Tsakthan Daily 25/5/2018--Κι οι άγγελοι απεργούν...

"Μπορεί να πεις ότι είμαι ονειροπόλος αλλά δεν είμαι ο μόνος. Ελπίζω μια μέρα να έρθεις μαζί μας. Και ο κόσμος θα ζει ως ένα. "
- John Lennon



Οι περισσότερες απεργίες αποσκοπούν στην επιβολή ενός κόστους στον εργοδότη για την παράλειψή του να ικανοποιήσει συγκεκριμένα αιτήματα. Στην περίπτωση των Ιαπωνικών συνδικάτων δεν υπάρχει πρόθεση παύσης της παραγωγής για μακρά χρονικά διαστήματα αλλά χρησιμοποιούνται περισσότερο άλλες μορφές εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Στη Δυτική Ευρώπη και αλλού, οι εργάτες έχουν πραγματοποιήσει γενικές απεργίες που αποσκοπούσαν στην επίτευξη αλλαγών στο πολιτικό σύστημα αντί για την επίτευξη παραχωρήσεων από τους εργοδότες. Γενική απεργία είναι η παύση της εργασίας από ένα   σημαντικό ποσοστό εργαζομένων σε μια σειρά από κλάδους σε μια οργανωμένη προσπάθεια επίτευξης πολιτικών ή οικονομικών στόχων. Η ιδέα της γενικής απεργίας που να εκτείνεται σε μια σειρά κλάδων έχει τις απαρχές της στη Βρετανία των αρχών του 19ου αιώνα και έγινε αντιληπτή ως τακτική στη διαδικασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης ή, από πιο ριζοσπάστες στοχαστές, ως εργαλείο της κοινωνικής επανάστασης. Αξιοσημείωτες γενικές απεργίες έγιναν στη Ρωσία κατά την Επανάσταση του 1905, στη Βρετανία το 1926 (συνεχίστηκαν από διάφορα εργατικά συνδικάτα προς υποστήριξη των απεργών ανθρακωρύχων) και στη Γαλλία το 1968 (πυροδοτήθηκε από τα φοιτητικά αιτήματα για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση).

Μια χαρακτηριστική περίπτωση γενικής απεργίας ήταν αυτή του Winnipeg στον Καναδά, που έλαβε χώρα από τις 15 Μαΐου ως τις 25 Ιουνίου 1919. Προκλήθηκε από την κατάρρευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στους κλάδους των κατασκευών και του μετάλλου. Η κήρυξη της γενικής απεργίας συνάντησε την ομόθυμη υποστήριξη του πληθυσμού που ζούσε σε μια ατμόσφαιρα γενικής κοινωνικής αναταραχής και οικονομικής αβεβαιότητας. Συμμετείχαν και οι δημόσιοι υπάλληλοι, κάτι που δεν συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Το κεντρικό θέμα ήταν το αίτημα των εργατών για επίσημη καθιέρωση συλλογικών διαπραγματεύσεων και το οποίο δεν γινόταν αποδεκτό από τους εργοδότες. Οι εργοδότες και οι τοπικές ελίτ αντέδρασαν κατηγορώντας τους απεργούς ότι είχαν επαναστατικούς σκοπούς. Επειδή η ικανοποίηση του αιτήματος θα άνοιγε δρόμο για την επέκτασή του απ’ άκρου εις άκρον στον Καναδά, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πολλών πόλεων κήρυξαν απεργίες αλληλεγγύης. Για να προλάβει τη γενικότερη επέκταση της σύγκρουσης η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρενέβη απειλώντας με απόλυση τους ομοσπονδιακούς υπαλλήλους, τροποποίησε το Νόμο περί Μετανάστευσης ώστε να επιτραπεί η απέλαση ηγετών-απεργών και διεύρυνε το νομικό ορισμό της «στάσης». Η κυβέρνηση προσπάθησε να καταστείλει βίαια τις απεργιακές διαδηλώσεις με αποτέλεσμα το θάνατο ενός απεργού και τον τραυματισμό 30 διαδηλωτών στις 21 Ιουνίου. Ένας από τους φυλακισθέντες ηγέτες των απεργών εξελέγη αργότερα ως ο πρώτος σοσιαλιστής βουλευτής στη Βουλή των Αντιπροσώπων και 4 ακόμη φυλακισθέντες απεργοί εξελέγησαν ως σοσιαλιστές βουλευτές στο τοπικό νομοθετικό σώμα της πολιτείας Manitoba. Η ήττα της απεργίας επέφερε ισχυρό χτύπημα στη Καναδικό εργατικό κίνημα και χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια για να επιτευχθούν βασικοί στόχοι, όπως η αναγνώριση των εργατικών συνδικάτων και η καθιέρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η συλλογική διαπραγμάτευση είναι «διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ εκπροσώπων των εργαζομένων (συνήθως είναι οι αξιωματούχοι του συνδικάτου) και της διοίκησης για τον καθορισμό των όρων απασχόλησης. Η συμφωνία που επιτυγχάνεται ενδεχομένως να μην αφορά μόνο τους μισθούς αλλά και τις πρακτικές προσλήψεων, απολύσεων, προαγωγών, τις συνθήκες και τα ωράρια εργασίας, καθώς και τα προγράμματα επιδομάτων και παροχών. Η συλλογική διαπραγμάτευση αναπτύχθηκε στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα. Συμβάσεις που υπογράφονται μετά από συλλογική διαπραγμάτευση είναι πλέον κανόνας στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Λιγότερο συχνά χρησιμοποιούνται στις αναπτυσσόμενες χώρες που διαθέτουν μεγάλα αποθέματα πλεονάζουσας εργασίας. Συμβασιακές διαπραγματεύσεις μπορούν να λάβουν χώρα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο ανάλογα με τη διάρθρωση της βιομηχανίας στο πλαίσιο μιας χώρας.


Θανάσης Τσακίρης




Κοντραπούντο - 1998 Στίχοι: Άλκης Αλκαίος Μουσική: Σωκράτης Μάλαμας Ερμηνεία:. Σωκράτης Μάλαμας Πάντοτε έψαχνα έναν δρόμο να σε φτάσω σκυφτός μερόνυχτα σε χάρτες και βιβλία ήθελα μόνο τη σκιά σου ν’ αγκαλιάσω στου κόσμου βγαίνω τα σενά περιπολία Όλα τα σχέδια χρυσόψαρα στη γυάλα και σύ τη μάσκα σου φοράς και τα στολίδια τ’ άστρα μου στέλνουνε πανάρχαια σινιάλα κι εγώ μιας χίμαιρας μαζεύω τα ξεφτίδια Zωή σε σπούδασα και ξέχασα να ζήσω ποιος το χαμένο μου καιρό θα φέρει πίσω δε δίνει ρεύμα ότι αγαπώ και δε με σώζει τη λύση ψάχνω στο μπερντέ του Kαραγκιόζη Πάντοτε έψαχνα έναν δρόμο να σε φτάσω τρέχεις αδιάκοπα και τίποτα δεν τρέχει μα συνεχίζω κι ας βρεθώ ξανά στον άσσο κανείς δε χάνει μια ζωή που δεν την έχει Bγαίνουν στην άγραν της TV τα συνεργεία όλα είναι ζήτημα τιμής σ’ αυτόν τον κόσμο τα όνειρά μου κατεβαίνουν σ’ απεργία άσωτοι άγγελοι μου δείχνουνε το δρόμο






ΕΞΟΔΟΣ

Μια Αληθινή Ιστορία
D'Après Une Histoire Vraie

Θρίλερ 2017 | Έγχρ. | Διάρκεια: 100'
Γαλλο-πολωνική ταινία, σκηνοθεσία Ρομάν Πολάνσκι με τους: Έμανουέλ Σενιέ, Εύα Γκριν, Βενσάν Περέζ
Παρά την επιτυχία του τελευταίου, ημι-αυτοβιογραφικού της βιβλίου, η Ντελφίν νιώθει ψυχολογικά εξουθενωμένη και σε συγγραφικό αδιέξοδο. Η συναρπαστική γνωριμία με μια φανατική θαυμάστριά της θα την κινητοποιήσει, θα αρχίσει όμως σταδιακά να γίνεται όλο και πιο απειλητική.

ΕΝΤΟΣ

 Έρικα Αθανασίου   Δημοσιεύτηκε 22 Μαΐου 2018
«Πώς είναι δυνατόν να χρειάζομαι βίζα για να επισκεφτώ την πατρίδα μου;» θα αναρωτηθεί μια από τις ηρωίδες του μυθιστορήματος της Μπάλι Κερ Τζάσουαλ Ερωτικές ιστορίες από χήρες Punjabi. «Μα έχετε βρετανικό διαβατήριο» θα της υπενθυμίσει ο κυβερνητικός υπάλληλος. «Μια Βρετανίδα, για να επισκεφτεί την Ινδία, χρειάζεται βίζα».

 ArtsPR | Η τέχνη της προώθησης
Ποια είναι, άραγε, η πατρίδα κάποιου που κατοικεί σε μια χώρα αλλά προέρχεται από μια άλλη; Και τι συμβαίνει όταν η κουλτούρα των δύο πατρίδων είναι εντελώς διαφορετική;

Η συγγραφέας, η οποία έζησε με γονείς διπλωμάτες σε διάφορες χώρες, πλάθει μια χιουμοριστική, κοινωνική, αστυνομική, αισθησιακή ιστορία με πρωταγωνίστριες Ινδές που ζουν στο Λονδίνο. Άλλες έχοντας ενσωματωθεί στη βρετανική κοινωνία, άλλες στον δικό τους ινδικό μικρόκοσμο σε μια πλευρά της εγγλέζικης πρωτεύουσας, διατηρώντας την κουζίνα, τις συνήθειες και τις παραδόσεις της πατρίδας τους. Συνδετικός κρίκος των δύο κόσμων στην ιστορία η 22χρονη Νίκη, η οποία νιώθει αποτυχημένη, έχοντας παρατήσει τη Νομική Σχολή που ήθελαν γι’ αυτήν οι Ινδοί γονείς της, ζώντας μόνη της σε ένα μικρό διαμέρισμα πάνω από το μπαρ στο οποίο δουλεύει. Ένα μπαρ που ο ιδιοκτήτης του φαίνεται σαν να το βαριέται όλο και περισσότερο. Όπως έχει βαρεθεί και η Νίκη τη ζωή που κάνει.

Η Νίκη θα βρεθεί στην ινδική πλευρά του Λονδίνου, όταν η αδελφή της, η οποία ονειρεύεται έναν παραδοσιακό ινδικό γάμο, θα της ζητήσει να βάλει μια αγγελία για αναζήτηση γαμπρού στη στήλη ανακοινώσεων του ινδουιστικού ναού. Εκεί η Νίκη, πρώτον, θα γνωρίσει έναν άντρα που από την αρχή την κερδίζει, και δεύτερον, θα δει μια ανακοίνωση ότι ζητείται δασκάλα να διδάξει σε γυναίκες δημιουργική γραφή. Νιώθοντας ότι αυτό είναι που θα ήθελε να κάνει, να διδάξει σε γυναίκες πώς να πουν τις ιστορίες τους, απαντάει στην αγγελία και με έκπληξή της προσλαμβάνεται. Οι εκπλήξεις όμως σε αυτή την κοινωνία, την οποία ουσιαστικά δεν γνωρίζει και ίσα που μιλάει τη γλώσσα της, μόλις έχουν ξεκινήσει.

Μια παρεξήγηση θα οδηγήσει τη διδασκαλία σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια από αυτά που είχε υπολογίσει. Στο πρώτο μάθημα, τυχαία έχει μαζί της ένα βιβλίο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πορνογραφικό, θέλοντας να κάνει πλάκα στη συντηρητική αδελφή της. Οι λίγες όμως γυναίκες που προσέρχονται στο πρώτο μάθημα, το ανοίγουν και γελώντας αρχίζουν να το διαβάζουν δυνατά, φτιάχνοντας συγχρόνως τις δικές τους τολμηρές ιστορίες. Η Νίκη, η οποία νομίζει ότι η ίδια είναι απελευθερωμένη και ότι οι χήρες κυρίες με παραδόσεις από την Ινδία ντρέπονται να αναφερθούν στο σεξ, διαπιστώνει ότι οι ιστορίες που λένε την κάνουν να κοκκινίζει. Σύντομα το μάθημα γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές, όλο και περισσότερες χήρες θέλουν να μοιραστούν ιστορίες.

Ο αναγνώστης κάποιες στιγμές προβληματίζεται για την τολμηρότητα των ιστοριών, οι οποίες περιγράφουν λεπτομερέστατα ερωτικές συνευρέσεις έτσι όπως τις φαντάζονται οι χήρες από την Ινδία. «Η έμπειρη γλώσσα του ταξίδεψε σε όλες τις θερμές, υγρές πτυχές και κατέληξε στον παλλόμενο κόμπο που της έδινε την περισσότερη ευχαρίστηση. Κάτι άρχισε να φουσκώνει μέσα της – μια κλιμακούμενη ένταση που την έκανε να λαχανιάζει». Το λεξιλόγιο δεν είναι ποτέ πρόστυχο. Οι γυναίκες δεν γνωρίζουν λέξεις που συνδέονται με το σεξ στη γλώσσα τους. Κανείς δεν τους τις έχει μάθει. Έτσι, οι περιγραφές έχουν να κάνουν με άνθη και λαχανικά, που τα γνωρίζουν καλύτερα: «...να γαργαλήσει με τη γλώσσα του το ώριμο, παλλόμενο μπουμπούκι ανάμεσα στα πόδια της...». Η Νίκη βρίσκει αστείες τις παρομοιώσεις και οι χήρες τη σοκάρουν για άλλη μια φορά, όταν αρχίζουν να λένε δυνατά διάφορες λέξεις που έχουν να κάνουν με το σεξ στα αγγλικά. Πρόκειται όμως για λέξεις που έχουν ακούσει περισσότερο ως βρισιές και δεν θέλουν να τις βάλουν στις ιστορίες τους.

Η αθώα, όμως, όπως φαίνεται απόλαυση των γυναικών δεν βρίσκει σύμφωνες κάποιες κυρίες, οι οποίες νόμιζαν ότι θα διδάσκονταν αγγλικά στα μαθήματα, και πολύ περισσότερο κάποιους νεαρούς άντρες, οι οποίοι έχουν δώσει στον εαυτό τους τον ρόλο του θεματοφύλακα της ηθικής των Ινδών γυναικών. Άντρες οι οποίοι εκφοβίζουν γυναίκες που καπνίζουν, που γυρνάνε αργά, που δεν είναι ντυμένες όπως θεωρούν ότι θα έπρεπε, που μιλάνε με άντρες οι οποίοι δεν είναι συγγενείς τους.

Συγχρόνως, στην ινδική κοινωνία πλανάται το μυστήριο της αυτοκτονίας της Μάγια: της κόρης της αυστηρής γυναίκας, η οποία προγραμμάτισε τα μαθήματα δημιουργικής γραφής και δεν γνωρίζει την πραγματική φύση των μαθημάτων. Σύμφωνα με το πόρισμα της αστυνομίας, η Μάγια αυτοπυρπολήθηκε, προκειμένου να αποφύγει τη σπίλωση όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε εξωσυζυγική σχέση. Μια πράξη που δεν φαίνεται να ταιριάζει καθόλου στη μοντέρνα Μάγια, που υποχρεώθηκε όμως να κάνει τον γάμο που ήθελε η μητέρα της. Μια μητέρα που από τις πρώτες σελίδες δείχνει τρομοκρατημένη κι έχοντας χάσει την κόρη της, νιώθει ότι χάνει και τον σύζυγό της. Η Νίκη αρχίζει να ενδιαφέρεται για τον τρόπο που πέθανε η Μάγια, ενώ δεν ξέρει τι να σκεφτεί για μια από τις μαθήτριές της που εγκατέλειψε αποδοκιμάζοντας τα μαθήματα…

«Η συγγραφέας διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών περνώντας από το αισθηματικό στο αστυνομικό, από το αστυνομικό στο αισθησιακό, από το αισθησιακό στο κοινωνικό, από το κοινωνικό στο θρίλερ και όλα αυτά με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ.»

JazwalΗ συγγραφέας διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών περνώντας από το αισθηματικό στο αστυνομικό, από το αστυνομικό στο αισθησιακό, από το αισθησιακό στο κοινωνικό, από το κοινωνικό στο θρίλερ και όλα αυτά με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Σκιαγραφεί ζωντανά τους ήρωές της, οι οποίοι κινούνται στις παρυφές δύο κόσμων, διχασμένοι ανάμεσα σε δυο πατρίδες. Ακόμα κι όταν νιώθουν ότι ανήκουν στη μία, κάτι θα γίνει για να τους θυμίσει την άλλη. «Άσε, θα ρωτήσουμε κάποιον ντόπιο» θα πει τουρίστρια στον άντρα της, όταν ρωτούν τη Νίκη για το πώς θα βρουν ένα αξιοθέατο και δεν μένει ικανοποιημένη από την απάντηση. «Μα ντόπια είμαι. Εδώ γεννήθηκα» θα πει από μέσα της θυμωμένη η Νίκη, η οποία όμως διαθέτει πιο σκούρο δέρμα από τη μέση Αγγλίδα.

Το τέλος του βιβλίου αφήνει ικανοποιημένο τον αναγνώστη σε όλα τα επίπεδα του μυθιστορήματος. Αφήνει τις χήρες Punjabi να έχουν βρει τις δικές τους ισορροπίες και τη Νίκη, που ξεκίνησε στην αρχή του βιβλίου σαν 22χρονη αποτυχημένη, να είναι έτοιμη να διεκδικήσει την επιτυχία με τους δικούς της όρους.


Ερωτικές ιστορίες από χήρες Punjabi
Balli Kaur Jazwal
μετάφραση: Λένα Ταχμαζίδου
Αιώρα
424 σελ.
ISBN 978-618-5048-85-3
Τιμή €16,70


Comments

Popular posts from this blog

Η Σχολή της Φρανκφούρτης και η κριτική θεωρία

Η Ιστορία στο Κόκκινο για το ομοφυλόφιλο κίνημα στη Μεταπολίτευση την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου

Για τα "115 Σωματεία"