ή επίσημη) ατζέντα. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί μας επιτρέπει να εστιάσουμε τους φακούς της ανάλυσης εκεί ακριβώς όπου εμφανίζεται η πολιτική αντιπαράθεση και τα κοινωνικά ζητήματα μετατρέπονται και αναβαθμίζονται σε πολιτικά "διακυβεύματα". Ένα κοινωνικό πρόβλημα μεταβάλλεται σε πολιτικό διακύβευμα όταν γύρω από αυτό συγκρούονται δυο ή και περισσότερες ομάδες και η σύγκρουση αναφέρεται στα ουσιαστικά ή στα διαδικαστικά ζητήματα που συνδέονται με την κατανομή πόρων ή θέσεων . Αυτή η σύγκρουση λαμβάνει χώρα συνήθως κατά τη συγκρότηση της ημερήσιας διάταξης του πολιτικού (δια)λόγου ή και αντιπαράθεσης. Ένα θέμα πρώτα εγγράφεται σ’ αυτήν και κατόπιν στη θεσμική ατζέντα, δίχως βέβαια και να αποκλείεται η άμεση εγγραφή του στη θεσμική. Η δομή της θεσμικής ατζέντας εκφράζει στην ουσία τα θεσμικά και δομικά εμπόδια και τη γενικότερη προδιάθεση του πολιτικού συστήματος απέναντι σε κάποιου τύπου προβλήματα και τα οποία εμπόδια σχετίζονται με την άνιση ικανότητα πρόσβασης των ατόμων ή ομάδων σ’ αυτό. Στη διαδικασία προώθησης των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης στους θεσμούς, εκτός από τα ίδια τα μέλη της κρατικής εξουσίας και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σημαντικός είναι ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων, των ομάδων πίεσης ή ομάδων συμφερόντων, των κινήσεων πολιτών για την προώθηση του όποιου κοινωνικού ζητήματος.
Ως εκ τούτου προκύπτει από τα παραπάνω ένα διπλής όψεως ερώτημα: πώς συμβάλλει ένα πολιτικό κόμμα στη διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας και πώς διαμορφώνεται η δική του ατζέντα, ή αλλιώς το εκλογικό πρόγραμμά του και η γενικότερη κομματική πολιτική του; Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε μόνο με τη μία όψη του ερωτήματος, δηλαδή τη διαμόρφωση του πολιτικού προγράμματος του κόμματος.
Είναι αυτονόητο ότι μιλάμε για ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα στο οποίο τα κόμματα αποτελούν «το πλέον σημαντικό τμήμα των αντιπροσωπευτικών δομών στις σύνθετες δημοκρατικές κοινωνίες» , χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε πλευρές της κριτικής που έχει υποστεί αυτή η κάπως «απόλυτη» διατύπωση» . Η ύπαρξη του κομματικού συστήματος έρχεται να αναδείξει την ιστορική μεταβολή του πολιτικού συστήματος, όπου η προγενέστερη κυρίαρχη σχέση μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της νομοθετικής εξουσίας ήταν σε βάρος της δεύτερης αλλοιώνεται, με την καθολίκευση του δικαιώματος της ψήφου και την ορμητική είσοδο της εργατικής τάξης στο προσκήνιο, υπέρ της νομοθετικής εξουσίας και την συγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας στην κυβέρνηση, η οποία έχει την πολιτική ευθύνη της διακυβέρνησης μετά από την έγκρισή της από την πλειοψηφία του κοινοβουλίου (αρχή της δεδηλωμένης). Ο πολιτικός αγώνας μεταξύ ανωτάτου άρχοντος και κοινοβουλίου μεταβλήθηκε σε πολιτικό αγώνα μεταξύ της κυβερνώσας πλειοψηφίας και της αντιπολιτευόμενης μειοψηφίας (ή μειοψηφιών). Τα πολιτικά κόμματα και η λειτουργία του πολιτικού συστήματος αποτελούν την «κεντρική συνιστώσα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και βασικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της θεσμικής ισορροπίας στο πολιτικό σύστημα».
Στη σημερινή ελληνική πολιτική πραγματικότητα συναντάμε, κατά τη γνώμη μου, όλων των ειδών τα πολιτικά κόμματα που έχουν ιστορικά χαρακτηριστεί ανάλογα με τον τύπο της οργάνωσής τους: κόμματα καρτέλ (cartel parties) πανσυλλεκτικά κόμματα (catch-all parties), κόμματα μαζών (mass parties) και κόμματα στελεχών (notables parties or cadre parties). Τα πολιτικά κόμματα είναι, πρώτα απ’ όλα, οργανώσεις μέσω των οποίων η κοινωνία συναντά την πολιτική και τα κοινωνικά προβλήματα και αιτήματα μετατρέπονται σε πολιτικά. Συνεπώς, το κύριο καθήκον τους είναι η συνάρθρωση των αιτημάτων σε πρόγραμμα προτάσεων κυβερνητικής πολιτικής. Έτσι, τα κόμματα οργανώνονται με τρόπο τέτοιο ώστε να υποδέχονται και να διηθούν τα κοινωνικά αιτήματα καταστρώνοντας αποτελεσματικότερους τρόπους προώθησή τους στο εσωτερικό του πολιτικού και κρατικού συστήματος. Τα κόμματα αποτελούν, εκτός των άλλων, και παράγωγα της «δομής πολιτικών ευκαιριών» .
Στην ελληνική μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία, το κόμμα που αξιοποίησε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την αλλαγή της δομής των πολιτικών ευκαιριών ήταν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα σε αντίθεση με τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς, ιδιαίτερα κατά την πρώτη περίοδο. Η οργανωτική του συγκρότηση και η πολιτική του σύνθεση, ο εσωτερικός συσχετισμός δυνάμεων και η δυναμική του αντανακλώνται κάθε φορά στον τρόπο διατύπωσης και καταγραφής των κοινωνικών αιτημάτων στο πολιτικό του πρόγραμμα. Με τα δεδομένα αυτά μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ως ένα κόμμα το οποίο στην 26ετή πορεία του συμπύκνωσε όλα τα παραπάνω ιστορικά στάδια της εξέλιξης των πολιτικών κομμάτων: 1974-κόμμα στελεχών, 1975 ως 1977 κόμμα μαζών, 1977 ως 93-πανσυλλεκτικό και 1993-2000 κόμμα-καρτέλ . Κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορικής διαδρομής, ο συνεχής επαναπροσδιορισμός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο επίπεδο των προγραμματικών θέσεων οφείλεται στην αλλαγή των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών μεταξύ των τριών διαφορετικών συνιστωσών του («αριστεροί-σοσιαλιστές», «παλαιοκομματικοί-κεντρώοι», «τεχνοκράτες»). Δείγμα της δυναμικής ανασύνθεσης και αναδιάρθρωσης του εσωτερικού συσχετισμού δυνάμεων αποτελεί και το πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που παρουσιάστηκε για τις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου 2000 στο οποίο θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο.
Η περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας είναι σχετικά διαφορετική. Αν και συγκεντρώνει πολλά από τα χαρακτηριστικά του κόμματος-καρτέλ, εν τούτοις θα μπορούσαμε με μεγαλύτερη ακρίβεια να την χαρακτηρίσουμε ως πανσυλλεκτικό κόμμα λόγω της μακρόχρονης παραμονής στην αντιπολίτευση, κατάσταση που δυσκολεύει το κόμμα να αξιοποιήσει πλήρως τους πόρους και τους μηχανισμούς του κράτους . Για την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, κατά την οποία κυριαρχούσε πολιτικά η ΝΔ υπό την ηγεσία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κόμμα αυτό είχε θεωρητικοποιήσει την πανσυλλεκτικότητα με την ταύτιση του λαού με το έθνος και την επιδίωξή της να εκφράσει αυτή την ταύτιση. Όπως έχουν δείξει αρκετές μελέτες , η σημερινή ΝΔ διευρύνει ξανά, μετά το (νέο)φιλελεύθερο πείραμα της περιόδου 1989-1993, το εκλογικό της ακροατήριο προς τις λαϊκές τάξεις των πόλεων και της υπαίθρου , με αποτέλεσμα τόσο στο επίπεδο της οργάνωσης όσο και του προγραμματικού λόγου να συνυπάρχουν στοιχεία του παραδοσιακού της ακροατηρίου (προερχόμενα από τις αμιγώς αστικές και μικροαστικές τάξεις και περιοχές) όσο και των νέων εργατικών και λαϊκών στρωμάτων.
Με τη σειρά τους τα κόμματα της αριστεράς – παραδοσιακής και ανανεωτικής – αναπτύχθηκαν ιστορικά σύμφωνα με το πρότυπο του κόμματος μαζών. Βέβαια, η ελληνική πολιτική παράδοση και κουλτούρα καθώς και η ιδιαίτερη ιστορία των κομμάτων αυτών είχε ως αποτέλεσμα στη μεταπολιτευτική περίοδο να αναπτυχθούν με ιδιότυπο τρόπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας , το οποίο κατά το μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολιτευτικής περιόδου ηγεμονεύει, πολιτικά και ιδεολογικά, στο χώρο της αριστεράς, αποπειράθηκε με ένα ιδιόμορφο τρόπο να προβληθεί ως ένα μεσαίου μεγέθους «πολυσυλλεκτικό» κόμμα συμβάλλοντας στη δημιουργία του ενιαίου «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» κατά την τριετία 1988-1991. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», τη συμμετοχή του κόμματος στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη (συγκυβέρνηση με ΝΔ) και Ζολώτα (οικουμενική κυβέρνηση) και τις αλλεπάλληλες διασπάσεις (νεολαία-1989, αποχώρηση ανανεωτικής πτέρυγας-1991) το ΚΚΕ αποσύρθηκε από το «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» αρνούμενο τη μετεξέλιξη του τελευταίου σε ενιαίο κομματικό οργανισμό. Η οργανωτική και πολιτική ανασυγκρότηση του ΚΚΕ στη δεκαετία του ’90 είχε μεν ως αποτέλεσμα τη μαζικοποίησή του στο χώρο της νεολαίας, των επαγγελματοβιοτεχνών και των εργατών σε φθίνοντες και μη ανταγωνιστικούς βιομηχανικούς κλάδους αλλά δεν στάθηκε δυνατό να προσεγγίσει τα επίπεδα των δεκαετιών ’80 και ’90. Η διαδικασία εκπόνησης του προγράμματος του ΚΚΕ διαφέρει από αυτή των πανσυλλεκτικών κομμάτων και κομμάτων – καρτέλ, που αναθέτουν τη διαδικασία σε ειδικούς τεχνοκράτες ή σε εταιρείες πολιτικής έρευνας, και προσιδιάζει περισσότερο στα ιεραρχικά και γραφειοκρατικά οργανωμένα κόμματα μαζών που έχουν έντονες ιδεολογικές αναφορές: εισήγηση – έγκριση του προγράμματος ή των τροποποιήσεών του από το Πολιτικό Γραφείο και την Κεντρική Επιτροπή και προώθηση για τελική έγκριση στο Συνέδριο του Κόμματος. Ανάλογη είναι η διαδικασία που ακολουθείται στα άλλα δύο κόμματα της σημερινής κοινοβουλευτικής αριστεράς. Βέβαια, υπάρχουν διαφορές: π.χ. στο σημερινό «Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου» το πρόγραμμα αποφασίζεται μετά από εισήγηση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής στο Διαρκές Συνέδριο που ενδέχεται να κληθεί εκτάκτως για το σκοπό αυτό.
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ
ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Τα ζητήματα της εργασίας, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Πρωθυπουργού και Προέδρου του Ε.Γ. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Κώστα Σημίτη, εντάσσονται στη γενικότερη προγραμματική αντίληψη του κινήματος που προκρίνει «την πορεία εκσυγχρονισμού της χώρας, "την άλλη σύγκλιση", τη μεταρρύθμιση σε κρίσιμους τομείς, όπως η Δημόσια Διοίκηση, η Παιδεία, η Υγεία, το Κοινωνικό Κράτος». Στα δε πλαίσια της «ισχυρής και δίκαιας» Ελλάδας εντάσσεται ο προγραμματισμός για «δυνατότητες απασχόλησης, νέες ευκαιρίες δημιουργίας, μια καλύτερη ζωή, προοπτική για τη νέα γενιά». Η επιλογή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για συμμετοχή της Ελλάδας στην Οικονομική Νομισματική Επιτροπή (ΟΝΕ) αποτελεί το πλαίσιο «προστασίας της χώρας από τους κραδασμούς της διεθνοποίησης» και μοχλό «ανάπτυξης, ταυτόχρονα στο εσωτερικό της χώρας».
Πώς όμως αντιλαμβάνεται το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την ίδια την εργασία στο πλαίσιο αυτό; Στη συγκεκριμένη ομιλία του Πρωθυπουργού δεν διατυπώνεται σαφώς το «νέο όραμα». Η νέα αντίληψη για την εργασία αποσαφηνίζεται πολύ παραστατικά στο αναλυτικό πρόγραμμα για τη νέα τετραετία :«…πιστεύουμε ότι η ευελιξία και η προσαρμοστικότητα συνδέεται αναπόσπαστα με την απόρριψη της αντίληψης που κατατέμνει τη ζωή στον κλειστό και στεγανό κύκλο: εκπαίδευση – εργασία – συνταξιοδότηση». Επίσης αναφέρεται ότι το γενικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. «σηματοδοτείται από μεταρρυθμίσεις του θεσμικού πλαισίου προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης "ευελιξίας γνώσης" στην αγορά εργασίας και την ενδυνάμωση του ανθρώπινου δυναμικού με νέες κομβικές δεξιότητες, ώστε να καθίσταται ικανό να ανταπεξέρχεται στις νέες απαιτήσεις που δημιουργεί η εφαρμογή νέων τεχνολογιών σε όλο και περισσότερους τομείς της οικονομίας» .
Η κεντρική ιδέα, λοιπόν, είναι αυτή της απόρριψης του παλιότερου προτύπου ζωής που αντιστοιχούσε, σε γενικές γραμμές, στην «παλιά οικονομία» του βιομηχανικού καπιταλισμού και της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης και η αντικατάστασής της από το νέο πρότυπο της «νέας οικονομίας» που στηρίζεται στη «γνώση» και την τεχνολογία της πληροφορικής. Στο πρόγραμμα καθίσταται σαφής η ιδέα αυτή: «Η "νέα οικονομία" απαιτεί στέρεες, γενικές γνώσεις, αλλά και εξειδίκευση. Βασίζεται στο πνεύμα πρωτοβουλίας, την ευελιξία, τη δυνατότητα δημιουργικής προσαρμογής σε συνθήκες που μεταβάλλονται ραγδαία».
Με βάση την παραπάνω συλλογιστική προκύπτουν οι προτεινόμενοι κεντρικοί άξονες χάραξης της πολιτικής για την εργασία. Πρώτος άξονας είναι αυτός της ανάπτυξης: υψηλότεροι ρυθμοί, ισχυροποίηση της εθνικής ανταγωνιστικότητας και της εγχώριας ζήτησης, ανάπτυξη επιχειρησιακού πνεύματος για ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, τόνωση της επιχειρηματικότητας για τις μεγαλύτερες μονάδες ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά τους. Δεύτερος άξονας θεωρείται η επένδυση στη γνώση: κατοχύρωση του κοινωνικού δικαιώματος στην ελεύθερη πρόσβαση, αναδιάρθρωση προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις βαθμίδες, βελτίωση εκπαιδευτικού αποτελέσματος της διδασκαλίας και της αξιολόγησης, σύνδεση της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης με την αγορά εργασίας, προώθηση της δια βίου εκπαίδευσης. Τρίτος άξονας είναι η δυναμική αναπροσαρμογή της εργασίας στην κοινωνία της πληροφορίας: ένταξη της τηλεργασίας με ταυτόχρονη κατοχύρωση των εργατικών δικαιωμάτων και μεταρρύθμιση του συνολικού θεσμικού πλαισίου. Τέταρτος άξονας θεωρείται η διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου συνεργασίας με το ιδιωτικό κεφάλαιο: «θέσπιση ειδικών κινήτρων και επενδύσεων για προγράμματα ανάπτυξης ανθρωπίνου δυναμικού, προώθηση της εταιρικότητας του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στην ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση». Πέμπτος άξονας είναι η πρόληψη: πέρασμα από «τη λογική των επιδοτήσεων στην προληπτική δράση» στην «έγκαιρη διάγνωση των αναγκών και εξελίξεων στην αγορά εργασίας» και με «ενεργά μέτρα προώθησης της απασχόλησης, στη βάση της εξατομικευμένης προσέγγισης και της ισότητας στην πρόσβαση». Ο έκτος και τελευταίος, αλλά σημαντικότερος κατά το πρόγραμμα, άξονας είναι η διασφάλιση των ίσων ευκαιριών: καταπολέμηση κάθε μορφής διάκρισης και διαχωρισμού και ένταξη στην ενεργό ζωή των νέων, των γυναικών, των εργαζομένων μεγάλης ηλικίας, των ατόμων με ειδικές ανάγκες και ικανότητες και αποτροπή του κοινωνικού αποκλεισμού τους.
Στη συνέχεια του προγράμματος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προτείνονται διάφορα γενικά μέτρα όπως το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση», το «Εθνικό σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης και δια βίου μάθησης», η «Ποιότητα στην επαγγελματική κατάρτιση και σύνδεση με την απασχόληση», οι «Ενέργειες υπέρ της απασχόλησης και της προστασίας των ανέργων», οι «Ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες» και οι «Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες».
Ένας από τους στόχους του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όπως περιγράφεται στο πρόγραμμα, είναι η μετατροπή του ρόλου κράτους σε αυτόν του ευέλικτου μηχανισμού και στρατηγείου ανάπτυξης» που θα συνεργάζεται με τους «κοινωνικούς εταίρους» . Στο πλαίσιο αυτό προτείνει προς την πλευρά των επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε μέτρα συμμετοχής των εργαζομένων «στο θετικό αποτέλεσμα που παράγει μια επιχείρηση»,δηλαδή «χορήγηση μετοχών / συμμετοχή στα κέρδη». Στο 35ωρο αφιερώνεται όλη κι όλη μία γραμμή: «Το 35ωρο εξακολουθεί να είναι στόχος. Συνεχίζουμε και διευρύνουμε τις πιλοτικές εφαρμογές του».
Τέλος, αναφέρεται ότι ως αποτέλεσμα της πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατά την επόμενη τετραετία, θα δημιουργηθούν, με τη βοήθεια του ΟΑΕΔ και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου και χάρη στην εκταμίευση του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (15,7 τρις. Δρχ.), 300.000 νέες ευκαιρίες πρόσβασης στην αγορά εργασίας, 300.000 νέες ευκαιρίες κατάρτισης για ανέργους, 300.000 ευκαιρίες κατάρτισης που απευθύνονται σε ήδη εργαζόμενους.
ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η ΝΔ θεωρεί ότι «ο κόσμος ολόκληρος βρίσκεται στο τέλος μιας εποχής και στην αρχή μιας άλλης». Διανύουμε το πρώτο στάδιο της μεταβιομηχανικής εποχής» που είναι «το στάδιο της παγκοσμιότητας, της τεχνολογίας και της γνώσης». Χαρακτηριστικό της εποχής αυτής είναι ότι οι εξελίξεις σε όλους τους τομείς «προσλαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ταχύτητα» και επηρεάζονται «οι συνήθειες, οι συμπεριφορές, οι νοοτροπίες των ανθρώπων». Στα πλαίσια της προσπάθειας ένταξης στην ΟΝΕ η ΝΔ θεωρεί ότι έπρεπε να είχε καταρτιστεί «πλήρες και εφαρμόσιμο πρόγραμμα σύγκλισης» που θα είχε ως στόχο την «ταχύρυθμη ανάπτυξη της οικονομίας» με αναγκαία συνθήκη την «ανακούφιση των οικονομικά ασθενέστερων» σε συνεργασία «με όλους τους κοινωνικούς εταίρους και τους φορείς». Η ΝΔ τονίζει ότι επιβάλλεται «ένα νέο ποιοτικό άλμα» ώστε να γίνει δυνατή η λύση των προβλημάτων που έρχονται από το παρελθόν και να αντιμετωπίζονται οι καινούργιοι κίνδυνοι της νέας εποχής κατά την οποία υπάρχει μια «διαρκής αναζήτηση στο χώρο του συγκεκριμένου και του αποτελεσματικού». Γι’ αυτό επισημαίνεται ότι πρέπει να υιοθετηθεί ουσιαστικά ο φιλελευθερισμός και οι βασικές αρχές του από τις κύριες πολιτικές δυνάμεις.
Η ΝΔ αναγνωρίζει ότι «το σοβαρότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας στο ξεκίνημα του νέου αιώνα είναι η έκρηξη της ανεργίας». Η αιτία, σύμφωνα με τη ΝΔ, βρίσκεται στο ότι «η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει τα ονομαστικά κριτήρια σύγκλισης» άφησε την ανεργία «να πάρει τρομακτικές διαστάσεις».
Μετά την παράθεση μιας σειράς στοιχείων, σχετικά με την οικονομική κατάσταση των εργαζόμενων και των ανέργων, στο πρόγραμμα αντιπαρατίθενται οι στόχοι της ΝΔ. Πρώτη προτεραιότητα αποδίδεται στην αντιμετώπιση του προβλήματος της απασχόλησης και στη διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία μέσα σε ένα πλαίσιο ίσων ευκαιριών. Για την επίτευξη του στόχου αυτού απαιτείται μια πολιτική που «να προσανατολίζεται προς την οικονομική ανάπτυξη, τη μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα και την αύξηση της απασχόλησης». Η ΝΔ στο πρόγραμμά της δεν κρύβει την αγωνία της για τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που «οδηγεί στην κοινωνία των 2/3, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών εθνικής διχοστασίας» που τη θεωρεί ως την πλέον σοβαρή απειλή της νέας εποχής. Η ΝΔ δηλώνει ότι, με την οικονομική πολιτική που προτείνει, στοχεύει «στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης». Οι άξονες του προγράμματος της ΝΔ αφορούν την προώθηση «μιας δυναμικής και ισόρροπης ανάπτυξης», την εφαρμογή ενεργητικών μορφών απασχόλησης «με έμφαση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση», την άρση «των γραφειοκρατικών και φορολογικών αντικινήτρων» που δυσχεραίνουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση νέων δραστηριοτήτων».
Τα άμεσα μέτρα που προτείνονται είναι: η αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης, η στήριξη του αγροτικού και κτηνοτροφικού τομέα για να σταματήσει η φυγή κυμάτων ανέργων προς τις πόλεις, η αποφασιστική ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις οποίες δημιουργούνται, σύμφωνα με τη ΝΔ, 7 στις 10 νέες θέσεις εργασίας, η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και η επέκταση της μερικής απασχόλησης, η δυναμική παρέμβαση στο πλαίσιο της Ε.Ε. για την ενίσχυση των προγραμμάτων απασχόλησης στην κατεύθυνση μιας πιο κοινωνικής και πιο ανθρώπινης Ευρώπης, η εξυγίανση του χώρου της υγείας και η αξιοποίηση του ιατρικού δυναμικού της χώρας στην κατεύθυνση μετατροπής της Ελλάδας σε κέντρο υπηρεσιών στον άνθρωπο, η εξασφάλιση των δυνατοτήτων στον τομέα της Παιδείας, η πραγματοποίηση αποτελεσματικών επενδύσεων στην εκπαίδευση, στην πληροφορική, στις νέες τεχνολογίες και στη μόρφωση.
Η ΝΔ δηλώνει ότι δεσμεύεται να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες: Αύξηση του ύψους του επιδόματος ανεργίας σε πρώτη φάση στο 60% του βασικού μισθού και παροχή πλήρους ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης όλων των ανέργων με επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, επίσπευση της οικονομικής ανάπτυξης και ταυτόχρονη αύξηση της απασχόλησης μέσω της φορολογικής μεταρρύθμισης, δυναμική φορολογική παρέμβαση για την ανάπτυξη και την απασχόληση μέσω της δημιουργίας τριών τεχνολογικών πάρκων για την εγκατάσταση εταιριών δημιουργίας προγραμμάτων για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, πλήρης φοροαπαλλαγή των κερδών που μπορεί να διανέμουν οι επιχειρήσεις σε εργαζόμενους, διαδικασία συνδιαμόρφωση κοινών αποφάσεων για την αξιοποίηση καινοτόμων ιδεών, απελευθέρωση της αγοράς από τον κρατικό εναγκαλισμό και ιδιαίτερα απελευθέρωση των επικοινωνιών, των μεταφορών και της ηλεκτρικής ενέργειας, ενίσχυση της τοπικής απασχόλησης μέσω της περιφερειακής ανάπτυξης και αξιοποίηση του περιφερειακού σκέλους του Γ΄ ΚΠΣ, θέσπιση αυξημένων επενδυτικών κινήτρων σε περιοχές με ιδιαίτερα προβλήματα και ιδιαίτερη μέριμνα για τη νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα, ενίσχυση της απασχόλησης μέσω της συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη των επιχειρήσεων, διεξαγωγή ευρέως κοινωνικού διαλόγου μεταξύ όλων των κοινωνικών εταίρων (σε θέματα όπως οι ώρες εργασίας και η ελαστικότερη διευθέτησή τους, η αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών για την τόνωση της απασχόλησης και η εφαρμογή προγραμμάτων κατάρτισης), εκσυγχρονισμός του εκπαιδευτικού συστήματος με αιχμές την επαγγελματική κατάρτιση και τη δια βίου εκπαίδευση, χρηματοδότηση και επιδότηση των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών ώστε οι μαθητές να αποκτήσουν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διάθεση σημαντικών για προγράμματα επαγγελματικής επανακατάρτισης και διαρκούς επανεκπαίδευσης του προσωπικού (τα χορηγούμενα από την Ε.Ε. κονδύλια να κατευθύνονται αποκλειστικά στους ανέργους), οργανωτική αναδιάρθρωσης του Ο.Α.Ε.Δ., επιβολή αυστηρών ελέγχων σε ό,τι αφορά τη φύλαξη των συνόρων αλλά και την παράνομη απασχόληση λαθρομεταναστών, τόνωση της απασχόλησης μέσω της ουσιαστικής και άμεσης πληροφόρησης με τη χρήση του Διαδικτύου, θεσμοθέτηση κινήτρων εθελουσίας πρόωρης συνταξιοδότησης , γενναία στήριξη της μητρότητας σε άνεργες μητέρες που δεν διαθέτουν εναλλακτικές πηγές εισοδήματος και λήψη αυστηρών νομοθετικών μέτρων για την αντιμετώπιση των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων κατά των γυναικών και, τέλος, ενθάρρυνση της αυτοαπασχόλησης με τη διευκόλυνση των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων.
Η παρουσίαση του προγράμματος της ΝΔ για τις βουλευτικές εκλογές 2000 δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν δεν λαμβάναμε υπόψη το γεγονός ότι στο ψηφοδέλτιό της συμπεριλαμβάνονται ως υποψήφιοι και μέλη του κόμματος «Οι Φιλελεύθεροι» που διαθέτουν δικές τους προγραμματικές, ιδεολογικές και πολιτικές κατευθύνσεις, που συχνά έρχονται σε αντίθεση με αυτές της ΝΔ.
Σύμφωνα με το πρόγραμμα των Φιλελευθέρων, στις μέρες μας η ανάπτυξη της τεχνολογίας «καταργεί στην πράξη πολλά από τα παραδοσιακά φυσικά μονοπώλια και έναν ακόμα μεγαλύτερο αριθμό τοπικών μονοπωλίων». Όπως το κεφάλαιο και η πληροφόρηση έτσι και η εργασία «γίνονται ολοένα και πιο ευέλικτα» μέσα σε ένα κλίμα εσωτερικών κοινωνικών διαφοροποιήσεων και διαρκούς αμφισβήτησης του κράτους και του ρόλου του. Η θέση των Φιλελευθέρων σχετικά με την εργασία προσδιορίζεται από την ανάγκη «να προχωρήσουν οι απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές» παρά και ενάντια στην «αντίδραση των οργανωμένων συντεχνιών και του κομματισμού» που αγωνίζονται «για τη διατήρηση του STATUS QUO και των ισχυρών κρατικοδίαιτων οικονομικών δυνάμεων». Το τρίπτυχο των αρχών τους είναι «λιγότερη κρατική παρέμβαση, περισσότερη ελευθερία και υπευθυνότητα για τους πολίτες» . Οι διαρθρωτικές αλλαγές, που υποτίθεται ότι θα εξυπηρετήσουν τους στόχους που προκύπτουν από τις αρχές αυτές, αφορούν την ιδιωτικοποίηση των δημοσίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και μεταφορών, της ανώτατης εκπαίδευσης και της υγείας. Ως αποτέλεσμα των ιδιωτικοποιήσεων θα καταστεί δυνατόν να επικεντρωθεί η οικονομική πολιτική «στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, διότι οι νέες επιχειρήσεις και όχι οι παλαιές δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας» και κυρίως στους κλάδους της πληροφορικής όπου δημιουργούνται «θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης». Τονίζεται επίσης ότι δεν πρέπει οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό με χαμηλούς μισθούς και δεξιότητες αλλά «στις αυξημένες ικανότητες και δεξιότητες» που θα αποκτούν οι πολίτες από «ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα» που «θα ενισχύει την επιχειρηματικότητα». Ο ρόλος της ελεύθερης αγοράς, που υπόσχονται οι Φιλελεύθεροι, είναι καθοριστικός και στην πρότασή τους για την αναδιαμόρφωση του κοινωνικού κράτους και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης.
Εν κατακλείδι, η κοινωνική αλληλεγγύη πρέπει να στοχεύει όχι στη συνεχή επιδότηση αλλά στην «μελλοντική εργασία που θα αποφέρει ικανοποιητικό μισθό».
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας υποστηρίζει στο πρόγραμμά του ότι κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα επήλθαν σημαντικές μεταβολές στην καπιταλιστική κοινωνία. «Διαμορφώθηκε ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού. Διαμορφώθηκαν τα μονοπώλια που διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή, γεννώντας την τάση για στασιμότητα και σήψη. Η καπιταλιστική οικονομία πέρασε σε μια νέα βαθμίδα διεθνοποίησης του κεφαλαίου και της παραγωγής. Το τραπεζικό κεφάλαιο συγχωνεύτηκε με το βιομηχανικό. Δημιουργήθηκε το χρηματιστικό κεφάλαιο και η ολιγαρχία. Απέκτησε εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίων σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Συγκροτήθηκαν διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών για το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Διαμορφώθηκε ο κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός (ΚΜΚ)». Με την «αντεπανάσταση» που έλαβε χώρα, κατά το ΚΚΕ, στις «σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης» ανατράπηκε ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων υπέρ των ιμπεριαλιστικών κρατών που ανταγωνίζονται για το μοίρασμα νέων αγορών προκαλώντας νέες εστίες τοπικών πολεμικών συγκρούσεων. Στα πλαίσια αυτά «η δράση των μονοπωλίων συνοδεύεται από μια πρωτόγνωρη επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων, στις εργασιακές και κοινωνικές κατακτήσεις τους, καθώς και από την καταλήστευση των πηγών του πλανήτη». Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι τη δράση αυτή των μονοπωλίων, και κατά κύριο λόγο των μονοπωλίων των Η.Π.Α., στηρίζουν οι παλαιοί και νέοι υπερεθνικοί θεσμοί όπως ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ του «νέο δόγματος», ο ΠΟΕ, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η NAFTA και η Ε.Ε. Οι «εγχώριες ολιγαρχίες» των χωρών του δεύτερου κύκλου που συγκεντρώνονται «γύρω από τις ηγέτιδες δυνάμεις του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος» αναλαμβάνουν να παίξουν το ρόλο «του περιφερειάρχη και του διαμεσολαβητή, με στόχο να αναβαθμίσουν τη θέση τους και να αποσπάσουν μέρος των υπερκερδών». Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, σύμφωνα με το ΚΚΕ, είναι «η σχετική και απόλυτη εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων», η ένταση «της μεταναστευτικής έκρηξης», «η ανεργία, (…) η έλλειψη στέγης η μαύρη εργασία, η εγκληματικότητα» κ.ο.κ. Επισημαίνεται επίσης ότι «η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών συμβαδίζει με την καταστροφή άλλων».
Το ΚΚΕ θεωρεί ότι «η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα» και ότι «ο μονοπωλιακός καπιταλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε αργότερα από ό,τι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και ενώ είχε ήδη διαμορφωθεί το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με αποτέλεσμα να στηριχθεί σε σχετικά χαμηλή υλικοτεχνική βάση». Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και, ιδιαίτερα, μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ «οι πολυεθνικές και τα μονοπώλια κατάκτησαν νέες θέσεις, διείσδυσαν βαθύτερα και ασκούν άμεσο ρόλο σε τομείς καίριους για τη διαμόρφωση της πολιτικής συμπεριφοράς, της κοινωνικής συνείδησης της εργατικής τάξης και του λαού». Συνέπειες της προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στα πλαίσια αυτά, κατά το ΚΚΕ, είναι η στροφή προς τον τομέα των υπηρεσιών, η συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγικής βάσης της χώρας, η ένταση των φαινομένων χρεοκοπίας εξαγορών και συγχωνεύσεων, τα βαριά πλήγματα κατά της γεωργίας, η διεύρυνση του χάσματος που χωρίζει την Ελλάδα από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες και οι δυσβάστακτες αρνητικές εξελίξεις για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, του λιγότερου κράτους και της απελευθέρωσης της αγοράς.
Το ΚΚΕ θεωρεί ότι είναι «ο δρόμος της συγκρότησης της αντιιμπεριαλιστικού δημοκρατικού μετώπου πάλης, που μπορεί να δόσει προοπτική για την εργατική τάξη, τα μικρομεσαία λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου και τη νεολαία» με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Το Μέτωπο, σύμφωνα με το ΚΚΕ, «πραγματοποιείται στο έδαφος του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα που απασχολούν το λαό και τη χώρα, της πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης με την ολιγαρχία του τόπου, τους πολύμορφους μηχανισμούς του κράτους της» κ.ο.κ. Στην αρχική φάση του Μετώπου επέρχεται «συσπείρωση κυρίως κοινωνικών δυνάμεων γύρω από αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά αιτήματα και στόχους, από επιμέρους μέτωπα πάλης που κινητοποιούν διάφορα τμήματα των εργαζομένων προς ένα ενιαίο ισχυρό λαϊκό ρεύμα».
Η πραγματοποίηση της συμμαχίας αυτής κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων επιτεύχθηκε, σύμφωνα με το ΚΚΕ, στις βουλευτικές εκλογές 2000, με τη συνεργασία πολιτικών παραγόντων και πολιτικών σχημάτων όπως η Κομμουνιστική Ανανέωση . Η δράση του Μετώπου, σύμφωνα με το ΚΚΕ, έχει στόχο να αντιμετωπίσει «το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας», να αγωνιστεί για την «προστασία και πραγματική αύξηση του λαϊκού εισοδήματος», να προωθήσει την «αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή στους μισθούς, συντάξεις και επιδόματα», να συντονίσει την πάλη «κατά της επιβολής των νέων εργασιακών σχέσεων» για τη «μείωση των ωρών εργασίας με πλήρη διασφάλιση των οικονομικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών», για την «κατάργηση των υπερωριών», για τη «λήψη μέτρων που αντιπαλεύουν και καταργούν τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών και των νέων», για την «ανάπτυξη και χρήση των νέων τεχνολογιών σε όφελος των εργαζομένων», για «μέτρα για την υγιεινή και ασφάλεια στους εργασιακούς χώρους», για να καθιερωθούν «θεσμοί εργατικού και λαϊκού ελέγχου», για να παρέχεται «ίση αμοιβή για ίση δουλιά ανδρών και γυναικών, νέων και αλλοδαπών εργαζομένων», για να χορηγείται «επιδότηση αόριστης διαρκείας στους άνεργους, επιδόματα στο 80% του βασικού μεροκάματου», για να υπάρχει «διασφάλιση των κοινωνικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των ανέργων στη διάρκεια της ανεργίας» κ.ο.κ.
Απώτερος στόχος του ΚΚΕ είναι η σοσιαλιστική επανάσταση, δηλαδή «η επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη σε συνεργασία με τους συμμάχους της», η «κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής» και «ο σοσιαλιστικός σχεδιασμός της οικονομίας». Στο σοσιαλισμό «τα επιτεύγματα της επιστήμης και των νέων τεχνολογιών θα χρησιμοποιούνται για την ολόπλευρη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της κοινωνικής παραγωγής, για την εξασφάλιση δουλιάς σε όλους τους ικανούς προς εργασία, για τη συνεχή βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων, για την άνοδο του επιπέδου της κοινωνικής και πολιτιστικής ευημερίας του λαού με βάση τη σοσιαλιστική αρχή: στον καθένα ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας του». Μέσα στο σοσιαλιστικό καθεστώς, που στο επίπεδο οργάνωσης της κρατικής εξουσίας θα έχει τη μορφή της «δικτατορίας του προλεταριάτου», «οι μαζικές κοινωνικές οργανώσεις, ιδιαίτερα, τα εργατικά συνδικάτα, είναι οι φορείς με τους οποίους η εργατική τάξη ελέγχει το κράτος της, προστατεύεται από κινδύνους αυθαιρεσίας, γραφειοκρατίας, απόσπασης από το γενικό συμφέρον». Το ΚΚΕ, στην περίπτωση αυτή, θα παίζει το ρόλο του βασικού κόμματος εξουσίας που θα καθοδηγεί και θα ελέγχει την πορεία της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας σε συνεργασία με τα συνδικάτα των εργαζομένων και τους φορείς των κοινωνικών κινημάτων.
ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ
Ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου, που στις εκλογές αυτές συμπεριέλαβε στους συνδυασμούς του υποψήφιους προερχόμενους από την Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά και τους χώρους των Οικολόγων – Εναλλακτικών και των κοινωνικών κινημάτων, τονίζει στο πρόγραμμά του ότι «αγωνίζεται για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, για την εξασφάλιση του πολιτικού και κοινωνικού ελέγχου επί των διαδικασιών και των δυνάμεων της αγοράς» και ότι η Ελλάδα μπαίνει στην ΟΝΕ «με αυξημένα ποσοστά ανεργίας, με διευρυμένες κοινωνικές ανισότητες, με τις περισσότερες περιφέρειες της χώρας να αποκλίνουν (…) με ένα κοινωνικό κράτος ανίκανο να στηρίζει τους κοινωνικά αδύναμους και με ένα δημόσιο χρέος, μεγαλύτερο του εθνικού εισοδήματος». Τέλος, επισημαίνει στον αναγνώστη – ψηφοφόρο ότι το πρόγραμμα σύγκλισης που πρότεινε και ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Ελλάδα πρόκειται να επιφέρει: «τη συνέχιση της μονομερούς λιτότητας σε βάρος των μισθών και των συντάξεων, την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την εκχώρηση του 51% των στρατηγικής σημασίας δημοσίων επιχειρήσεων στα χέρια ιδιωτών, την σε βάρος των εργαζομένων αλλαγή του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος».
Ο ΣΥΝ θεωρεί ότι η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κινούμενη στο πλαίσιο αυτό, «επέλεξε το δρόμο της επίτευξης των ονομαστικών δεικτών μέσα από πολιτικές μονόπλευρης πίεσης των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων και μέσα από πολιτικές που περιορίστηκαν στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερης έμπνευσης υποδείξεων των ευρωπαϊκών οικονομικών οργάνων». Απέναντι στην πολιτική στην οποία ασκεί κριτική ο ΣΥΝ αντιπροτείνει, στα πλαίσια της ΟΝΕ, «τη γενικότερη στροφή στο σχεδιασμό της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, με προτεραιότητες στην αντιμετώπιση της ανεργίας, την ανθεκτική οικονομία στο ανταγωνιστικό περιβάλλον, τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, που θα αποτρέπει τον κοινωνικό ανταγωνισμό και το κοινωνικό "ντάμπινγκ"». Προτείνεται, δηλαδή, ένα «σύνολο διαρθρωτικών αλλαγών που θα αναβαθμίζουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και θα δημιουργούν ένα ανθεκτικό κοινωνικό κράτος».
Το πρόγραμμα του ΣΥΝ έχει ως κεντρικό πυλώνα την καταπολέμηση της ανεργίας και την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης. Η αντιμετώπιση της ανεργίας στηρίζεται στους εξής άξονες πολιτικής: «α). Συγκεκριμένοι στόχοι και χρονοδιάγραμμα για τη μείωση της ανεργίας. β) Μέτρα και πολιτικές για την υλοποίηση των στόχων με πυρήνα την νομοθετική κατοχύρωση του 35ωρου χωρίς μείωση των αποδοχών και αύξηση των θέσεων εργασίας. γ) Διπλασιασμός των πόρων που διατίθενται από το κράτος για την απασχόληση. δ) Αύξηση και χρονική επιμήκυνση της χορήγησης των επιδομάτων ανεργίας. Ειδική μέριμνα για τους νέους, μακροχρόνια και ηλικιωμένους άνεργους. ε) Ειδικές πολιτικές για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών και την ισότιμη πρόσβασή τους στην απασχόληση. στ) Ενίσχυση της απασχόλησης στους τομείς του περιβάλλοντος, των κοινωνικών υπηρεσιών, της ποιότητας ζωής. ζ) Αναδιάρθρωση του συστήματος «εκπαίδευση –κατάρτιση - επανακατάρτιση» εργαζομένων και ανέργων που να συνδυάζεται με την απασχόληση».
Στα πλαίσια αυτά ο ΣΥΝ με ειδικό φυλλάδιο αλλά και με ειδική σελίδα στο site του κόμματος στο διαδίκτυο προβάλλει τις «προτάσεις νόμων για το 35ωρο, για τους ηλικιωμένους και τους μακροχρόνια ανέργους, και για την αύξηση και χρονική επιμήκυνση των επιδομάτων ανεργίας» τις οποίες υπέβαλε στην απερχόμενη Βουλή. Ειδικά για το 35ωρο προτείνεται «νομοθετική ρύθμιση πλαισίου εφαρμογής του με άμεση εφαρμογή στο Δημόσιο, ΔΕΚΟ, Τράπεζες και επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου και τεχνολογίας και σταδιακή εφαρμογή του, με ειδική στήριξη στις μικρές επιχειρήσεις (…) δραστικός περιορισμός των υπερωριών και αύξηση της αμοιβής τους και κατάργηση της υπερεργασίας». Θεωρώντας ότι η συνεχιζόμενη πτώση των επιτοκίων ελαφρύνει το δημόσιο προϋπολογισμό και, συνεπώς, είναι δυνατή η χορήγηση των «ουσιαστικών διορθωτικών αυξήσεων» σε χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους. Προτείνει επίσης «την κατοχύρωση ενός ικανοποιητικού ελάχιστου εισοδήματος για όλους (…) την ανασυγκρότηση του ασφαλιστικού συστήματος (…) καθιέρωση κατώτατου μισθού και κατώτατης σύνταξης» και «ειδικά μέτρα (…) για τους ημερομίσθιους εργαζόμενους». Πώς θα χρηματοδοτηθεί αυτή η πολιτική; Προτείνεται η «δημιουργία ταμείου αλληλεγγύης (…) με ειδική φορολογία στις χρηματιστηριακές πράξεις, στις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου και τεχνολογίας καθώς και στα υψηλά εισοδήματα».
Χρειάζεται επίσης να αναφερθεί και η ειδική θέση του ΣΥΝ σχετικά με την «ανάπτυξη κινήματος για: 1) Σταμάτημα της επέκτασης των ιδιωτικοποιήσεων και σε άλλες δημόσιες επιχειρήσεις, τράπεζες και τομείς κοινωνικής πολιτικής. 2) Αποτελεσματικό Δημόσιο Management με πλήρη και διοικητική αυτοτέλεια. 3) Μη επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων στις ήδη μετοχοποιημένες ΔΕΚΟ και αποτροπής εκχώρησης πλειοψηφικού πακέτου τους και του Management σε ιδιώτες. 4) Ανάπτυξη και πραγματικός εκσυγχρονισμός των ΔΕΚΟ με κριτήριο τη συμβολή στη γενικότερη ανάπτυξη της χώρας, στην αύξηση της απασχόλησης, στην εξυπηρέτηση των πολιτών, στην προστασία και αναβάθμιση του περιβάλλοντος και 5) Ολοκληρωμένη πολιτική ανθρώπινου δυναμικού στην κατεύθυνση της αξιοποίησης και αναβάθμισής του».
Στα πλαίσια της παρουσίασης του προγράμματος του ΣΥΝ αξίζει να αναφερθεί και η ειδικότερη παρέμβαση της Νομαρχιακής Επιτροπής Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Ασφαλιστικών Εταιρειών που με φυλλάδιό της παρουσιάζει τους υποψήφιους του κλάδου και τις θέσεις του κόμματος. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι χρειάζεται «να συνεχιστεί η ανάπτυξη του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού συστήματος (…) με απαραίτητη προϋπόθεση τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, με ειδικό νόμο για τις συγχωνευθείσες και τις συγχωνευθεισόμενες Τράπεζες». Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για την Εμπορική Τράπεζα για την οποία προτείνεται να συγχωνευθεί με την Εθνική Τράπεζα και άλλες σε ένα ισχυρό όμιλο κρατικού ελέγχου «ώστε να αποτελέσει πρότυπο εφαρμογής καλών εργασιακών σχέσεων και αναπτυξιακής λειτουργίας, χαμηλών τιμών προϊόντων και άριστης εξυπηρέτησης των πελατών». Επισημαίνεται ότι πρέπει «να θεσπιστούν ριζικές αλλαγές στον Προγραμματισμό, τη Διοίκηση, τη λειτουργία και τον έλεγχο των τραπεζών κρατικής ευθύνης που σήμερα λεηλατούνται από την πολιτική των πελατειακών σχέσεων» και ότι υπάρχει ανάγκη «να ιδρυθεί ενιαίος ασφαλιστικός φορέας κύριας και επικουρικής σύνταξης για τον χρηματοπιστωτικό τομέα».
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Το Δημοκρατικό Κοινωνικό Κίνημα, που ιδρύθηκε στις 20 Δεκέμβρη 1995 και είναι το νεότερο από τα κόμματα που συμμετέχουν στην απερχόμενη Βουλή, είναι, σύμφωνα με την ιδρυτική διακήρυξή του, «πολιτική κίνηση, ανοιχτή σε όλους τους Έλληνες, χωρίς κανέναν αποκλεισμό, ανεξάρτητα από προηγούμενες πολιτικές εντάξεις» . Αναλύοντας τη σημερινή κατάσταση του καπιταλισμού διαπιστώνει ότι «το έθνος είναι αυτό που πρέπει να συκοφαντηθεί, να τιθασευτεί, να εκφυλιστεί, να γίνει μουσειακό είδος, για να επιτύχει το νέο στάδιο του καπιταλισμού, τη μεταβιομηχανική εποχή» . Για την αντιμετώπισης αυτής της κατάστασης το ΔΗΚΚΙ καλεί σε συσπείρωση και αγώνα τους «μη προνομιούχους» που «είναι όσοι δεν μπορούν να αντέξουν στον τύπο της μεταβιομηχανικής εποχής που το κεφάλαιο μεθοδεύει». Στη συσπείρωση αυτή εντάσσονται όσοι θεωρούν ότι η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί «προϋπόθεση για κάθε άλλη αξία εντός εθνικής κοινότητας» και «παίρνει, στην εποχή μας, το περιεχόμενο της Εθνικής Επιβίωσης και οδηγεί σε μια στρατηγική συμμαχία επιβίωσης των δυνάμεων της εργασίας με τις δυνάμεις της παραγωγής σε εθνικό επίπεδο». Αξίζει να τονιστεί ότι το ΔΗΚΚΙ προβλέπει ότι «η εθνικής κλίμακας επιχείρηση θα είναι και αυτή ο προλετάριος της μεταβιομηχανικής εποχής, αν πετύχουν τα σχέδια του διεθνούς κεφαλαίου», ο δε ρόλος του ελληνικού κράτους «θα είναι ρόλος μακρινής Νομαρχίας των Βρυξελλών» και οι εθνικές δυνάμεις θα «διεκδικούν, στην καλύτερη περίπτωση, ρόλο υπεργολάβου».
Μέσα στο πλαίσιο της πρότασης του ΔΗΚΚΙ περί «εθνικής οικονομικής ανάπτυξης» πρωτεύουσα θέση κατέχει, ως προϋπόθεση, η «εθνική ομοψυχία», η οποία στηρίζεται στη «βεβαιότητα του λαού μας, ότι η δημοκρατική πολιτεία και η κοινωνία, που του προτείνουμε, δίνει θέση και ρόλους σε όλους, δείχνει στοργή προς όλους, ιδιαίτερα στους απόμαχους της εργασίας και τους πάσχοντες». Όσον αφορά τη σταθεροποίηση της «εθνικής οικονομίας», το ΔΗΚΚΙ θεωρεί ότι «θα επιδιώκεται μέσα από ανάπτυξη με κοινωνική προστασία και όχι με μείωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών». Ο αναγκαίος, κατά το ΔΗΚΚΙ, εκσυγχρονισμός που σκοπεύει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης πρέπει να στηρίζεται σε μη διαπραγματεύσιμες αρχές που είναι «η ανθρωπιά, ο σεβασμός στον άνθρωπο και η κοινωνική δικαιοσύνη». Γι’ αυτό, υποστηρίζει το ΔΗΚΚΙ, «η ανεργία αποτελεί τη μεγαλύτερη κοινωνική αδικία». Το ΔΗΚΚΙ επαναφέρει την συνδιαχειριστική λογική της δεκαετίας του ’80 και της κλασικής ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με αιτιολογικό την «εθνική επιβίωση» που «επιβάλλει την εθνική συνεννόηση μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και των δυνάμεων της παραγωγής, στα πλαίσια ενός αποκεντρωμένου δημοκρατικού προγραμματισμού, με τη συμμετοχή όλου του λαού, μέσα από θεσμούς λαϊκής συμμετοχής». Στη διαδικασία της ανάπτυξης αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στη συμμετοχή των μαζικών κινημάτων και, ειδικά στο συνδικαλισμό που πρέπει να είναι «χειραφετημένος από κόμματα και εξαρτήσεις» και καλείται «να αναδειχτεί σε γνήσια πρωτοπορία, χαράσσοντας στρατηγική σαν αυτόνομο, δομικό στοιχείων της Δημοκρατικής Πολιτείας». Η ίδια η επιχείρηση ως θεσμός αυτής της πολιτείας, που οραματίζεται το ΔΗΚΚΙ, «θα πρέπει να αντιληφθεί, ότι ο κοινωνικός της ρόλος αποδεικνύεται μόνον με τις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας» στα πλαίσια μιας «επιθετικής παραγωγικής αναπτυξιακής πολιτικής, που θα φέρει απασχόληση με κοινωνική προστασία».
Ενώ στις προγραμματικές διακηρύξεις και στις προεκλογικές ομιλίες του Προέδρου και των υποψηφίων βουλευτών του ΔΗΚΚΙ δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στη λογική που πρέπει να διέπει τις εργασιακές σχέσεις αλλά και σε επιμέρους πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας, πέραν της ανάγκης η (δημόσια) παιδεία «να εφοδιάζει με άριστα στελέχη την αναπτυξιακή προσπάθεια κυρίως στους τομείς που δίνεται η μάχη», εν τούτοις, σε αντίθεση με τη ΝΔ και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. που δεν έχουν ιδιαίτερα συγκεκριμένες αναφορές, στον τομέα του ασφαλιστικού το ΔΗΚΚΙ έχει συγκεκριμένες προτάσεις που πηγάζουν από την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική λογική : «καμία αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, γιατί κάτι τέτοιο θα συμβάλει στην αύξηση της ανεργίας», «καμία αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, εργαζομένων και εργοδοτών», «θεσμοθέτηση της τριμερούς συμμετοχής κράτους – εργαζομένων – εργοδοτών στις δαπάνες του ασφαλιστικού συστήματος, κατά 1/3 για κάθε μέρος», «εκσυγχρονισμός, αναδιάρθρωση και ενίσχυση των αρμόδιων υπηρεσιών της Πολιτείας, με το απαιτούμενο κατάλληλο προσωπικό, αλλά και τεχνολογικό εξοπλισμό», «είσπραξη των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ληξιπρόθεσμων χρεών των μεγαλοφειλετών προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία» και, τέλος, «προγραμματισμένη και ελεγχόμενη υποδοχή οικονομικών μεταναστών, για τους οποίους θα ισχύει ασφαλιστικά, ό,τι και για τους Έλληνες εργαζομένους».
Αυτά τα αιτήματα θα μπορούν να γίνουν πράξη, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΔΗΚΚΙ, όταν υπάρξει «αλλαγή προσανατολισμού και περιεχομένου της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, ώστε να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη της παραγωγικής οικονομίας, με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας».
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΩΣΗ
Η Δημοκρατική Περιφερειακή Ένωση είναι ο πιο πρόσφατα δημιουργημένος πολιτικός κομματικός οργανισμός. Συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία ομάδας πολιτών γύρω από το πάλαι ποτέ μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Κ.Ε. του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Μιχάλη Χαραλαμπίδη . Το ελληνικό ιστορικό πρόβλημα, σύμφωνα με το πρόγραμμα του κόμματος, είναι η «απουσία της πολιτικής στις μεγάλες της διαστάσεις, της πολιτικής ως πρόβλεψη και σχέδιο». Με βάση αυτή την κεντρική θέση, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. κατάρτισε ένα πρόγραμμα για μια διαφορετική οργάνωση της Ελληνικής κοινωνίας, η οποία σήμερα «στις αρχές του νέου αιώνα αντιμετωπίζει κρίση εθνικής κυριαρχίας στον τόπο όπου γεννήθηκε ιστορικά». Απόδειξη του ολοένα και συρρικνούμενου ρόλου του ελληνισμού, θεωρείται από τη ΔΗ.ΠΕ.Ν., η συνεχής μείωση του αριθμού των προϊόντων «που παράγονται και κατασκευάζονται στην Ελλάδα». Στη μεταπολιτευτική περίοδο κυριάρχησαν πολιτικά κόμματα που σήμερα «δεν έχουν τη μορφή αυτού που ονομάστηκε πολιτικό κίνημα και πολιτικό κόμμα. Πρόκειται για μη-κόμματα. Αποτελούν και αντιπροσωπεύουν ένα στρώμα που κινείται ανάμεσα στο κράτος, τα λόμπι και τα λεγόμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Η αιχμαλωσία αυτή της πολιτικής βάζει σε κρίση τη Δημοκρατία και το Σύνταγμα (…) αντί για τους συνταγματικούς κανόνες καθορίζει την πολιτική ζωή και την οικονομία ένα αδιαφανές, σιωπηλό και κρυφό σύνταγμα».
Εκείνο που χρειάζεται, κατά τη ΔΗ.ΠΕ.Ν., είναι η «έναρξη μιας διαδικασίας που θα αποκαταστήσει, με την επανακατοίκηση της ελληνικής περιφέρειας , την αρμονία του ελληνικού κοινωνικο-οικονομικού, χωροταξικού, πολεοδομικού, φυσικού σώματος». Η ΔΗ.ΠΕ.Ν. υποστηρίζει ότι πρέπει να στηριχτεί η τάση «που παρατηρείται ειδικά στους νέους ανθρώπους για μια νέα, γόνιμη, απελευθερωμένη και δημιουργική σχέση με την εργασία που τροφοδοτεί μια έννοια ζωής, ανθρώπινης ύπαρξης και ολοκλήρωσης. Σε σύγκρουση με τη μέχρι σήμερα παθητική στάση του βολέματος».
Στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση η ΔΗ.ΠΕ.Ν. αντιπαραθέτει την «παγκοσμιοποίηση από τα κάτω», τη δημιουργία «των θεσμών μιας παγκόσμιας κοινωνικής και οικονομικής διακυβέρνησης για μια Κοσμοπολιτική Οικουμενική Δημοκρατία» που θα δημιουργήσει ένα «νέο νομισματικό και χρηματιστικό καθεστώς που θα στηρίζεται στην αρχή της πρωτοκαθεδρίας της πολιτικής επί των χρηματιστηριακών αγορών, τη θεσμοθέτηση κανόνων, όρων και ρυθμίσεων». Στα πλαίσια αυτά, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. θεωρεί ότι με τις προτάσεις της για την θεσμική και γεωγραφική «περιφερειακότητα» και την «πολυκεντρικότητα» αναδεικνύεται και τροφοδοτείται η αναπτυξιακή διάσταση. Έτσι, θα αναγεννηθούν «τα τοπικά και περιφερειακά παραγωγικά συστήματα που αποδιαρθρώθηκαν και εξαφανίστηκαν τις δεκαετίες του συγκεντρωτισμού», η εθνική οικονομία «θα αποτελεί σύνθεση των περιφερειακών παραγωγικών συστημάτων που σήμερα είναι αδύναμα και συρρικνωμένα» και τα οποία «θα εξελιχθούν σε σύγχρονα συστήματα και προϊόντα δια μέσου της σύνδεσής τους με την κωδικοποιημένη γνώση των συστημάτων εκπαίδευσης, των πανεπιστημίων, των Πόλων Τεχνολογίας, των Περιφερειακών Κέντρων Έρευνας». Κατά τη ΔΗ.ΠΕ.Ν., «το πλούσιο θεσμικά, ανθρώπινο, επιστημονικό και τεχνολογικό περιβάλλον της κάθε περιφέρειας θα αποτελεί ένα βασικό θεμέλιο της ανάπτυξής της» και «θα δημιουργεί προϋποθέσεις έλξης και διαρκούς παραμονής μονάδων και επιχειρήσεων σε αυτήν». Για κάθε περιφέρεια, η «ιστορική πολιτισμική συνείδησή» της αποτελεί «το μεγαλύτερο εφόδιο, το μεγαλύτερο κεφάλαιο για την παραγωγική, δημογραφική και πολιτική ολοκλήρωση».
Τοποθετώντας σε ένα τέτοιο προγραμματικό πλαίσιο το θεμελιώδες πεδίο της κοινωνικής εξέλιξης, δηλαδή την οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής και της σχέσης τους με τη γνώση, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. τονίζει ότι «η γνώση, το πνεύμα αποτελεί την κυρίαρχη σήμερα μορφή κεφαλαίου». Απορρίπτοντας το Φορντισμό και τον Ταιηλορισμό ως ξεπερασμένα συστήματα εργασίας, η ΔΗ.ΠΕ.Ν. θεωρεί ότι με τη συμβολή των νέων τεχνολογιών δημιουργούνται «συνθήκες αναζήτησης, επανακατάκτησης από τον άνθρωπο των γνώσεων και του ελέγχου των διαδικασιών παραγωγής των προϊόντων». Προτείνει τη ρύθμιση των μετασχηματισμών αυτών μέσω κοινωνικών «αντιπροσωπευτικών, αυτοκυβερνητικών και αυτοδιαχειριστικών θεσμών» ώστε να αρχίσει περίοδος «απελευθέρωσης της εργασίας και του ανθρώπου». Αυτές «οι διαδικασίες αποκέντρωσης της παραγωγής αποτελούν τη βάση για την επανεμφάνιση των νέων δημιουργών, μαστόρων με νέες σύγχρονες μορφές». Η οργάνωση αυτού του τύπου παραγωγής «θα στοχεύει στην παραγωγή προσωποποιημένων προϊόντων ποιότητας» που για την Ελλάδα αποκτούν ζωτική σημασία στο βαθμό που γίνεται δυνατή «η ανάκτηση της ιστορικής εθνικής παραγωγικής μνήμης, που χαρακτηριζόταν από την ποιότητα» ώστε να «συμβάλλει στην ανάκτηση της ανθρωπολογίας» η οποία «υπέστη μεγάλες αλλοιώσεις τις τελευταίες δεκαετίες».
Η σχέση των πολιτών με την εργασία και τη γνώση «θα στηρίζεται στην εκπαίδευση όλων των πολιτών, στη συνάντηση – ταύτιση των στιγμών γνώσης και εργασίας, στην εναλλαγή των περιόδων εργασίας και εκπαίδευσης, στη συνεχή δια βίου εκπαίδευση».
Μέσα στο πλαίσιο αυτό «η κινητικότητα, η ελαστικότητα στην εργασία που προκαλείται δια μέσου των αλλαγών στην τεχνολογία θα κυβερνάται σε μία προοπτική εγγυημένης επιμόρφωσης, επανεκπαίδευσης, ολοκλήρωσης των εργαζομένων, των δημιουργών και όχι στην περιθωριοποίηση και αποκλεισμό τους». Οι εργαζόμενοι θα «εμβαθύνουν στη γνώση και την εργασία», θα έχουν «διαρκή, πλήρη απασχόληση στους τομείς παραγωγής και αναπαραγωγής του ελεύθερου χρόνου και όχι ανεργία, πλήξη και καταναλωτική αλλοτρίωση».
ΕΞΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
1. ΜΕΤΩΠΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Η σημαντικότερη δύναμη του Μετώπου Ριζοσπαστικής Αριστεράς , το Νέο Αριστερό Ρεύμα ,συγκροτήθηκε το 1990, αρχικά ως οργάνωση των διαφωνούντων της ΚΝΕ και του ΚΚΕ μετά τη συμμετοχή του κόμματος στην κυβέρνηση Τζαννετάκη και την οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα και κατόπιν συσπείρωσε στις γραμμές του αρκετούς ανένταχτους αριστερούς. Το ΝΑΡ αναφέρει στην «Εκλογική Διακήρυξη» ότι βουλευτικές εκλογές στις 9 Απριλίου είναι μια κρίσιμη πολιτική μάχη που φέρνει επί τάπητος την ανάγκη για ‘εφ’ όλης της ύλης’ απαντήσεις στα προβλήματα του καιρού μας» και ότι «κάτω από τη σημαία της OΝΕ, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις ετοιμάζουν νέες σταυροφορίες εναντίον των ιστορικών κατακτήσεων και των σημερινών αναγκών των εργαζομένων και της νεολαίας σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής» και ότι πρόκειται για μια μάχη με μακροπρόθεσμο, στρατηγικό ορίζοντα, για τη διαμόρφωση ενός ισχυρού πολιτικού πόλου της ανεξάρτητης, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ενός νέου κομμουνιστικού, εργατικού κινήματος, ικανού να κερδίσει πολλά διεκδικώντας τα πάντα». Ανεξάρτητα από το αν θα νικήσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ή η ΝΔ, τονίζει πώς είναι αναπόφευκτο ότι θα επέλθουν τα ακόλουθα: «η εκθεμελίωση του συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η λεγόμενη ‘απελευθέρωση της αγοράς εργασίας’ που μεταφράζεται σε απολύσεις χωρίς φραγμούς, ελαστικά ωράρια χωρίς όρια, γενίκευση της προσωρινής και της εποχιακής απασχόλησης με μισθούς πείνας, η ιδιωτικοποίηση του OΤΕ, της ΔΕΗ και των Τραπεζών, η βίαιη αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, που θα στείλει στις πόλεις στρατιές ξεκληρισμένων αγροτών, και η διαρκής κατάψυξη των μισθών, αποτελούν βασικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης στις Βρυξέλλες, τον ‘ακάνθινο στέφανο’ της OΝΕ που θα κληθούν να φορέσουν τα λαϊκά στρώματα». Τονίζεται επίσης ότι «ποτέ στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, η εργατική τάξη δεν παρήγαγε τόσο πλούτο, ικανό να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή, ελεύθερη από τα δεσμά της ανέχειας, της ανασφάλειας και της καταπίεσης, στο σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού». Αλλά και «ποτέ η ανισότητα στη ζωή και στο θάνατο δεν ήταν τόσο κραυγαλέα, τόσο βάρβαρη, τόσο προκλητική για κάθε έννοια πολιτισμού, όσο είναι σήμερα».
Ως λύση προτείνεται η δημιουργία «ενός νέου εργατικού κινήματος». Αυτό το κίνημα έχει, κατά τους συντάκτες της διακήρυξης, ήδη αρχίσει να συγκροτείται: «Μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο, η κερδισμένη ‘μάχη του Σιάτλ’ έφερε στο προσκήνιο την αναγκαιότητα ενός νέου αντικαπιταλιστικού συνασπισμού των εργατών, της επιστημονικοτεχνικής διανόησης και της νεολαίας του αναπτυγμένου Βορρά, των προλετάριων του Τρίτου Κόσμου και του διεθνούς οικολογικού κινήματος. Oλοένα και πιο καθαρά, ολοένα και πιο μόνιμα, η ‘παγκοσμιοποίηση’ της εκμετάλλευσης σέρνει μαζί της, σαν δυσοίωνη σκιά από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, τη διεθνοποίηση της ταξικής πάλης. Ακόμα και στις παγωμένες κορφές των ελβετικών Άλπεων, στο Νταβός». Στη διακήρυξη τονίζεται επίσης ότι τόσο το ΝΑΡ όσο και το ΜΕ.Ρ.Α. θα επιχειρήσουν να συμβάλλουν «στην επαναθεμελίωση της κομμουνιστικής προοπτικής με την πεποίθηση ότι η χειραφέτηση των εργαζομένων είτε θα είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων είτε δεν θα υπάρξει καθόλου».
Το σύνθημα του κομματικού αυτού φορέα είναι: «Για μια νέα ζωή, σε μια Εργατική Δημοκρατία». Το γεγονός ότι οραματίζεται το κόμμα αυτό μια μελλοντική κοινωνία τέτοιου τύπου δεν σημαίνει, όπως τονίζει, δραπέτευση «από το σκληρό παρόν και τα αγωνιώδη προβλήματα επιβίωσης του λαού και της νεολαίας» και δεν υποτιμάται «η σημασία, έστω μικρών αλλά χειροπιαστών, κατακτήσεων της εργατικής πάλης προς όφελος της ενότητας, της αυτοπεποίθησης, της αυτοπεποίθησης και της μαχητικής ικανότητας του λαϊκού κινήματος». Η εργατική πάλη, για την οποία κάνει λόγο η διακήρυξη, πρέπει να ενταχτεί σήμερα «[σ]την πολιτική του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού Μετώπου» που δεν θα είναι «σημαία ευκαιρίας για τις εκλογικές ανάγκες της στιγμής» αλλά θα είναι «στην κατεύθυνση της απόκρουσης, ρήξης και ανατροπής της καπιταλιστικής επίθεσης και των όποιων κυβερνητικών διαχειριστών της, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πολέμου και της NATOϊκής Νέας Τάξης» και θα μπορεί «να επιβάλλει κατακτήσεις και να συγκεντρώνει τις πιο ζωντανές, κριτικές και μαχόμενες δυνάμεις του λαού και της νεολαίας για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την εργατική δημοκρατία».
Τα αιτήματα που προωθούνται για διεκδίκηση έχουν ως εξής: «Διεκδικούμε την επιστροφή των «λαφύρων» από την τελευταία δεκαπενταετία της διαρκούς ληστείας των εργαζομένων. Πενθήμερη εργασία τριάντα ωρών, με σταθερό ωράριο (έξι ώρες την ημέρα), χωρίς ελαστική εργασία και ατομικές συμβάσεις, με αυξήσεις αποδοχών πάνω από την αύξηση της παραγωγικότητας, ώστε να ζούμε αξιοπρεπώς με ένα μισθό. Επίδομα ανεργίας ίσο με το βασικό μισθό και εργατικό βέτο στις απολύσεις (…)Απαιτούμε την πλήρη κοινωνική και ιατροφαρμακευτική ασφάλιση όλων των εργαζομένων και των ανέργων, Ελλήνων και ξένων, και την κατάργηση της συνεισφοράς των εργαζομένων στην ασφάλισή τους. Μείωση των ορίων συνταξιοδότησης. Απαλλαγή των χαμηλόμισθων μισθοσυντήρητων από τη φορολογία και δραστική αύξηση των φόρων εισοδήματος, ακίνητης περιουσίας και κατανάλωσης για τα προνομιούχα στρώματα, φορολόγηση κάθε χρηματιστηριακής συναλλαγής, κατάργηση της έμμεσης φορολογίας στα είδη πρώτης ανάγκης. Δήμευση της περιουσίας των καπιταλιστών που φοροδιαφεύγουν (…) Τασσόμαστε υπέρ της πλήρους κοινωνικοποίησης της ενέργειας, του ορυκτού πλούτου, των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών, των τραπεζών, της Χημικής Βιομηχανίας, των πετρελαιοειδών, της Παιδείας, της Υγείας, της Ναυτιλίας και άλλων κλάδων στρατηγικής σημασίας για τη ζωή των εργαζομένων και τη λειτουργία τους υπό καθεστώς εργατικής διεύθυνσης και κοινωνικού ελέγχου. Ζητάμε την καθιέρωση ουσιαστικού εργατικού ελέγχου στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας».
2. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ (μαρξιστικό-λενινιστικό)
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (μαρξιστικό-λενινιστικό) δημιουργήθηκε το 1976 ως αποτέλεσμα της διάσπασης της μαοϊκής Οργάνωσης Μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας (ΟΜΛΕ). Παρά τις αλλεπάλληλες διασπάσεις που έχει υποστεί διατηρεί μια μικρή οργάνωση έτοιμη για δράση τόσο σε προεκλογικές περιόδους όσο και στη διάρκεια αγωνιστικών κινητοποιήσεων. Η ιδεολογική του αναφορά είναι ο «μαρξισμός-λενινισμός», όπως κωδικοποιήθηκε σε γενικές γραμμές στην εποχή του σταλινισμού. Στηριγμένο στις αναλύσεις περί «κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού» το ΚΚΕ (μ-λ) θεωρεί ότι «ζούμε στην εποχή της επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στον κόσμο της δουλειάς, της επέλασης της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας ενάντια στους λαούς σε παγκόσμια κλίμακα, της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών με αντικείμενο μια νέα διανομή του κόσμου, της έξαρσης της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία» . Στο πλαίσιο αυτό «στόχος της επίθεσης είναι η ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων μαζών μέσα από την πλήρη συμμόρφωσή τους στους όρους του κεφαλαίου», η «καθυπόταξή τους μέσα από τη διάλυση κάθε δυνατότητας οργανωμένης αντίστασης, η αφαίρεση και ο ευνουχισμός κάθε δικαιώματος και στα όρια της μετατροπής των εργαζομένων μαζών σε σύγχρονους δουλοπάροικους του νέου καπιταλιστικού μεσαίωνα».
Η ελληνική μεγαλοαστική τάξη που, κατά το ΚΚΕ (μ-λ) είναι εκμεταλλεύτρια τάξη και ταυτόχρονα έχει μεταπρατικό εμπορομεσιτικό χαρακτήρα επιδιώκει με την ένταξη στην ΟΝΕ και την προσαρμογή στις επιταγές των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ να διασφαλίσει «την κυριαρχία της πάνω στην εργατική τάξη, το λαό και τη χώρα». Το πολιτικό προσωπικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της Ν.Δ. και άλλων συγγενών κομμάτων που παίζουν το ρόλο «οργάνων του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου αναλαμβάνει δράση «αναπτύσσοντας και κλιμακώνοντας την επίθεση ενάντια στις εργαζόμενες μάζες και για λογαριασμό του κεφαλαίου», με τις «πολιτικές λιτότητας και τη συνεχή μείωση των αμοιβών και συνολικά του εισοδήματος των εργαζομένων, με τις απολύσεις, τη θεσμοποίηση της ανεργίας, το χτύπημα του δικαιώματος στη δουλειά, με την προώθηση ‘νέων σχέσεων’ εργασίας, τα ελαστικά ωράρια και τους ‘απασχολήσιμους’ που θεσμοθετούν τη μετατροπή των εργαζομένων σε αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιούνται ή να ‘αποσύρονται’ κατά τη βούληση και τα συμφέροντα της εργοδοσίας, με το χτύπημα των δικαιωμάτων περίθαλψης και ασφάλισης και την παράδοση των αντίστοιχων πεδίων στην αδηφάγα κερδοσκοπική διάθεση του κεφαλαίου».
Απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου και των πολιτικών του το ΚΚΕ (μ-λ) δεν αντιτάσσει πρόγραμμα άμεσων διεκδικήσεων των εργαζομένων και της εργατικής τάξης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αντιθέτως, προτάσσει ένα «διεθνές μέτωπο πάλης των λαών» το οποίο «θα στηρίζεται στην τεράστια πλειοψηφία των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων της γης», θα «χαρακτηρίζεται από την ιδεολογία της απόλυτης άρνησης ενός συστήματος που στηρίζεται και εκφράζει την εκφράζει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, την καταπίεση και τον πόλεμο» και θα «καθοδηγείται από την κατεύθυνση της ασυμβίβαστης πάλης και της ανατροπής της κυριαρχίας του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού συστήματος». Οι διεκδικήσεις των εργαζομένων για τη βελτίωση της θέσης τους εντάσσονται στα πλαίσια μιας τέτοιας προοπτικής.
3. ΕΝΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ! Μ-Λ ΚΚΕ
Ο ενωτικός αυτός συνδυασμός περιλαμβάνει δύο οργανώσεις της «μαοϊκής» αριστεράς που προέκυψαν και αυτές μετά από τη διάσπαση της ΟΜΛΕ. Συγκεκριμένα, άμεσα από την ΟΜΛΕ, εκτός του ΚΚΕ (μ-λ), προέκυψε το Μαρξιστικό-Λενινιστικό ΚΚΕ . Μετά τις εκλογές του 1981 και την αποτυχία της «Κίνησης για μια Επαναστατική Αριστερά» να πραγματοποιήσει μια αξιοπρεπή καταγραφή ενός «αριστερού πόλου» πέρα από το ΚΚΕ και το ΚΚΕ (εσωτ.) πραγματοποιήθηκε συνέδριο του ΚΚΕ (μ-λ) που δεν είχε θετική κατάληξη. Από το συνέδριο αυτό προέκυψαν τρεις, ισοδύναμες αρχικά, οργανώσεις: ΚΚΕ (μ-λ) με την εφημερίδα Αριστερή Πολιτική και δυνάμεις κυρίως στην Αθήνα, ΚΚΕ (μ-λ) με την εφημερίδα Προλεταριακή Σημαία και δυνάμεις κυρίως στη Θεσσαλονίκη και, τέλος, η εκδοτική ομάδα «Α/Συνέχεια». Το ΚΚΕ (μ-λ) – Αριστερή Πολιτική δεν υπάρχει πλέον και η «Α/Συνέχεια» εξελίχθηκε σε πολιτική οργάνωση και εκδίδει τη μηνιαία εφημερίδα Αριστερά! και την τριμηνιαία επιθεώρηση Α/Συνέχεια. Οι δύο οργανώσεις Μ-Λ ΚΚΕ και «Α/Συνέχεια» έχοντας δράσει από κοινού στο αντιπολεμικό κίνημα το 1999 και στις εργατικές κινητοποιήσεις της ίδιας χρονιάς αποφάσισαν την κάθοδό τους στις βουλευτικές εκλογές 2000.
Στην εκλογική διακήρυξη του συνδυασμού αναφέρεται ότι «φιλοδοξεί να θέσει τις βάσεις ενός νέου κύκλου διεργασιών και αγώνων που θα ανασυγκροτούν την κομμουνιστική Αριστερά, σε αντιπαράθεση με τη συμβιβαστική πολιτική των ρεφορμιστικών κομμάτων που τόση ζημιά προξένησαν στο αριστερό κίνημα» καθώς και «να διαμoρφώσει τoυς όρoυς πoυ θα επιτρέψoυν στo κίνημα να μάχεται και να συγκρoύεται με την πoλιτική της αστικής τάξης και τoυ ιμπεριαλισμoύ, να έχει την ικανότητα να κινητoπoιεί και να εμπνέει όλo και περισσότερoυς αγωνιστές στη χώρα μας, να κατoρθώνει να δίνει διέξoδo στη δυσαρέσκεια και βήμα - βήμα να ξαναχτίζει την εμπιστoσύνη των λαϊκών μαζών στo δρόμo τoυ αγώνα». Ο συνδυασμός απευθύνει έκκληση στους οποαδούς της «πραγματικής αριστεράς» για εκλογική συστράτευση αλλά και «τους λαούς, τα κινήματα, τους σκεπτόμενους ανθρώπους» σε καθημερινή κινητοποίηση ενάντια στο δρόμο «της παγκοσμιοποίησης, του ‘αποφασίζομεν και διατάσσομεν’ των 200 πολυεθνικών, των 3-4 βασικών ιμπεριαλιστικών χωρών, των διεθνών οικονομικών, πολιτικών και πληροφοριακών χωροφυλάκων». Τονίζεται ότι «η ΟΝΕ και τo ΕΥΡΩ σε συνδυασμό με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, τις συγχωνεύσεις και τις εξαγoρές των επιχειρήσεων, την ‘απελευθέρωση των αγoρών’ και τις ιδιωτικoπoιήσεις, oδήγησαν στην κατεδάφιση τoυ κράτoυς πρόνoιας (δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία και κoινωνική ασφάλιση), στην εκτίναξη της ανεργίας, στoν πoλλαπλασιασμό της φτώχειας, στην αύξηση τoυ χρόνoυ εργασίας (όταν υπάρχει) για μια στoιχειώδη επιβίωση. Η κoινωνία των 2/3 είναι ήδη πραγματικότητα, μόνo πoυ τα 2/3 και όχι τo 1/3 βρίσκεται στην κατάσταση πoυ αναφέραμε και πoυ πρέπει ακόμη κι άλλo να χειρoτερεύσει για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και των κερδών των πoλυεθνικών. Αυτή είναι η αλήθεια για τoν δήθεν παράδεισo πoυ μας τάζoυν. Στη χώρα μας oι συνέπειες είναι ακόμη βαρύτερες μια και η επίτευξη τoυ ‘εθνικoύ στόχoυ’ της, έχει σαν απoτέλεσμα εκτός από τη φτώχεια, την ανεργία και τη διάλυση κάθε ίχνoυς κράτoυς πρόνoιας, την απoβιoμηχάνιση και τη διάλυση τoυ παραγωγικoύ ιστoύ της χώρας, την ερήμωση της υπαίθρoυ, την εξόντωση των μικρών επαγγελματιών. Η ένταξη στην ΟΝΕ είναι ένας ακόμη σταθμός στην ατελείωτη πoρεία πρoς την oικoνoμική και κoινωνική περιθωριoπoίηση χιλιάδων ανθρώπων της δoυλειάς, για να εξασφαλίζoνται τα υπερκέρδη μιας μικρής μειoψηφίας και των μονοπωλίων πoυ βρίσκoνται πίσω τους». Τέλος, προτείνεται ένα πρόγραμμα πάλης που περιλαμβάνει τους εξής στόχους για τους εργαζόμενους: «Να αντισταθoύμε στην αντιδραστική πoλιτική πoυ απoρρίπτει και περιθωριoπoιεί oλόκληρα κoμμάτια των εργαζoμένων από την παραγωγή και τη ζωή. Κάτω η αντεργατική πoλιτική. Ενιαίoς, μαζικός, απoφασιστικός αγώνας: Ενάντια στην κατάπνιξη και τo ξεθεμελίωμα των εργατικών δικαιωμάτων, την ανατρoπή των εργασιακών σχέσεων, την κατεδάφιση της κoινωνικής ασφάλισης, της υγείας, της πρόνoιας, ενάντια στις ιδιωτικoπoιήσεις. Όχι στo συνδικαλισμό της υπoταγής - Συνδικάτα ταξικά. Όχι στις νέες ευλύγιστες - εκμεταλλευτικές εργασιακές σχέσεις. Όχι στις συμφωνίες εργασιακής ειρήνης, συμφωνίες υπoταγής των εργαζoμένων. Όχι στα τoπικά σύμφωνα απασχόλησης. Ενάντια στις απoλύσεις, την κρατική και εργoδoτική τρoμoκρατία. Ενάντια στην ανεργία και την εξαθλίωση, δoυλειά για όλoυς. Να καταργηθoύν όλoι oι αντεργατικoί νόμoι και διατάξεις. Πραγματικές αυξήσεις σε μισθoύς, συντάξεις και στα επιδόματα των ανέργων. Πλήρης δωρεάν δημόσια ιατρoφαρμακευτική περίθαλψη για όλo τo λαό. Να υπερασπίσoυμε τα δικαιώματα των μεταναστών κόντρα στo ρατσισμό και την ξενoφoβία. Ίσα δικαιώματα για όλoυς τoυς ξένoυς εργάτες - Νoμιμoπoίηση όλων των μεταναστών. Όχι στην αστυνόμευση και την κoρoϊδία μέσω της άσπρης και πράσινης κάρτας. Άδεια παραμoνής και άδεια εργασίας σε όλoυς τoυς ξένoυς μετανάστες. Δωρεάν ιατρoφαρμακευτική περίθαλψη για τoυς μετανάστες και αλλoδαπoύς. Μόνo ένα ενιαίo μέτωπo εργαζoμένων, αγρoτών, ανέργων, μεταναστών μπoρεί να εναντιωθεί απoφασιστικά και απoτελεσματικά στo εφιαλτικό μέλλoν πoυ πρoετoιμάζoυν για τo λαό κυβέρνηση -κεφάλαιo - ΕΕ.»
ΑΚΡΑ ΔΕΞΙΑ
1. ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ
Το ψηφοδέλτιο αυτό αποτελεί συμμαχία ακροδεξιών οργανώσεων και παραγόντων που «έρχεται να σηματοδοτήσει την εξέλιξη του πατριωτικού χώρου και να του δώσει αυτό που τόσα χρόνια του έλλειπε, την Οργάνωση» με στόχο «την αντιμετώπιση της κρίσης που πλήττει τη χώρα σε όλους τους τομείς». Η κύρια απειλή που αντιμετωπίζει η χώρα, κατά το συνδυασμό, είναι η υπογεννητικότητα σε συνδυασμό με την αύξηση της παρουσίας λαθρομεταναστών που «προξενεί μη αναστρέψιμα προβλήματα». Λύση που προτείνει ο συνδυασμός είναι η «απέλαση των λαθρομεταναστών» γιατί προκαλείται «περαιτέρω έξαρση της εγκληματικότητας, της ανεργίας, της ανασφαλείας (…) αλλοίωση της δημογραφικής συστάσεως του Ελληνισμού (…) αποσάρθρωση της ελληνικής ταυτότητας και του Ελληνικού Πολιτισμού» . Εκτός από την πρόταση για απέλαση των λαθρομεταναστών και τη χάραξη «ορθολογικής μεταναστευτικής πολιτικής» για την αντιμετώπιση της ανεργίας μεταξύ των Ελλήνων ο συνδυασμός αγωνίζεται «για την δημιουργία μιας επιθετικής οικονομίας προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις του γεωπολιτικού μας χώρου, που θα επιτρέψει στους Έλληνες να ξαναζήσουν ως μέλη ενός έθνους κυριάρχων και ηγετών», για «την απελευθέρωση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας από τον ασφυκτικό έλεγχό της από το Κράτος, για «την κατάργηση των συνθηκών του Σένγκεν και του Μάαστριχτ» και για την κατάργηση των οικονομικών προνομίων των δημοσίων υπαλλήλων».
2. ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ
Η «Εθνική Συμμαχία» είναι το κόμμα των «καθαρόαιμων» χουντικών υπό την ηγεσία του Γρ. Μιχαλόπουλου, ιδιοκτήτη της εφημερίδας Ελεύθερη Ώρα και του τηλεοπτικού σταθμού Τηλετώρα. Υποψήφιοι στο ψηφοδέλτιο αυτό είναι και νεοναζιστές της οργάνωσης «Χρυσή Αυγή». Το κεντρικό σύνθημα του συνδυασμού είναι: «Όχι στην αλλοίωση του εθνικού πληθυσμιακού στοιχείου» . Με βάση αυτή τη θέση συγκροτείται, όπως και στην περίπτωση της «Πρώτης Γραμμής», το στοιχειώδες πρόγραμμα του συνδυασμού και το οποίο περιγράφεται καθαρά από τη «Χρυσή Αυγή» . Σχετικά με το ζήτημα της εργασίας αναφέρονται τα εξής: «Άμεση εφαρμογή των νόμων για απέλαση όλων των λαθρομεταναστών που οδηγούν τους Έλληνες στην ανεργία, αυξάνουν την εγκληματικότητα και οδηγούν τα ασφαλιστικά ταμεία στη χρεοκοπία (…) δίωξη των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα ξένους εργαζόμενους.» Σύμφωνα με τη «Χρυσή Αυγή», τα «φτηνά εργατικά χέρια των εγχρώμων, και η παραοικονομία, εξυπηρετούν μόνο τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών. Έξω τώρα όλοι οι ξένοι. Ανάπτυξη των παραδοσιακών τομέων της Ελληνικής Οικονομίας (γεωργία, αλιεία, κτηνοτροφία και σχετικές βιομηχανίες, τουρισμός, πολιτισμός). Προστασία των ανέργων, ταχύρρυθμη επανένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία. Επιδόματα και δουλειά με κοινωνική ευαισθησία. Η εργασία είναι δικαίωμα και υποχρέωση όλων των Ελλήνων».
Κριτήρια αξιολόγησης
Η αξιολόγηση των προγραμμάτων των κομμάτων σχετικά με το θέμα της εργασίας πρέπει να γίνει με βάση ορισμένα κριτήρια που να σχετίζονται με τη γενικότερη ιδεολογική τοποθέτησή τους και την προσπάθεια σύλληψης της κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας στη σημερινή συγκυρία ώστε να σταθεί δυνατή η καταγραφή και κατάταξή τους. Η σύγχρονη κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στην ομάδα των οποίων ανήκει πλέον και η Ελλάδα, οδηγεί στην αναδιάρθρωση των κοινωνικών τάξεων και του πολιτικού και κομματικού συστήματος. Ποια είναι, όμως, σε γενικές γραμμές, αυτή η πραγματικότητα και με ποιους τρόπους εκφράζονται οι κοινωνικές μεταβολές στο κομματικό σύστημα;
Το κεντρικό σύνθημα του νέου ΠΑ.ΣΟ.Κ επί προεδρίας Κ. Σημίτη είναι ο «εκσυγχρονισμός». Το διακύβευμα της στρατηγικής αυτής επιλογής αφορά ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων που αναφέρονται στο στόχο της αλλαγής του τρόπου λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Οι πολιτικοί στόχοι του εκσυγχρονισμού είναι η ενίσχυση της πολιτικής θέσης των διοικήσεων σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του Δημοσίου και η εξαίρεση του κράτους από το πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού. Οι μεταρρυθμίσεις που εξυπηρετούν την επίτευξη των δύο αυτών στόχων είναι οι εξής: όσον αφορά τον πρώτο στόχο, αλλαγή νομικού καθεστώτος, ανατροπή εργασιακών σχέσεων, περιορισμένες ιδιωτικοποιήσεις και όσον αφορά το δεύτερο, θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων, αυτόνομο σώμα προσλήψεων, κατάργηση αναχρονιστικών διαδικασιών πρόσληψης, μη πολιτικά διοριζόμενες διοικήσεις σε Δ.Ε. και οργανισμούς, επανίδρυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατάργηση προνομίων.
Το «νέο ΠΑ.ΣΟ.Κ.» ορίζει ως «εκσυγχρονισμό» της αντίληψης για την εργασία την «ευελιξία» και την «προσαρμοστικότητα» σε αντίθεση, όπως τονίστηκε παραπάνω, με την νοοτροπία του κλειστού κύκλου «εκπαίδευση – εργασία – συνταξιοδότηση», που χαρακτήρισε την εποχή του κεϋνσιανισμού ή, στην ελληνική περίπτωση, του «λαϊκισμού».
Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει στο πρόγραμμά του σχετικά με την εργασία εμφορούνται από την αντίληψη ότι η «ευελιξία γνώσης» είναι ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο (asset) για τη σημερινή επιχείρηση και προσωπικό πλεονέκτημα (asset) για το εργατικό δυναμικό στην αγορά εργασίας. Οι νέες τεχνολογίες και η εφαρμογή τους σε επιχειρήσεις και οργανισμούς δημιουργούν νέες απαιτήσεις και δεξιότητες για τους εργαζόμενους. Η άποψη αυτή κυριαρχεί στους κύκλους της κεντροαριστεράς αλλά και στη νέο-φιλελεύθερη πανεπιστημιακή διανόηση, με την τελευταία να επικρατεί στις Η.Π.Α και τη Βρετανία. Κατά τη δεκαετία του ’80 στο διεθνή διάλογο για την εργασία κατατέθηκαν αρκετές απόψεις που αντιμετώπιζαν υπ’ αυτό το πρίσμα το θέμα. Ο Peter Glotz θεωρείται, κατά κάποιο τρόπο, ο εισηγητής πολλών από τις θέσεις που σήμερα κυριαρχούν στα προγράμματα των κομμάτων της κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Η θέση για την «κοινωνία των 2/3» πρωτοδιατυπώθηκε από τον Peter Glotz , η δε βασική του μέριμνα είναι η ταυτόχρονη προώθηση του «εκσυγχρονισμού» και της «κοινωνικής ευαισθησίας», μια «κοινωνική ευαισθησία» που δεν διαθέτουν, σύμφωνα με την άποψή του, οι διευθυντικές ομάδες. Η κατάρρευση των παλιών δομών, που για τη στήριξή τους απαιτούσαν την ύπαρξη κοινωνικών συλλογικοτήτων, δημιούργησε το έδαφος για την οικοδόμηση ενός νέου μοντέλου εργασίας το οποίο είναι παράγωγο της «τρίτης βιομηχανικής επανάστασης» και στηρίζεται στην «υποκειμενικοποίηση» η οποία σημαίνει «νέα κινητικότητα ή απομόνωση, πολλαπλασιασμό των ευκαιριών ή εξοστρακισμό από κάθε κοινότητα». «Υποκειμενικοποίηση», κατά τον Glotz, είναι «η ευκαιρία απελευθέρωσης από πολλούς εξαναγκασμούς της εργασίας, της οικογένειας, της καθημερινής κουλτούρας, αλλά ενέχει τον κίνδυνο της πλήρους απομόνωσης, της μοναχικότητας και της καταστροφής της αλληλεγγύης». Η ελληνική λέξη για την ίδια έννοια θα μπορούσε να είναι «εξατομίκευση». Στο σημείο αυτό συναντάμε το πνεύμα των προτάσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για την εργασία και την ανεργία, όταν μιλάει για πέρασμα από τη λογική των επιδοτήσεων στην προληπτική δράση, στην έγκαιρη διάγνωση των αναγκών και εξελίξεων στην αγορά εργασίας και στη λήψη ενεργών μέτρων για την προώθηση της απασχόλησης με βάση την εξατομικευμένη προσέγγιση και την ισότητα στην πρόσβαση. Θα μπορούσαμε επίσης να τονίσουμε ότι το πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. διέπεται από μια νέα αρχή ή μάλλον από μια νέα μορφή ερμηνείας της αρχής της ισότητας: από την γενική ισότητα στην ισότητα των ευκαιριών.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Glotz επηρεασμένος ακόμα από τον απόηχο του Γαλλικού Μάη του ’68 αλλά και από τα διάφορα πειράματα εργατικής συμμετοχής σε ορισμένους τομείς των επιχειρήσεων προβαίνει στη διατύπωση προτάσεων οικονομικής δημοκρατίας και ιδιαίτερα συνδιαχείρισης των επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους και το κεφάλαιο. Η πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που σε ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα και του πιστωτικού συστήματος έχουν ήδη γίνει πράξη, είναι αυτή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής των εργαζομένων υπό τη μορφή της αγοράς μετοχών σε μειωμένες τιμές και του «κοινωνικού διαλόγου».
Η Ν.Δ., έχοντας μείνει εκτός κυβερνητικής εξουσίας για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το 1981 χωρίς να χάσει την πολυσυλλεκτικότητά της, δυσκολεύεται να προσδιορίσει ένα κομματικό πρόγραμμα για την εργασία και την ανεργία που, από τη μια μεριά, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της φιλελεύθερης οικονομικής ιδεολογίας της και από την άλλη να διαφοροποιείται σε κύρια σημεία από το αντίστοιχο κομματικό πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Οι αντιφάσεις αυτές είναι εμφανείς στο πρόγραμμά της. Ενώ από τη μια αναγνωρίζει την ανάγκη να αναφερθεί στο πνεύμα και τους κανόνες που διέπουν τη «μεταβιομηχανική κοινωνία» και θεωρεί ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι αρχές του φιλελευθερισμού από την άλλη εγκαλεί την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με το επιχείρημα ότι άφησε την ανεργία «να πάρει τρομακτικές διαστάσεις». Από μια άποψη πρόκειται για αντίφαση στο βαθμό που η ΝΔ, ως φιλελεύθερο κόμμα, ζητά την παρέμβαση του κράτους σε ένα πρόβλημα για το οποίο, σύμφωνα με τον οικονομικό φιλελευθερισμό θα βρει λύση η ίδια η αγορά.
Οι θέσεις του ΚΚΕ και των μικρών κομμάτων του μ-λ χώρου έχουν κοινές αφετηρίες. Στηριζόμενη η παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση στην θεωρία του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού προσπαθεί να εντοπίσει τα χαρακτηριστικά της νέας συγκυρίας στην «πάλη των τάξεων». Κατά τους θεωρητικούς του Κ.Κ.Ε. ζούμε σε μια εποχή που τη χαρακτηρίζει η όξυνση της βασικής αντίθεσης αλλά και του συνόλου των αντιθέσεων του ιμπεριαλιστικού συστήματος. Η αξιοποίηση της πληροφορικής και των νέων τεχνολογιών οδηγεί σε αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης του προλεταριάτου από την αστική τάξη και ταυτόχρονα σε αύξηση του εφεδρικού στρατού των εργαζομένων, δηλαδή των ανέργων. Αντίθετα με όσα πρεσβεύουν οι μη μαρξιστές θεωρητικοί, «οι σχέσεις μισθωτής εργασίας επεκτείνονται και επιβάλλονται σε ευρύτερα τμήματα της οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με το παρελθόν» ενώ παράλληλα «η διαδικασία της πλήρους υποταγής της εργασίας στο κεφάλαιο είναι βασικό γνώρισμα του καπιταλισμού που ‘σαπίζει και πεθαίνει’. Η συνέπεια της θέσης αυτής μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί: «Ωστόσο αυτό που νομίζουμε ότι πρέπει να κατανοηθεί βαθιά από τους εργαζόμενους είναι ότι η αναμφισβήτητη αλματώδης τεχνολογική πρόοδος όχι μόνο δε δίνει ανάσα ζωής στο γερασμένο καπιταλισμό αλλά αντίθετα αποτελεί το αντικειμενικό έδαφος επιτάχυνσης της σήψης του». Το Κ.Κ.Ε. στοχεύοντας στην ανάπτυξη του «ταξικού ρεύματος» στο συνδικαλισμό «θα πρωτοστατεί στην οργάνωση της πάλης και στην ανάπτυξη των αγώνων με βάση τα προβλήματα με αντιμονοπωλιακούς και αντιιιμπεριαλιστικούς στόχους». Η θέση αυτή του Κ.Κ.Ε., παρά τη φαινομενικά λογική συνέπειά της ως προς τη γενική στρατηγική του, έρχεται σε αντίθεση με τη λογική του «καταστροφισμού» που διακρίνει τη θεωρία του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού που «σαπίζει και πεθαίνει». Κι αυτό γιατί η κύρια κατεύθυνση είναι η ανάπτυξη κοινωνικού κινήματος μαζών που θα παλέψει για τους αντι-ιμπεριαλιστικούς και αντι-μονοπωλιακούς στόχους οξύνοντας τις αντιθέσεις του συστήματος (ανάδειξη – ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα που ενισχύει τη συνολική αντι-καπιταλιστική / σοσιαλιστική πάλη). Όμως, από το σημείο αυτό, αρχίζουν τα σοβαρά προβλήματα της στρατηγικής και της τακτικής του Κ.Κ.Ε. όσον αφορά την εργασία και το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, τους στόχους και τα αιτήματα που θέτει προς διεκδίκηση στη σημερινή συγκυρία, και είναι θέμα που δεν μπορεί να αναλυθεί στα πλαίσια του παρόντος άρθρου.
Ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου», αντίθετα από το ΚΚΕ που υποβαθμίζει στο πρόγραμμά του τους άμεσους και ενδιάμεσους στόχους υπέρ του αντι-ιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού μετώπου, κατέθεσε πρόγραμμα με κεντρικό άξονα την αντιμετώπιση της ανεργίας στα πλαίσια της ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ. Χωρίς να διαφαίνεται υιοθέτηση των απόψεων κάποιου από τους θεωρητικούς της εργασίας από τους συντάκτες του προγράμματος του ΣΥΝ, εν τούτοις μπορούμε να διακρίνουμε στοιχεία από τη γαλλική συζήτηση για το θέμα. Το 35ωρο ως μέτρο που συμβάλλει με τη γενικευμένη εφαρμογή του στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη μείωση της ανεργίας, η κατοχύρωση ικανοποιητικού εισοδήματος για όλους, η καθιέρωση κατώτατου μισθού και κατώτατης σύνταξης, η δημιουργία ταμείου αλληλεγγύης και άλλες προτάσεις που έχουν διατυπωθεί με πιο λεπτομερή τρόπο στα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων της αριστεράς και των συνδικάτων στη γαλλική πολιτική σκηνή, βρίσκουν τη θέση του στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του ΣΥΝ. Οι προτάσεις αυτές καθώς και αυτές για την ανάπτυξη κινήματος για αποτροπή της επέκτασης των ιδιωτικοποιήσεων, την αποδοτική διαχείριση του δημόσιου τομέα, την ανάπτυξη και των εκσυγχρονισμό των ΔΕΚΟ με κριτήρια την αύξηση της απασχόλησης, την προστασία και αναβάθμιση του περιβάλλοντος, την εξυπηρέτηση των χρηστών των υπηρεσιών τους και την αντιμετώπισή τους ως πολιτών με δικαιώματα, δεν αποτελούν ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα με την κλασική έννοια του όρου, προδιαγράφουν όμως ένα πλαίσιο για την κινητοποίηση κοινωνικών ομάδων και κινημάτων που συγκροτούνται μέσα από την κριτική της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και στοχεύουν στην υπέρβασή της.
Subscribe to:
Posts (Atom)
Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ) του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...
-
Κυριακή 29 Νοεμβρίου 13.00 - 14.00 Στο Κόκκινο 105,5 Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία Συζητούν ο Χρήστος Τριανταφύλλ...
-
Sunday tsakthan 26 July 2009 Ο Αύγουστος ξεκίνησε νωρίς Και έπειτα στις ξέρες του Ακορά τσούρμο το άγριο κύμα θα μας βγάλει τέρατα βαμμένα π...