Showing posts with label Διήγημα. Show all posts
Showing posts with label Διήγημα. Show all posts

Thursday, March 01, 2012

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (μέρος 3ο) του Θανάση Τσακίρη

Θανάσης Τσακίρης


Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


3ο μέρος


Ένα "δικαιωματικό διήγημα"




Αθήνα - Πάτρα



Άνοιξη 2010



Σύνδεση με τα προηγούμενα: http://tsakthan.blogspot.com/2012/02/2.html
 
 

« Πάλι τα ίδια αρχίσαμε Τζώρτζια ; » είπε φωναχτά. Ήταν η τρίτη φορά που θα ακύρωνε τη συνάντηση και αυτό άρχισε να την τσιτώνει . «Να δεις που στο τέλος θα έχω κάνει τσάμπα δουλειά τόσους μήνες » . Τελείωσε την ανάγνωση των πολιτικών e- mail που είχαν συσσωρευτεί και βγήκε στο μπαλκόνι να ενατενίσει τον έναστρο ουρανό και τα φώτα της πόλης που καθρεφτίζονταν στα ήρεμα νερά του Σαρωνικού. Τώρα που έβλεπε αυτή τη γαλήνη άρχισε να νιώθει μοναξιά. Θυμήθηκε ξανά τη Λίνα και τις νύχτες που αγκαλιασμένες διάβαζαν ποίηση και ανέλυαν ταινίες του παλιού ιταλικού νεορεαλιστικού και φελινικού κινηματογράφου εκεί στη Φλωρεντία . Θυμήθηκε τις βόλτες στον ποταμό Άρνο, τα σουλάτσα στην Πόντε Βέκιο τις ατελείωτες ώρες που περνάγανε στο μουσείο Ουφίτσι αναλύοντας κάθε ένα πίνακα ξεχωριστά.


Τα βράδια μετά τη μελέτη στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου ξεχύνονταν στα μπαρ και τις τρατορίες αναζητώντας πότε λαϊκούς γκόμενους και ποτέ σοφιστικέ συμφοιτήτριες τους για πιο εξεζητημένες συζητήσεις και παιχνίδια . Και κατέληγαν πάντα τα χαράματα στη σοφίτα τους απέναντι από το Παλάτσο Πίτι . Σπούδαζαν και οι δυο τους ιστορία της τέχνης και έτσι η γειτνίαση με το μεγάλο αυτό παλάτι που έγινε ξακουστό μουσείο τους βγήκε σε καλό. Όταν τελείωσαν το πρώτο πτυχίο η Ελευθερία γύρισε στην Ελλάδα όπου συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην πολιτική ψυχολογία και αμέσως μετά έκανε διδακτορικό στην πολιτική φιλοσοφία .Η Λίνα έμεινε να συνεχίσει τους ίδιους κύκλους σπουδών στην Φλωρεντία ειδικευόμενη στην τέχνη της εποχής του Μακιαβέλι και των Μεδίκων . Η Ελευθερία ήταν πιο προσανατολισμένη στο καθήκον ίσως και λόγω της καταγωγής της από τοπικούς πολιτικούς άρχοντες και έτσι ένιωσε το χρέος να οργανωθεί στο Κόμμα Κοινωνικής Δημοκρατίας . Με την εργατικότητα τη μεθοδικότητα και την επιμονή που την χαρακτήριζε αναδείχτηκε σε ανώτατα καθήκοντα και θέσεις στον κομματικό μηχανισμό. Η Λίνα αντιθέτως προτιμούσε να συμμετέχει μόνο σε ad-hoc συσπειρώσεις και θεματικές ομάδες καλλιτεχνών που οργάνωναν πολιτιστικά χάπενινγκ για τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα . Η Ελευθερία εκτιμούσε ότι μόνο βοηθώντας τις πλατιές μάζες των ελλήνων και των μεταναστών θα μπορούσε να προσφέρει κάτι αξιόλογο. Γι' αυτό θεωρούσε ότι θα έπρεπε ακόμη και σε κυβερνητικό επίπεδο να δράσει. Βέβαια και με τη σημερινή της θέση ένιωθε καλά καθώς μπορούσε μια χαρά να επηρεάζει τις θέσεις του κόμματος.

Με τούτα και με κείνα τις αναπολήσεις και τις αναμνήσεις πέρασε η ώρα . Η Ελευθερία έκλεισε τα φώτα ξάπλωσε και προσπάθησε να κοιμηθεί . Οι αναμνήσεις όμως επέμεναν να την αναστατώσουν γλυκά .

Κάποια στιγμή άρχισε να ξημερώνει . Η Ελευθερία δεν είχε καταφέρει να απολαύσει τον ύπνο της . Τη μια γλυκιά ανάμνηση ακολουθούσε μια άλλη και πήγε λέγοντας . Ξύπνησε λοιπόν με κάπως αντιφατικές διαθέσεις . Έκανε ένα αργό ντους μπας και χαλαρώσει από την αναστάτωση, άφησε το ζεστό νερό να της χαϊδεύει όλο το κορμί και να την καταλαγιάζει. Όταν τελείωσε άκουσε το κινητό να χτυπάει στο ρυθμό του «Don't you love her madly», ένα από τα καλύτερα τραγούδια των Doors και του Jim Morrison . Ήταν η Λίνα .

« Ciao μωρό μου , ανάσα μου και φως μου. Δε με άφησες να κοιμηθώ όλη νύχτα. Come stai stamattina ; »

«Buongiorno, λατρεία μου . Και εγώ σε ποθούσα όλη νύχτα μα δεν έκλεισα μάτι εξαιτίας άλλων γεγονότων »

«Ma che succede. Πες μου . Έγινε κάτι σοβαρό ;».

«Εκεί που λέγαμε πως θα περνάγαμε ήσυχες μέρες ως τα Χριστούγεννα και θα έκλεβα μερικές μέρες να έρθω στην Ελλάδα και κοντά σου οι ρατσιστές μας τα έκαναν θρύψαλα τα όνειρα»

«Για πες »

«Να χτες το βράδυ μάθαμε ότι στην πόλη Ροζάρνο της βόρειας Καλαβρίας ένας πιστολέρο ρουφιάνος της τοπικής μαφίας ή σκέτος μαλάκας που δρούσε μόνος του μπήκε με ένα περίστροφο σε έναν άθλιο καταυλισμό όπου έμεναν καμία εκατοστή αφρικανοί μετανάστες χωρίς χαρτιά και άρχισε να τους πυροβολεί στην ψύχρα . Σκότωσε δυο από την Aκτή του Eλεφαντοστού και τραυμάτισε ελαφρά άλλους τρεις από τη Νιγηρία . Ακολούθησαν σκηνές πανικού . Ο φονιάς κατάφερε και ξέφυγε. Γρήγορα οι ψυχραιμότεροι από τους μετανάστες κατάφεραν να ελέγξουν τα πράγματα και κάλεσαν τους συναδέρφους τους να βγουν πειθαρχημένα στους δρόμους της πόλης και να εκφράσουν την οργή τους χωρίς να προκαλέσουν . Λογάριαζαν όμως χωρίς τους νταβατζήδες , τους πολιτικούς και τους μπράβους τους που λέγονται μπάτσοι».

«Φιλενάδα μήπως τα παραλές ;»

«Δε το πιστεύω! Δε με πιστεύεις ; »

«Αγάπη σε πιστεύω και σε λατρεύω αλλά τι εννοείς . ΄Όλοι αυτοί ήταν στο κόλπο »;

«Ναι σου λέω »

«Θες να μου πεις πως στήσανε μια εξέγερση για να τους καταστείλουν και να τους διώξουν»;

«Ναι. Ο φονιάς ήταν βαλτός από μαφιόζους επιχειρηματίες για να τους φοβίσει και να φύγουν ή να σκύψουν το κεφάλι τους ακόμη πιο πολύ και να τους δώσουν ένα αντί για δυο ψίχουλα».

«Παρόμοια γεγονότα με τις περιπτώσεις της Μανωλάδας και πάει λέγοντας»

«Και πολύ χειρότερα . Μόλις έφτασαν οι μετανάστες στην κεντρική πλατεία και πήγε μια αντιπροσωπία να συναντήσει το δήμαρχο δέχτηκαν επίθεση από σιδηρόφραχτους καραμπινιέρους και από τις γραμμές τους ξεπήδησαν οι φασίστες μαυροχίτωνες που με ρόπαλα και στιλέτα σκόρπισαν τον τρόμο».

«Φρικτή κατάσταση ! Εσείς τι κάνατε ;»

«Μιας και είναι τόσο μακριά η Ροζάρνο μόνο μια μικρή ομάδα ακτιβιστών γιατρών και δικηγορών ξεκίνησε για να προσφέρει βοήθεια. Εμείς που μείναμε στη Φλωρεντία φτιάξαμε ένα διευρυμένο γραφείο τύπου σε συνεργασία με τις μεταναστευτικές οργανώσεις και δουλεύαμε όλη τη νύχτα για να δώσουμε πληροφοριακό υλικό στα ΜΜΕ και στα διαδυκτιακά sites και blogs . Και πάω τώρα για λίγο ύπνο και πάλι από την αρχή ».

«Κουράγιο γλυκιά μου. Σε λίγο φεύγω για το κόμμα και θα φροντίσω να στείλουμε τουλάχιστον ένα μήνυμα αλληλεγγύης γιατί για περισσότερα μάλλον χλωμό το βλέπω γιατί η ηγεσία μας περί άλλων τυρβάζει. Να σκεφτείς ότι η Τζώρτζια άρχισε να φλερτάρει τους τραπεζίτες. Ακύρωσε το ραντεβού της μαζί μου που θα οριστικοποιούσαμε το νομοθετικό πρόγραμμα των 100 πρώτων ημερών».

«Έλα τώρα !»

«Ναι σου λέω . Έχω αρχίσει να αμφιβάλλω για πολλές και πολλούς »

«Μην πτοείσαι. Θα είσαι στη σκέψη μου και εγώ στη δική σου και θα τα καταφέρουμε. Έλα τώρα , φιλιά γιατί πάω να κοιμηθώ και να σε ονειρευτώ .

«Ti voglio bene, ti amo! Καλή ξεκούραση αγάπη μου »

«Ciao»





ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

"Μάτια που καίνε" (μέρος 7ο και τελευταίο) του Θανάση Τσακίρη


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ 





ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ





Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ








Αθήνα
                                             Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010


Σύνδεση με τα προηγούμενα: http://tsakthan.blogspot.com/2012/02/2010-httptsakthan.html

Ο Παντελής τον έπιασε από το λαιμό αλλά ο Αλέξανδρος κατάφερε να ξεφύγει. Έτρεξε προς την είσοδο της παλιάς πολυκατοικίας του αλλά ο Παντελής τον πρόλαβε. Όχι μόνο τον χτύπησε δυνατά στο στομάχι και τον δίπλωσε στα δυο αλλά έβγαλε από την τσέπη του και ένα μικρό μπουκαλάκι με υγρό που του το έριξε στα μάτια. Ο Αλέξανδρος ούρλιαξε φώναζε «βοήθεια» αλλά κανείς δεν άκουγε. Την ίδια στιγμή χτυπούσε το κινητό του στο ρυθμό του «Fur Elize» του Μπετόβεν. Για καλή του τύχη, τρόπος του λέγειν δηλαδή, κατάφερε να απαντήσει. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Ελοίζ, η φοιτήτρια του από τη Σενεγάλη και η οποία έκοβε βόλτες στο Πασαλιμάνι με το φίλο της τον Ανδρέα από το Κερατσίνι. Τους ζήτησε βοήθεια και αυτοί έτρεξαν γρήγορα έχοντας παράλληλα καλέσει ασθενοφόρο. Ευτυχώς το καυστικό υγρό τον πήρε πολύ ξώφαλτσα και δεν κατέστρεψε τα γαλανά του μάτια.



Στο ασθενοφόρο ο οδηγός είχε βάλει το ραδιόφωνο και ακούγονταν από ένα σταθμό της πόλης μια γνώριμη του φωνή: «…έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή/σκουλήκι άχρηστο σ' αυτή τη γη». Το τηλέφωνο του Αλέξανδρου χτυπούσε συνέχεια αλλά κανείς δεν απαντούσε, ώσπου κάποια στιγμή η Ελοιζ κοίταξε το οθονάκι του και είδε 5 κλήσεις από το ίδιο νούμερο. Ήταν η Εύη που κάτι την έκαιγε, ένα κακό προαίσθημα. Στην έκτη κλήση αναγκάστηκε η Ελοϊζ να απαντήσει. Μόλις άκουσε το τι έγινε η Εύη έδιωξε όλους τους πελάτες της από το μπαρ κλείδωσε και ανέβηκε στη μηχανή της και ξεκίνησε φουλαριστή για την Αθήνα. Ήθελε να προλάβει να τον δει με τα ίδια της τα μάτια. Ήθελε να του φιλήσει τα μάτια προτού χαθούν. Φοβόταν ότι δε θα τα ξανάβλεπε. Και είχε δίκιο. Μόνο που κανείς δε θα ξανάβλεπε τα δικά της ούτε καν ο Αλέξανδρος που τελικά τη γλίτωσε την όραση του. Η Εύη ακράτητη, όπως ήταν, έτρεχε με 200 χιλιόμετρα την ώρα στο βρεγμένο κωλόδρομο Πατρών-Κορίνθου και συνάντησε το θάνατο σε μια στροφή έξω από την Ακράτα. Η Κάτια και η Ελοιζ θα συνέχιζαν τους παθιασμένους αγώνες εναντίον κάθε είδους ρατσισμού. Ο Αλέξανδρος τσακισμένος από τις τύψεις αποσύρθηκε στο λεμονοδάσος του εξοχικού του, μεθυσμένος από το άρωμα της νέας λεμονιάς που φύτεψε για να θυμάται την Εύη και τα μυστικά που ποτέ του δεν της είπε εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα του 2010. Στο κινητό του έβαλε ring tone, αλλά και στο κουδούνι της εξώπορτας, το τραγούδι που του είχε αφιερώσει πέρυσι στη γιορτή του. Παρότι ήταν και οι δυο τους φανατικοί με τη ροκ μουσική, η Εύη είχε διακόψει το I can’t get no satisfaction των Ρόλινγκ Στόουνς για να βάλει το παλιό τραγούδι του Στράτου Διονυσίου : «….μάτια που κλαίνε/ μη τα πιστεύεις / είναι επικίνδυνο να τ’ αγαπάς /…….»

ΤΕΛΟΣ - ΤΗΕ ΕΝD - FIN






 


Wednesday, February 29, 2012

"Μάτια που καίνε" (μέρος 6ο) του Θανάση Τσακίρη


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ


ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ


Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ

Αθήνα

Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010

ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ: http://tsakthan.blogspot.com/2012/02/5_28.html



-«Πού πάτε;» ρώτησε ο ταξιτζής.

-«Καλλίπολη» απάντησε ο Αλέξανδρος

-Α, ωραία. Στο Ρέντη μένω και με βολεύει

-Πολύ καλά.
Ξεκινησε ο Παντελής με σπινιάρισμα και μουρμούρα:
-Τους καριόληδες, τους παλιόπουστες, μου σπάσανε το αμάξι. Έχω θυμό μέσα μου και θα το πληρώσουνε διπλά το κακό που μου κάνανε. Είμαι γεμάτος οργή.

-«Ώπα» φώναξε ο Αλέξανδρος, «ελπίζω να μη σου βγει στο οδήγημα».

-Μ’ έχουν κάνει ρατσιστή, άνθρωπε μου

-Ποιοι καλέ μου σε έχουν κάνει ρατσιστή ;

-Οι πακιστανοί, οι καριόληδες

-Γιατί ειδικά οι πακιστανοί;

-Μου σπάσανε το ταξί οι ξεσκισμένοι, και μου πήραν τα χαρτιά και εξακόσια ευρώ.

-Και που το ξέρεις ότι ήταν, ντε και καλά, πακιστανοί;

-Μου τους έδειξαν στο Τμήμα

-Ποιους;

-Τους Πακιστανούς ντε !

-Αναγνώρισες κανένα;

-Όχι . Κανείς δεν έμοιαζε με την περιγραφή αυτών που κάθονταν στα παγκάκια.

-Συγγνώμη όποιος κάθεται σε παγκάκια είναι αυτόματα κλέφτης;

-Μα ήταν Πακιστανοί!

-Άντε πάλι από την αρχή

-Άκου που σου λέω. Ήταν πακιστανοί. Τέρμα και τελείωσε.

-Κοίτα δεν έχω καμία όρεξη να προσπαθήσω να σου αλλάξω τα μυαλά. Πάμε ήσυχα στην Καλλίπολη γιατί έχω να μιλήσω σε μια παρουσίαση βιβλίου μετά. Πρέπει να είμαι ψύχραιμος

-Εμένα με λένε ακραίο, βλάκα και ρατσιστή, γιατί δε γουστάρω να μου τρώνε το ψωμί οι βρομιάρηδες.

-Τώρα δηλαδή πας φιρί –φιρί να σου πω ότι δεν έχουν άδικο αυτοί που σου το λένε.

-Βράζω από θυμό μέσα μου

-Εγώ πάντως φίλε μου σου τα είπα. Πήγαινε με σπίτι μου και θα σε πληρώσω. Αυτός είναι ο ρόλος σου και αυτός ο ρόλος μου ως επιβάτης.

-Τους έσπασα τα δόντια τους των γαμημένων.

-Ποιοι ένιωσαν την οργή σου, ρε μεγάλε ;

-Οι πακιστανοί

-Εδώ ήρθαμε πάμε να φύγουμε

-Μέσα στο Τμήμα τους την έριξα, τους έκανα να ματώσουν οι μύτες τους. Και οι αστυφύλακες μού είπαν να συνεχίσω και ότι κάνουν τα στραβά μάτια.

-Καλά, δε ντρέπεσαι καθόλου ;

-Γιατί να ντραπώ;


Ξάφνου ανάβει κόκκινο το φανάρι στη διασταύρωση Κωνσταντινουπόλεως και Ιεράς Οδού. Πετάγεται ένας «πακιστανός» να καθαρίσει το παρμπρίζ.

-«Μη ρε μαλακισμένο, θα σε στραγγαλίσω» φώναξε ο Παντελής και όρμηξε να ανοίξει τη πόρτα .

-«Κάτσε ρε βλάκα στο τιμόνι και άσε τις μαγκιές» ούρλιαξε ο Αλέξανδρος και τον άρπαξε από το λαιμό. Πάσχιζε ο Παντελής αλλά δεν είχε λύσει τη ζώνη ασφαλείας κι έτσι καθηλώθηκε. Πάτησε γκάζι κι ο «πακιστανός» οπισθοχώρησε. Όλα συνέβησαν σε κλάσματα δευτερόλεπτου. Ευτυχώς τη γλίτωσε ο «πακιστανός», δεν πρόλαβαν οι υπόλοιποι να καταλάβουν τι έγινε κι έτσι ο Παντελής ανέπτυξε ταχύτητα για να φτάσει σε απίστευτο χρόνο –ρεκόρ στην οδό Πειραιώς.

-«Τι κατάλαβες τώρα ρε βλάκα;» του είπε ο Αλέξανδρος

-Τίποτα.

-Τίποτα. Είσαι σίγουρος ;

-Να σας πω. Φαίνεστε μορφωμένος άνθρωπος. Πέστε μου τη γνώμη σας. Λένε ότι αν οι άνθρωποι αντιδρούν έτσι, κάτι δε πάει καλά.

-Ποιοι αντιδρούν; Εσύ ή οι «πακιστανοί »;

-Οι Πακιστανοί που κλέβουν μπορεί να μην έχουν στον ήλιο μοίρα.

-Κοίτα να δεις μεταστροφή!

-Ήμουν μετανάστης στη Γερμανία.

-Κι αυτό σε έκανε τώρα να ξεσπάς στους πιο αδύναμους από σένα; Δεν καταλαβαίνεις ότι οι Αφγανοί φεύγουν για να γλιτώσουν από τους Αμερικανούς και τους Ταλιμπάν, ότι οι Ιρακινοί δεν έχουν πια μια ενιαία πατρίδα, ότι οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν καν πατρίδα κι οι Πακιστανοί πάνε να γίνουν και αυτοί Αφγανοί. Και όλοι μαζί στη φτώχεια.

 

Παρόλο που φάνηκε κάπως να καλμάρει ο Παντελής νέα έξαρση της κόντρας σημειώθηκε μόλις φάνηκαν δυο μάλλον έφηβες αφρικανές στο φανάρι του Ρέντη.
-Να, μάς φέρνουν τις πουτάνες τους στη χώρα μας.
-Και που το ξέρεις ότι κάνουν πεζοδρόμιο ;
-Τις βλέπω στη Μένανδρου.
-Άσε με ρε φίλε να χαρείς. Οι κοπέλες δεν μοιάζουν για πεταλούδες. Γιατί να μην είναι μαθήτριες ή φοιτήτριες σαν την Ελοιζ από τη Σενεγάλη που είναι στη τάξη μου που διδάσκω;
-Άκου με που σου λέω. Όλες ίδιες είναι. Για δυο ευρώ ξεπουλιούνται στον καθένα οι αραπίνες .
-Δεν πιάνεσαι από πουθενά. Μόνο κορόιδο πιάνεσαι. Ξύπνα Βασίλη.
-Δε με λένε Βασίλη. Παντελή με λένε.
-Τέλος πάντων όπως και να σε λένε. Ανέβα την Ηρώων Πολυτεχνείου και πάμε σπίτι μου γιατί αρκετά μου τα έπρηξες τα συκώτια
-Πώς σε λένε εσένα ;
-Αλέξανδρο με λένε
-Πες μου κύριε Αλέξανδρε ο χριστιανισμός ωφέλησε τον Ελληνισμό. Εγώ έχω διαβάσει πολλά βιβλία ιστορίας αλλά απάντηση δε βρήκα.
-Κοίτα να δεις τώρα που σε ενός τσιγάρου δρόμο θέλει ο τύπος να του αναλύσω μια ιστορική διαμάχη που κρατάει αιώνες.
-Σε ρωτάω γιατί σε λένε Αλέξανδρο και πρέπει να φανείς αντάξιος του ονόματος του μέγα στρατηλάτη μας που κατέκτησε τους Πακιστανούς και τους Ινδούς.
-Κάνε αριστερά στο επόμενο στενό και άφησε με εκεί στο περίπτερο γιατί φτάσαμε και δεν έχω άλλες αντοχές
-Δεν αντέχεις άλλο ε ;
-Ναι δεν αντέχω άλλο. Μπορώ να υπομείνω ταραξίες, καταληψίες, γιάπηδες στη σχολή μου. Όλα αυτά όμως είναι 20χρονα παιδιά που παρότι τους έχουμε στερήσει πολλά, δεν έχουμε δικαίωμα να τους στερήσουμε τα όνειρα. Ούτε της Εύης ούτε της Ελοιζ. Εσύ δε τους φτάνεις ούτε στο μικρό τους δαχτυλάκι. Έχεις χάσει τη μάχη της ζωής και θες να τις εκδικηθείς γιατί θέλουν να ζήσουν να ερωτευθούν και να δημιουργήσουν. Σου φταίνε οι πιο αδύναμοι από σένα γιατί μπορεί μια μέρα να σε ξεπεράσουν. Πάρε τώρα το χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ, κράτα τα ρέστα και πήγαινε να κοιμηθείς. Άντε γεια.» είπε αποφασιστικά ο Αλέξανδρος κι έκανε να ανοίξει τη πόρτα του ταξί για να βγει.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....

Tuesday, February 28, 2012

¨Μάτια που καίνε" (μέρος 5ο) του Θανάση Τσακίρη


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ


ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ


Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ


Αθήνα - Πάτρα

Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010


Συνέχεια με τα προηγουμενα : http://tsakthan.blogspot.com/2012/02/4.html


Πήγε σε ένα μαγέρικο στον Κολωνό και παρήγγειλε πατσά και μισό κιλό ρετσίνα. Το κρασί τον έφερε στα μεράκια και άρχισε να σιγοτραγουδάει το παλιό εκείνο τραγούδι του Καζαντζίδη: «…στις φάμπρικες της Γερμανίας καιστου Βελγίου τις στοές….». Δεν πέρασε πολλή ώρα και ήπιε και άλλο τόσο κρασί.Στο σπίτι η κυρά Φρόσω είχε αρχίσει να ανησυχεί. Ποτέ δε δούλευε το Σάββατο πέρα από το μεσημέρι και γύρω στη μια κάθονταν μαζί να φάνε. «Τι να έγινε;» αναρωτιόταν. Στο μεταξύ ο Παντελής έγινε «στουπί». Ήταν πια προχωρημένες πέντε. Στο μαγέρικο μπήκε μια παρέα νέων που δεν ήταν ντυμένοι σύμφωνα με τα πρότυπα του Παντελή, ο οποίος τους έκραξε :

- Ωρέ τι είστε εσείς αδερφές; Για κοιτά κάτι άντρες ρε; Βρε πούτσα και πρόστιμο που θέλετε.

Οι νέοι δεν αντέδρασαν γιατί πήραν χαμπάρι ότι ήταν τύφλα στο μεθύσι. Ένας από αυτούς μάλιστα σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του, με πρόθεση να τον βοηθήσει .

- Βρε ουστ παλιοχαμούρη, που θες να με βοηθήσεις. Μια χαρά είμαι, από αδερφές δε θέλω τίποτα. Να σας στείλουν στη Σπιναλόγκα ρε!

Ο νέος κάνει μια γκριμάτσα απελπισίας που ο Παντελής νόμιζε πως ήταν γκριμάτσα ειρωνείας και βούτηξε το πιρούνι και του όρμησε. Ευτυχώς ,παρενέβησαν τα γκαρσόνια και ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας και τον συγκράτησαν. Πλήρωσε, σηκώθηκε, όρμηξε στο ταξί, σπίνιαρε και μπήκε ανάποδα στη Λένορμαν. Το τι βρισίδι έφαγε δε λέγεται. Κατάφερε να ισορροπήσει κάπως και να μπει στη σωστή λωρίδα για να πάει προς Ρέντη. Όταν έφτασε στο σπίτι βρήκε την κυρά Φρόσω να τον περιμένει στην εξώπορτα της πολυκατοικίας.

-Παντελή, μου έχεις βγάλει τη ψυχή. Πού γυρνάς;

-Άντε γαμήσου και εσύ και ο γιος σου, σκύλα.

-Τι έπαθες άνθρωπε μου; Τι φέρσιμο είναι αυτό;

-Είπα, αϊ γαμήσου εσύ και ο πούστης ο γιος σου το μαμμόθρεφτο που φταίει για όλα όσα έπαθα….

-Μα τι έπαθες ;

- «Αϊ σιχτίρ» είπε για τελευταία κουβέντα και όρμηξε στη σκάλα ανεβαίνοντας για το διαμέρισμα. Έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι και κοιμήθηκε αμέσως. Έκανε ανήσυχο ύπνο. Ονειρευόταν και παραμιλούσε με κάτι ακατάληπτες λέξεις. Προσπαθούσε η κυρά Φρόσω να κοιμηθεί μα δε μπορούσε και έτσι άρχισε να προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε και τι έλεγε ο Παντελής στον ύπνο του. Το πρωί της Κυριακής ο Παντελής σηκώθηκε με βαρύ κεφάλι και ακόμη χειρότερη διάθεση . Μπήκε στο ταξί και άρχισε να ψάχνει για πελάτες. Βγήκε στην Πειραιώς και ανέβηκε προς Αθήνα. Κάπου στο ύψος της Καλλιθέας μια ομάδα οικολόγων έκανε χάπενινγκ για τη κλιματική αλλαγή με ξυλοπόδαρους , παντομίμα και άλλα δημιουργικής φαντασίας σκετσάκια. Ο Παντελής ξαφνικά θυμήθηκε το λόγο της απόλυσης του και άρχισε να ουρλιάζει:

- Κουφάλες,καριολόπουστες, αδερφές. Μου ρημάξατε τη ζωή με τις οικολογικές βλακείες σας.Μου αρπάξατε τη δουλειά για να λανσάρετε τα καθαρά δήθεν αμάξια σας. Άιντε γαμηθείτε και εσείς και οι πρασινάδες σας.

Αποσβολωμένοι οι παριστάμενοι περίμεναν να τελειώσει το ντελίριο του ο άγνωστος ταξιτζής. Δεν χρειάστηκε καμία παρέμβαση εκ μέρους των διοργανωτών καθώς ο Παντελής πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε.

Στην Πάτρα ο ήλιος έπαιζε το κρυφτούλι του με τα σύννεφα. Ο Αλέξανδρος απολάμβανε τον καφέ του σε ένα μπαρ της Άγιου Νικολάου, ενώ η Εύη είχε πάρει τα βουνά με τη μηχανή. Η κυριακάτικη εφημερίδα που διάβαζε έγραφε για κάποιον ταξιτζή που παραφέρθηκε σε μια ταβέρνα στον Κολωνό σε μια στιγμή παροξυσμού εναντίον νέων με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Η Κάτια άφησε να πέσει κάτω ο αναπτήρας της για να τον πιάσει ένα ομορφόπαιδο από το διπλανό τραπέζι που είχε βάλει στο μάτι. Ο Αλέξανδρος άφησε για λίγο την εφημερίδα και παρατηρούσε την ανιψιά του να φλερτάρει. Τον ξανάπιασε ο«πυρετός». Έβγαλε το κινητό από το σακάκι του και σχημάτιζε τον αριθμό του αγριοκόριτσου που είχε ήδη φτάσει στο Άνω Σούλι και ανέβαινε πιο πάνω. Της άφησε μήνυμα να κατεβεί για να φύγουν γιατί έπρεπε να γυρίσει σπίτι και να πάρει το ΚΤΕΛ για την Αθήνα. Μετά από μία ώρα αποφάσισε να κατεβεί από τα βουνά και τα όρη και να του κάνει το χατίρι. Η Κάτια δεν έλεγε να ξεκολλήσει και τους είπε ότι θα περάσει το απόγευμα στη Πάτρα με το ομορφόπαιδο που αποδείχτηκε μεταπτυχιακός φοιτητής του ΕΜΠ κι αυτός.


Η Εύη για άλλη μια φορά πάτησε γκάζι παίζοντας με την καρδιά και τα νεύρα του Αλέξανδρου. Όταν έφτασαν στο σπίτι του πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του και όρμησε να τον φιλήσει παθιασμένα στο στόμα. Ο Αλέξανδρος έβαλε όλη του τη δύναμη να αντισταθεί και θα έλεγε κανείς ότι ήθελε να την αποκρούσει, να τη διώξει μακριά του.

-Σε παρακαλώ σταμάτα

-Δεν κατάλαβες, δε θα μου ξεφύγεις. Είμαι ερωτευμένη μαζί σου. Δε θα μου γλιτώσεις.

-Βρε μανάρι μου δεν είναι για την ηλικία μου αυτά.

-Γέρο μου δε με ακούς, δε με βλέπεις και με πληγώνεις

-Τι λες και δε σε ακούω και δε σε βλέπω;

-Γέρο μου, θες να με ακούς να στο λέω συνέχεια.

-Λεμονιά μου, έχω μεθύσει από το άνθος σου αλλά κατάλαβέ με δε γίνεται. Είναι πράγματα που δεν ξέρεις και δεν πρέπει να τα μάθεις.

-Μπα σε καλό σου. Τι μου τσαμπουνάς; Αφού σε νιώθω. Καίγεσαι για μένα σαν το δασάκι που κάηκε το καλοκαίρι του ΄07. Λες να μη σε ένιωθα στην μηχανή επάνω;

-Δώσε μου λίγο χρόνο να τα σκεφτώ όλα αυτά και όταν ξαναγυρίσω σε δεκαπέντε μέρες τα ξανάλεμε.

-Εντάξει, ρε γέρο μου. Σε δεκαπέντε μέρες. Θα τις μετράω μια–μια. Είπαμε ή μάλλον είπες εσύ. Δικά σου λόγια είναι πως η ζωή είναι μεγάλη και μπορούμε να περιμένουνε. Θα σε περιμένω.

Έτσι είπε και ελάλησε. Του έδωσε ένα καυτό αλλά και αδερφικό συνάμα φιλί στο μάγουλο, ανέβηκε στη μηχανή γκάζωσε και ο Αλέξανδρος «έφαγε» τη σκόνη του χωματόδρομου που σηκώθηκε. Μπήκε στο σπίτι μάζεψε τα πράγματα του και πήγε να περιμένει το αστικό λεωφορείο για το Αίγιο. Έφτασε στην Αθήνα αυτή τη φορά με το κανονικό λεωφορείο της γραμμής. Κίνησε προς την ουρά των ταξί. Εκεί τρεις αστυφύλακες οπλισμένοι τηρούσαν την τάξη, κάτι που δε συνηθίζεται κι έτσι σε 3-4 λεπτά επιβιβαζόταν σε ένα ταξί μόνος του χωρίς συνεπιβάτες πολλαπλών διαδρόμων, κάτι πρωτοφανές.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....

Monday, February 27, 2012

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (2ο μέρος) του Θανάση Τσακίρη

Θανάσης Τσακίρης




Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ



2ο μέρος





Ένα "δικαιωματικό διήγημα"

Αθήνα - Πάτρα

Άνοιξη 2010

Σύνδεση με τα προηγούμενα: http://tsakthan.blogspot.com/2012/02/1.html

Η ώρα περνούσε αλλά, παρά την άνεση του χρόνου μιας και είχε ξεκινήσει νωρίς, η Ελευθερία άρχισε να νιώθει άγχος. Περνώντας από τη Rest Area του 103ου χιλιομέτρου άρχισε να χαλαρώνει μιας και ολοκληρώθηκε η μισή διαδρομή. «Άλλο ένα ζήτημα» σκέφτηκε. «Θα περάσουμε νομοσχέδιο για την διάλυση αυτών των αντιοικολογικών κατασκευασμάτων που τα διαχειρίζονται πολυεθνικές της εστίασης και που παχαίνουν τα παιδιά εθίζοντας τα σε αυτά τα junk food.Θα δώσουμε κίνητρα στους παραγωγούς βιολογικών προϊόντων για να πουλούν προϊόντα τους σε ειδικά λυόμενα κιόσκια». Αυτή η σκέψη τη γέμισε αισιοδοξία . Άνοιγε και ο δρόμος από το σημείο αυτό και θα έφτανε σε καμιά ώρα στην Αθήνα, άνετη και ωραία.

Δεν πρόλαβε να αφεθεί στην ευχαρίστηση ενός οικολογικού μέλλοντος και τα διυλιστήρια της Sini Oil της θύμισαν την πραγματικότητα και πόσο δύσκολη είναι η μάχη σε ένα πεδίο σπαρμένο με νάρκες που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμες να τινάξουν στον αέρα κάθε σου σχέδιο. Ξαναμελαγχόλησε μόλις τα σκέφτηκε όλα αυτά. Ένιωσε πως είναι να σχίζεσαι στα δυο. Από τη μια το όραμα της οικολογικής κοινωνίας και από την άλλη η πραγματικότητα του κατεστραμμένου της πολυεθνικής των πετρελαίων. «Δεν πειράζει » σκέφτηκε. «Ας είναι καλά η οργάνωση του κόμματος και η τοπική κοινωνία που θα ξεσηκωθούν και θα στηρίξουν την προσπάθεια κοινωνικοποίησης του ομίλου αυτού. Αλλά με πραγματική συμμετοχή των ενδιαφερόμενων στη διοίκηση του αυτή τη φορά. Όχι όπως παλιά με συμβολικό τρόπο. Έτσι και θα ελέγχουμε βασικό τομέα της οικονομίας προς όφελος του συνόλου και θα μπορούμε να προβούμε σε διαφορετική χωροθέτηση των διυλιστηρίων ώστε να μην καταστρέφεται το σύμπαν . Άσε που θα επενδύσουμε σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας». Δεν κατάλαβε για πότε έφτασε στα τούνελ της κακιάς σκάλας. Έκοψε ταχύτητα και ρέμβασε τον αττικό ουρανό του έπαιρνε εκείνο το πορτοκαλί χρώμα καθώς έδυε ο ήλιος. Ο ραδιοσταθμός των Ελεύθερων Μεγαριτών στα FM έπαιζε παλιά αγαπημένα λαϊκά που της τραγουδούσε ο πατέρας της όταν μεράκλωνε: Ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις.
Είχε τόσο πολύ μειωθεί η ταχύτητα της ροής που προκάλεσε τη δημιουργία μακράς ουράς αυτοκίνητων.

«Άντε μωρή χελώνα» φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του ο ταξιτζής που ακολουθούσε και άρχισε να κορνάρει μανιωδώς. Λίγο ακόμα και θα την έριχνε από το δρόμο στους βράχους, έτσι όπως σπινάρισε και ξεπετάχτηκε δίπλα της. «Παρ’ τα μωρή, μη στα χρωστάω. Άντε πλύνε κανένα πιάτο, που μου θελες και αυτοκίνητο και μάλιστα υβριδικό». «Αδιόρθωτοι ταρίφες» της ερχόταν να φωνάξει αλλά δεν έπρεπε να εμπλακεί σε καταστάσεις που δεν μπορείς να χειριστείς ως «πολιτικό πρόσωπο». Δεν θέλουν και πολύ να σε ρίξουν όντως από τα βράχια της Κακιάς Σκάλας, συμβολικά και πραγματικά όχι τόσο οι της «Νέας Πολιτείας» όσο οι δικοί σου εσωκομματικοί «φίλοι και σύντροφοι».

 Ξαναμπήκε στον « ορθό δρόμο » της εθνικής οδού αναπτύσσοντας ταχύτητα πάνω από 100 χλμ /ώρα ενώ ο ραδιοσταθμός έπαιζε τον Τραμπαρίφα. Σε λίγο ήταν στα διόδια της Ελευσίνας και αντί να μπει στην Αττική οδό προτίμησε τον παλιό δρόμο που περνά από τις λαϊκές περιοχές της πόλης για να «μυρίσει» τον αέρα που αναπνέουν τα φτωχά παιδιά που μεγαλώνουν αγέλαστα κάτω από τα φουγάρα των χημικών και πετρελαϊκών εταιρειών. Όταν έφτασε στον Κηφισό ένιωσε πως είναι να ζεις και να μεγαλώνεις στα δυτικά προάστια πως είναι να είσαι θύμα του προκρούστειου συστήματος . Με όλες αυτές τις σκέψεις και τις εικόνες η Ελευθερία έφτασε τελικά στο σπίτι της στην Καστέλα . Είχε πάρει να βραδιάζει για τα καλά. Μπήκε στο σπίτι της, άναψε τα φώτα, άναψε επιτέλους ένα τσιγάρο και έτρεξε στην κουζίνα να βάλει «γαλλικό» καφέ στην εσπρεσιέρα που της είχε αγοράσει η Λίνα ως δώρο για τα γενέθλια της. Τη σκέφτηκε για λίγο και αναρωτήθηκε τι να κάνει τώρα στο Μιλάνο όπου σπουδάζει εργατικό δίκαιο και εργασιακές σχέσεις. Καιρό είχε να της στείλει mail για την πρόοδο της στο μεταπτυχιακό.. Της έλειψε, αλλά με όλα τα τρεχάματα της τώρα τελευταία δε το σκεφτόταν, δεν ένιωθε μοναξιά, δεν προλάβαινε δηλαδή να νιώσει. Ακόμη και στα όνειρα της δεν προλάβαινε να τη δει. Άνοιξε το iPad 24 και πλημμύρισε στα μηνύματα . Ένα SOS μήνυμα την ειδοποιούσε ότι η Πρόεδρος του Κόμματος ανέβαλε το ραντεβού μαζί της γιατί έπρεπε να πάρει μέρος σε σύσκεψη οικονομικών και πολιτικών παραγόντων και αρχηγών με θέμα την αντιμετώπιση της επίθεσης των καρχαριών /κερδοσκόπων του ετοίμαζαν επίθεση κατά των αδύναμων οικονομιών της νότιας Ευρώπης.


Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (1ο μέρος) του Θανάση Τσακίρη

Θανάσης Τσακίρης

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

1ο μέρος


Ένα "δικαιωματικό διήγημα"
Αθήνα - Πάτρα
Άνοιξη 2010


Η Ελευθερία έσβησε με το τακούνι της το τσιγάρο της στο χώμα που είχε ψιλολασπώσει λίγο από την πρωινή ψιχάλα. Έψαξε στην τσάντα της για το ηλεκτρονικό κλειδί του αυτοκινήτου της αλλά δε το βρήκε. «Όχι ρε πούστη μου» είπε με τσαντίλα και ξαναμπήκε στο σπίτι της. Ήταν ένα δίπατο παλιό αρχοντικό στα Τρίστενα που το είχε κληρονομήσει από τον παππού της που ήταν κάποτε δήμαρχος στην πόλη. Τώρα το χρησιμοποιούσε σαν καταφύγιο όταν ήθελε να γλιτώσει από τις σκοτούρες της καθημερινής λειτουργίας του Τμήματος Θεωρίας του κόμματος στο οποίο άνηκε αλλά και για να γράψει, να μελετήσει και να σχεδιάσει νομοσχέδια για την μελλοντική κυβέρνηση.

Οι δημοσκοπήσεις των Omega Research, W-RSU και eREPublic έδιναν αυτοδυναμία στο κόμμα στις εκλογές που θα προκηρύσσονταν σε λίγες μέρες από την καταρρέουσα κυβέρνηση της «Νέας Πολιτείας» .Οι άλλες δημοσκοπήσεις έδειχναν μεν προβάδισμα του Κόμματος Κοινωνικής Δημοκρατίας αλλά και με μικρή διαφορά Υπήρχε και μια δημοσκόπηση που έδειχνε μάχη στήθος με στήθος. Η υποψήφια πρωθυπουργός Τζώρτζια Αλεξανδράτου περίμενε υπομονετικά δυο τετραετίες για να έρθει η ώρα της, αφότου παρέλαβε τη σκυτάλη από τον τότε αρχηγό του κόμματος Κώστα Αραχωβίτη. Ο Αραχωβίτης έχασε τότε με μεγάλη διαφορά από την επελαύνουσα «Νέα Πολιτεία» και τον τελευταίο απόγονο της δυναστείας των Μαυρομάτηδων, τον Ζαφείρη. Τώρα όμως η κυβέρνηση του δεν άντεχε να παραμείνει στην εξουσία μετά από τόσες και τόσες καταγγελίες για σκάνδαλα κακοδιαχειρίσεις, σπατάλης των χρημάτων των ασφαλισμένων μισθωτών ιδιωτικοποίησης κερδοφόρων επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα και ίδρυση νέων δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να «βολέψει» ημέτερους.

Μάλιστα είχε προηγηθεί εξέγερση νέων, ανέργων, μεταναστών και επισφαλώς απασχολούμενων που είχε σαρώσει η χώρα και κατεστάλη με τη χρήση βίας και με τίμημα τέσσερις νεκρές γυναίκες εργάτριες σε μια διαδήλωση των απολυμένων από μια μεγάλη παπουτσοβιομηχανία. Ύστερα από όλα αυτά ο Ζαφείρης Μαυρομάτης ετοιμαζόταν να παραιτηθεί υπέρ μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης που θα διενεργούσε τις πρόωρες εκλογές.

Η Ελευθερία βρήκε τελικά το ηλεκτρονικό κλειδί, κλείδωσε το σπίτι και μπήκε επιτέλους στο υβριδικό Civic Honda της και ξεκίνησε για την Αθήνα. Το πρωί θα έπρεπε να παρουσιάσει στην Τζώρτζια το σχέδιο Νόμου που θα ψήφιζε η νέα κυβέρνηση αμέσως μετά την ορκωμοσία της και τις προγραμματικές δηλώσεις της στη βουλή και την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης . Το σχέδιο νόμου αφορούσε την νομιμοποίηση των ξένων μεταναστών /τριών που ζούσαν στην Ελλάδα εδώ και μια πενταετία και είχανε σχετικώς επαρκή γνώση της γλώσσας. Επίσης προέβλεπε την απόδοση όλων των δικαιωμάτων των παιδιών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και τα οποία ανέρχονταν σε δεκάδες χιλιάδες. Πήγαιναν στο δημοτικό , στο γυμνάσιο και στο λύκειο, αλλά όταν ερχόταν η ώρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της συμμετοχής στις εκλογές το ελληνικό κράτος έκανε πως δεν τους ήξερε.

«Εγώ φοβόμουν να σε αγαπήσω εσύ φοβόσουνα να αγαπηθείς» τραγουδούσαν οι Πυξ Λαξ στον 100,4 fm της Πάτρας όταν περίμενε στωικά η Ελευθερία στα διόδια του Ρίου για να περάσει. Λίγο πιο πέρα υπήρχε μεγάλο μποτιλιάρισμα. Μια καραμπόλα και πέντε τσακισμένα αυτοκίνητα και άλλα τόσα νοσοκομειακά που έπαιρναν τους τραυματίες για να τους πάνε απέναντι στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Βλέποντας τα φορεία να μπαίνουν στα νοσοκομειακά αυτοκίνητα η Ελευθερία σκεφτόταν το δεύτερο νομοσχέδιο που θα ήταν για την υγεία.

«Αϊ της αγάπης μαχαιριά» τραγουδούσε στο ράδιο ο Νταλάρας, σε μια καλή διασκευή του τραγουδιού των Κατσιμιχαίων. Σιγά -σιγά προχωρούσε η αυτοκίνητη «πορεία» των εκδρομέων λόγω και των έργων για τη χάραξη νέας εθνικής οδού που θα αντικαταστήσει τη σημερινή καρμανιόλα για την οποία ολοένα και πιο πολλοί οδηγοί αρνιούνται να πληρώσουν τα διόδια. Ο δρόμος άνοιγε κοντά στο Αίγιο είχε βγει ο φλεβαριάτικος ήλιος και η οδήγηση έγινε πιο υποφερτή. Όμως νέα οδικά προβλήματα θα συναντούσε στο ύψος της Ακράτας . Οι τελευταίοι αγρότες που είχαν στήσει μπλόκο στη διασταύρωση αποχωρούσαν αργά – αργά για να πάρουν μέρος στην σύσκεψη του Παμπελοποννησιακού Συντονιστικού Οργάνου ώστε να κανονιστούν οι επόμενες κινητοποιήσεις και να συντονιστούν καλύτερα με τους συναδέρφους της Στερεάς Ελλάδας, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας που ακόμη κρατούσαν τα μπλόκα τους .

Οι αγρότες της Πελοποννήσου δεν είναι δυνατόν να κινητοποιηθούν μαζικά λόγω των πελατειακών σχέσεων με τις οποίες συνδέονται με τα υπάρχοντα κόμματα εξουσίας. Εσχάτως νέοι παραγωγοί έχουν ξανά συσπειρωθεί στο Κόμμα Κοινωνικής Δημοκρατίας δίνοντας του μια πιο νεανική εικόνα μιας και ασχολούνται με βιολογικές καλλιέργειες και όπου εντοπίζουν καλλιέργειες μεταλλαγμένων οργανώνουν διαδήλωση έξω από το χώρο καλλιέργειας και ενίοτε καταστρέφουν συμβολικά μέρος της καλλιέργειας.


«Να το τρίτο νομοσχέδιο» σκέφτηκε φωναχτά. «Θα βοηθήσουμε τους βιοκαλλιεργητές με δάνεια, συνεταιρισμούς, ειδικά τμήματα στις γεωργικές σχολές των ανώτατων και ανώτερων σχολών για τις βιολογικές καλλιέργειες, θα απευθυνθούμε για περαιτέρω επιστημονική βοήθεια στα Τμήματα Περιβάλλοντος ».

«Άντε κυρία μου κουνήσου » ούρλιαξε ο αξιωματικός της τροχαίας.

«Ξύπνα μωρή » φώναξε ο νταλικέρης από πίσω , «Άιντε απορώ ποιος δίνει δίπλωμα σε ξανθιές» συνέχισε .

Ατίθαση και ωραία η Ελευθερία υψώνει το μεσαίο δάχτυλο στο νταλικέρη και πατάει γκάζι κάνοντας τον αξιωματικό να πηδήξει στη βοηθητική λωρίδα για να σωθεί από την «εκδίκηση της ξανθιάς».


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.....


"Μάτια που καίνε" (μέρος 4ο) του Θανάση Τσακίρη


ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ



ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ



Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ



Αθήνα - Πάτρα

Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010

Σύνδεση με τα προηγούμενα: http://tsakthan.blogspot.com/2012/02/3.html






Κόντευαν να φτάσουν στο Λόγγο ο Αλέξανδρος και η Εύη. Το φεγγάρι έλουζε τα πρόσωπα τους. Ποιος θα έκανε το πρώτο βήμα, αν το έκανε; Ο Αλέξανδρος φυλάει τα ρούχα του για να έχει τα μισά. Την ποθεί αλλά τον συγκρατεί το παρελθόν του και η έμμονη ιδέα του για το τι θα πει ο κόσμος της μικρής κλειστής κοινωνίας της Συμπολιτείας. Είναι και οι δυο τους μέλη της Αχαϊκής κίνησης για την υπεράσπιση της ζωής και των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών/τριων. Ο Αλέξανδρος ως παλιό στέλεχος κόμματος της ιστορικής αριστεράς είναι δύσκολος στην έκφραση των αισθημάτων του. Η Εύη όμως όχι . Έχει που έχει μια προτίμηση στους μεγαλύτερους σε ηλικία άντρες, ο Αλέξανδρος ως παλιός μέντορας της τής έρχεται «κουτί ». Του εκδηλώνει με κάθε πλάγιο τρόπο την ερωτική της διάθεση γι’ αυτόν που συχνά ο ίδιος ή δε την αντιλαμβάνεται ή κάνει πως δεν την αντιλαμβάνεται. Πάλι, όμως, κάτι πήγε στραβά. Ο Αλέξανδρος ξανακατέστειλε τον εαυτό του και η Εύη έπρεπε να γυρίσει στο μαγαζί .Τον κατάλαβε πως ξαναμπλοκαρίστηκε και είπε να κάνει υπομονή την επόμενη φορά. Του χάιδεψε απαλά το αυτί και πριν τον καληνυχτίσει του υπενθύμισε ότι το πρωί του Σαββάτου έπρεπε να είναι παρόντες στην αντιρατσιστική διαδήλωση στην Πάτρα. Κάτι ψέλλισε περί «κούρασής» του και πως θα έπρεπε να δουλέψει κάτι σχέδια αλλά δεν έγινε πιστευτός οπότε η Εύη του ρίχνει δολοφονική ματιά αντί για πονηρή.


-Λοιπόν είπα και ελάλησα . Αύριο περνάω με τη μοτοσικλέτα γέρο μου και σε παίρνω και πάμε καρφί για την πρώτη γραμμή της πορείας. Και όσο και για τα άλλα που λέγαμε, όπως λες και εσύ, η ζωή είναι κάπως…μεγάλη.

-Γι αυτό μανάρι μου σε αγαπώ και σε λατρεύω αλλά υπάρχουν και άλλες παράμετροι στην υπόθεση που τις αγνοείς τις ξέρω εγώ και πρέπει να τις ξέρω μόνο εγώ.

-Γέρο κόψε την πλάκα και τις μηναριές. Μυστικά από μένα δε μπορείς να έχεις ή μάλλον δε θα έχεις για πολύ ακόμα. Ξέρεις με ποια έχεις μπλέξει. Έτσι δεν είναι ;

-Το παρατραβάς, κούκλα μου το σκοινί. Θα σπάσει και θα κλαις.

-Ααα, όταν βάζει η Εύη στο μυαλό της μια τέτοια ιδέα δε την σταματάς. Ξηγηθήκαμε; Σε θέλω και με θέλεις. Τέρμα και τελείωσε. Αύριο να είσαι έτοιμος με το κράνος ανά χείρας. Θα περάσω στις εννέα ακριβώς.

-«Βρε πού έμπλεξα!» ψιθύρισε ο Αλέξανδρος.

-Σε άκουσα γέρο μου, σε άκουσα. Τρέχω τώρα γιατί πρέπει να βγάλουμε και κανένα ευρώ για το μέλλον μας» του πέταξε και έκανε μεταβολή προς το μπαρ της.



Ήθελε δεν ήθελε ο Αλέξανδρος πήρε το κράνος του και το κινητό του και στις εννιά ακριβώς ανέβαινε στη «χιλιάρα» ΚΤΜ 990 Αdventure της Εύης. Η καρδιά του χτυπούσε εις διπλούν μια για την Εύη και μια για το τρελό και άγριο οδήγημα της. Δεν πρόλαβε καλά – καλά να συνειδητοποιήσει πως όλη του η ζωή πέρασε καρέ – καρέ μπροστά στα μάτια του, οι συλλογικοί αγώνες, οι ατομικές του αγωνίες, τα πρώην και νυν αγαπημένα του πρόσωπα και είχαν ήδη φτάσει στα διόδια του Ρίου. Η Εύη χαλάρωσε και μείωσε ταχύτητα μιας και οι τροχαίοι είχαν πιάσει τα πόστα και θα ήταν «ξεφτίλα» να χάσουν ώρα από τη διαδήλωση για μια κλήση λόγω υπερβολικής ταχύτητας. Φτάσανε στον παλιό σταθμό των τρένων όπου θα συγκεντρωνόταν οι διαδηλωτές /τριες και οι πρόσφυγες. Πρόλαβαν ίσα – ίσα να ασφαλίσουν τη μηχανή και η πορεία άρχιζε. Η Εύη έπιασε τη ντουντούκα και καλούσε τις διαδηλώτριες να αψηφήσουν το κρύο και να ενώσουν τις φωνές και τις καρδιές τους και να φωνάζουν: «οι μετανάστες είναι της γης οι κολασμένοι», «αλληλεγγύη στους μετανάστες», και «κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος»

.

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, ο Παντελής περνούσε την πόρτα του αστυνομικού τμήματος της περιοχής όπου καταγγέλθηκε η κλοπή. Οι αστυφύλακες που ήταν εκείνη την ώρα σε υπηρεσία τον οδήγησαν μπροστά σε 5 συλληφθέντες «πακιστανούς» όπως τους νόμιζε. Τους κοίταγε από εδώ, τους κοίταγε από εκεί, τους περιεργαζόταν, μα δεν θυμήθηκε κανένα πρόσωπο να μοιάζει με εκείνα όσων κάθονταν στα παγκάκια την ώρα που στάθμευε το ταξί. Νευριασμένος κάνει μεταβολή και βγαίνει σα μαινόμενος ταύρος κλωτσώντας όποιον «μελαψό» έβλεπε μπροστά του.



Οι «μελαψοί» προσπαθούσαν να γλιτώσουν από την επιθετική επιδρομή του Παντελή εναντίον τους. Καθώς ήταν γεροδεμένος κατάφερε να κρατήσει έναν άτυχο που παρά λίγο να τον πνίξει Τον άφησε γρήγορα και έτρεξε πίσω από έναν άλλο τον οποίο τον έπιασε και του έδωσε μια ξεγυρισμένη μπούνια που είχε ως αποτέλεσμα να του σπάσει τη μύτη και 2 δόντια. Οι αστυφύλακες τον κοίταγαν και δεν έκαναν τίποτα για να σταματήσουν. Κάποια στιγμή «ξεθύμανε» και έτρεξε προς τη σκάλα για να φύγει. Του ορμάει ένας από τα δύο «θύματα» του και του ρίχνει μια κλωτσιά οπότε ο Παντελής έπεσε και «μέτρησε» δυο- τρία σκαλοπάτια.



Για πότε κινήθηκαν οι αστυφύλακες να μπαγλαρώσουν τους «μελαψούς» και να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες στον Παντελή δε λέγεται. Μετά από λίγα λεπτά οι «μελαψοί» οδηγήθηκαν στα κρατητήρια και ο Παντελής έφευγε σαν «κύριος», παρ ότι χτύπησε ανυπεράσπιστους και δεμένους με χειροπέδες ανθρώπους. Μπήκε στο ταξί του με εκδικητική διάθεση. Στη γωνία καμία δεκαριά μαυροντυμένοι νεαροί με ξυρισμένα κεφάλια μάζευαν υπογραφές για «δημοψήφισμα » εναντίον της ύπαρξης μεταναστών στην Ελλάδα. Σταμάτησε το ταξί, προχώρησε προς το μέρος τους και υπέγραψε στο χαρτί τους. ο Παντελής ο πρώην μετανάστης είχε αρχίσει να κυνηγάει μετανάστες.

Sunday, February 26, 2012

ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ (μέρος 3ο) του Θανάση Τσακίρη)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ


ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ

Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ


Αθήνα-Πάτρα

Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010


Σύνδεση με τα προηγούμενα:
http://tsakthan.blogspot.com/2010/11/2.html

Όσο περπάταγαν στην παραλία, κι ο Αλέξανδρος αγκάλιαζε την Εύη προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το κουβάρι της ζωής του, ακούγοντας της γλυκές της φλυαρίες, στην Αθήνα εξελισσόταν μια παράλληλη ιστορία. Είναι 8 το βράδυ και η Αθήνα δε λέει να ησυχάσει..Ούτε και ο Παντελής ο ταρίφας. Απροσάρμοστος τύπος ο Παντελής δούλεψε 5 χρόνια στην Όπελ κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ΄70 και του ΄ 80 από όπου απολύθηκε στα μέσα του 1985, όταν η εταιρεία άρχισε να προσανατολίζεται προς τα πρώτα οικολογικά αυτοκίνητα.


Ο Παντελής δεν μπορούσε να καταλάβει και να προσαρμοστεί στη νέα τεχνολογική εποχή της εταιρείας. Μάζεψε τα μπογαλάκια του και με το νεογέννητο γιο τους και την κυρά του τη Φρόσω πήραν το δρόμο της επιστροφής στα πάτρια εδάφη στην Καρδίτσα. Όμως ο κάμπος ήταν πια σκληρός για τον Παντελή . Και έτσι λίγους μήνες μετά πήρε τη φαμελιά του, βρήκε ένα συγγενή του βουλευτή της «μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης» που τον «βόλεψε» στα αστικά λεωφορεία της Αθήνας.

Τρία χρόνια μετά, όταν ιδιωτικοποιήθηκε η εταιρία συγκοινωνιών, δόθηκε στον Παντελή και σε έναν άλλο φίλο του άδεια λειτουργίας ιδιωτικού λεωφορείου στη γραμμή Πειραιάς – Αμφιάλη. Ένα βράδυ τον σταμάτησαν στο δρόμο οι απεργοί. Ο Παντελής τα πήρε στο κρανίο. Άρπαξε ένα ρόπαλο του μπειζ μπολ και όρμηξε μόνος του εναντίον της απεργιακής φρουράς. Κανένας επιβάτης δεν του συμπαραστάθηκε όταν οι απεργοί του σκίσανε τα ρούχα και τον άφησαν εν μέσω της κεντρικής λεωφόρου μόνο με τα εσώρουχα . Ο Παντελής γύρισε σπίτι κλαμένος και δαρμένος. Ορκίστηκε σε ό,τι είχε ιερό πως κάποια μέρα θα τους εκδικηθεί . Όταν άλλαξε η κατάσταση και τα λεωφορεία επανήλθαν στο δημόσιο τομέα, ο Παντελής έφυγε μόνος του με τον καημό πως δεν βρήκε αυτούς που τον ντρόπιασαν. Έχοντας «κονέ» με παλιούς του φίλους από τη Γερμανία , βρήκε ένα μεταχειρισμένο Όπελ ταξί και άρχισε να δουλεύει πρωί μεσημέρι και βράδυ. Ο Λουκάς πήγαινε πια στο δημοτικό και είχε έξοδα. Η κυρά-Φρόσω μεγαλωμένη για νοικοκυρά δεν έβγαινε από το σπίτι που ήταν δίπλα από το προπονητήριο του Ολυμπιακού στου Ρέντη. Πάλι καλά που είχε τσάμπα εισιτήρια για τον Ολυμπιακό και κάπως εκτονωνόταν. Έτσι τσούλησε η δεκαετία με το ταξί, τον Λουκά να βγάζει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να βγάλει και μια ανώτερη τεχνική σχολή, ώσπου ήρθε η ώρα να πάει φαντάρος. Την Παρασκευή εκείνη ο Λουκάς θα επέστρεφε από την άδεια του στο στρατόπεδο στη Φλώρινα. Ο Παντελής πήγε το Λουκά στο σταθμό Λαρίσης και του ευχήθηκε στεγνά καλό ταξίδι.


Στο δρόμο για το σπίτι χτυπάει το κινητό. Ήταν ο Λουκάς που του είπε πως ξέχασε την ειδική στρατιωτική ζώνη και φοβόταν μήπως φάει στέρηση εξόδου για βλακείες . Ο Παντελής το γκάζωσε, γαμοσταύρισε συναδέλφους του που του έκοβαν το δρόμο, καβάλησε κράσπεδα και χωρίς να το καταλάβει φτάνει στο σπίτι. Ανοίγει με βιασύνη τη πόρτα του φτωχικού διαμερίσματος, λέει στη Φρόσω να του βρει τη «γαμημένη τη ζώνη». Του τη βρίσκει τη ζώνη, την αρπάζει ο Παντελής κι έτσι όπως την άρπαξε χτύπησε κατά λάθος τη Φρόσω στο πρόσωπο που άρχισε να ματώνει . Αυτός, όμως, δεν το είχε πάρει χαμπάρι. Πάλι πατάει γκάζι, πάλι γαμοσταυρίζει και στο τέλος προλαβαίνει το Λουκά. Όμως για να προλάβει άφησε το ταξί σε μια γωνιά αφύλακτο με ανοιχτό παράθυρο και ξεκλείδωτη πόρτα. Γυρνάει και βλέπει τι βλακεία έκανε. Ψάχνει το ντουλαπάκι και είχαν κάνει φτερά το δίπλωμα και το πορτοφόλι του με 600 ευρώ που είχε μαζέψει όλη τη βδομάδα για να πληρώσει την εισφορά στον ΟΑΕΕ, στην εφορία και ούτω καθεξής. Ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει γραμμή για την αστυνομία ο Παντελής.

Saturday, November 27, 2010

"ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ" μέρος 2ο

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ
  
Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ 

Αθήνα-Πάτρα
                                Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010
Σύνδεση με τα προηγούμενα...


-          Καλώς τον Αλέξανδρο. Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε . Έτσι είναι οι φίλοι ;
-          Ευάκι μου, μανάρι μου. Όταν μεγαλώσεις  θα με καταλάβεις. Θα με θυμηθείς. Δεν είναι μόνο η δουλειά που με κρατά μακριά σου. Είναι και αυτές οι ρημάδες οι μαύρες σκέψεις, οι αναμνήσεις που με κάνουν να πέφτω στις μαύρες τρύπες και να χάνομαι για λίγες μέρες. Αγάπα τον πλησίον σου και με τα ελαττώματά του. Έτσι δεν μας έλεγαν στο κατηχητικό; Μα που να ξέρεις κούκλα μου τα δικά μας τα κατηχητικά των sixties; Εσύ δεν ήσουν ακόμα ούτε στη σκέψη του μπαμπά σου.
-          Γέρο μου σε έπιασαν πάλι τα γεροντίστικα και άρχισες να παραληρείς; Και ακόμη δεν ήπιες ούτε μια σταγόνα.
-          Με μεθάς εσύ λεμονιά μου μόνο που σε βλέπω.
-          Λοιπόν Μπάρμπα, πάω να πω στο Μήτσο το «δήμαρχο» να κάτσει στο πόδι μου στο μαγαζί και πάμε μια βόλτα στα παράλια γιατί δε θα τη βγάλω καθαρή απόψε .


Σηκώθηκε η Εύη να πάει στη μπάρα για να πει στο Μήτσο ότι έχει fifty –sitting  για κανένα δίωρο και θα επιστρέψει. Ο Αλέξανδρος θαύμαζε την κορμοστασιά και τα πλούσια μαύρα μαλλιά της πρώην φοιτήτριας του στο Πολυτεχνείο, που είχε μετατρέψει ένα μισό ερειπωμένο καφενείο – μπαρ των αρχών του 20ού αιώνα σε υπόδειγμα εσωτερικής αρχιτεκτονικής. Έπιασε τον εαυτό του να ονειροπολεί. Πάνε χρόνια που ένιωθε για γυναίκα τέτοιο πόθο. Όλες οι σχέσεις του είχαν καταλήξει σαν έρημα σπίτια . Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης που λέει ο «σοφός λαός».Βιάστηκε να καταπνίξει αυτό το συναίσθημα.

-          «Είμαι 50 και είναι 35. Τι θα πει ο κόσμος;» Σκέφτηκε φωναχτά .
-          «Ποια είναι 35, μπάρμπα;» άκουσε την ξαδέρφη του την Κάτια να του ψιθυρίζει στο αυτί και κουνήθηκε από τη θέση του.
Η Κάτια ήταν ακόμα πιο μικρή και από την Εύη. Ήταν κόρη της αδερφής του από το δεύτερο γάμο της.  Και κατά σύμπτωση έμοιαζε με την Εύη, λες και ήταν αδελφές. Μόνο στο χρώμα μαλλιών και των ματιών άλλαζαν .Η Κάτια ως απόγονη Ρωσίδας αριστοκράτισσας ήταν καστανόξανθη με πράσινα μάτια.
-          Ρε κορίτσια  με έχετε κάνει να νιώθω σαν τον πρωταγωνιστή του «Οχτώμιση» του «Φελίνι» .
-          «Ποιος είναι αυτός μπάρμπα;» νιαούρισε η Κάτια
-          Πού να στο εξηγώ τώρα; Κατέβα μαζί μου στην Αθήνα μια μέρα να σε πάω σε πολυσινεμά να δούμε το «εννέα» που βασίζεται στο «οχτώμιση» και μετά τα λέμε.
Στο μεταξύ η Εύη πλησίαζε με ένα κατακόκκινο σάλι που την έκανε ακόμα πιο φωτεινή και φλογερή . Άντε πάλι ο Αλέξανδρος να καταπνίξει το συναίσθημα.
-          Καλό μου, θα σου κλέψω το θείο σου για καμιά –δύο ώρες αν δε σε πειράζει. Απόψε είναι δικός μου .
-          Θείε, σου έφεξε απόψε και έχει και πανσέληνο
-          Μικρό βγάζουμε γλώσσα;» της πέταξε η Εύη.
-          «Άντε γειά»  είπε η Κάτια και σηκώθηκε για να συνεχίσει την τσάρκα της στα μπαρ της παραλίας .
-          Πάμε γέρο μου πάμε μια βόλτα γιαλό- γιαλό: Άκολη, Σελιανίτικα, Λόγγο Καμάρες. Τώρα που το φεγγάρι μας λούζει φως .
-          Πως λέμε Βόλο, Λάρισα, Καρδίτσα, μια βδομάδα θα χαθώ;
-          «Ναι γέρο μου, έτσι είναι όπως τα λες» λέει η Εύη και τον πιάνει αγκαλιά τον Αλέξανδρο και ξεκινούν για τη βραδινή φεγγαρότσαρκα.

Συνεχίζεται.....

Saturday, October 30, 2010

ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ - Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα νουάρ του Θανάση Τσακίρη

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ






ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ


Ένα ερωτικό αντιρατσιστικό διήγημα-νουάρ





Αθήνα
Φεβρουάριος-Σεπτέμβριος 2010


Ο Αλέξανδρος, ένας πενηντάρης αρχιτέκτονας με διδακτορικό στην κοινωνιολογία του χώρου, ζει και δουλεύει στην Καλλίπολη στον Πειραιά .Όπως πολλοί της γενιάς του, ειδικά του κλάδου του και, κατά ένα ανεξήγητο τρόπο, οι σπουδαγμένοι στη Φλωρεντία, όπως αυτός, διδάσκουν στα Πολυτεχνεία με το καθεστώς του ΠΔ 407/80.
Ο Αλέξανδρος τα σαββατοκύριακα αποσύρεται στο μικρό εξοχικό του στα Σελιανίτικα του Καποδιστριακού Δήμου Συμπολιτείας της δυτικής Αιγιαλείας. Το κτήμα το κληρονόμησε από την εκ πατρός γιαγιά του την οποία δε γνώρισε ποτέ. Μοιάζει με ένα μικρό λεμονοδάσος με λίγες πορτοκαλιές για να σπάει λίγο η μονοτονία. Μόλις φτάνει στο κτήμα το βράδυ της Παρασκευής παίρνει μια βαθιά ανάσα από αυτό το μεθυστικό άρωμα μα νιώθει τόση αγαλλίαση όση δε νιώθει όλη τη γεμάτη δράση και συγκινήσεις εβδομάδα που ζει με τους φοιτητές και τις φοιτήτριες του και με τους συνεργάτες του που κατασκευάζουν χώρους υποδοχής προσφύγων για να στεγάσουν προσωρινά τα όνειρά τους οι «κολασμένοι» της γης που κατά κύματα φτάνουν στη χώρα κατατρεγμένοι από θεούς και δαίμονες,φτώχεια, πολέμους  και μιζέρια . Έτσι και αυτή τη γλυκιά Παρασκευή στα τέλη του Γενάρη, όπως πάντα, πήρε το λεωφορείο της γραμμής, αυτό που πάει από την παλιά εθνική  οδό μέσα από τα χωριά του Κορινθιακού, και έφτασε στο Αίγιο. Πήγε μια βόλτα στο σταθμό του τρένου, περπάτησε κατά μήκος της παραλίας και σταμάτησε για ένα ποτό στο παλιό καφενείο της Γκόλφως του Αγγελόπουλου για να ξαναζήσει για άλλη μια φορά στη φαντασία του ολόκληρο το σκηνικό του «Θιάσου» . Δεν μπορούσε να κάτσει μέσα στο μπαρ που ήταν γεμάτο καπνιστές και έτσι στρογγυλοκάθισε στο πιο κοντινό στο δρόμο τραπέζι . Ήρθε η Εύη, η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού και του έσκασε ένα πονηρό χαμόγελο. (Συνεχίζεται...)

Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)                                                                    του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...