Showing posts with label Πολιτική Επιστήμη. Show all posts
Showing posts with label Πολιτική Επιστήμη. Show all posts

Monday, February 24, 2020

Δημοκρατικοί- Ρεπουμπλικάνοι: Το δεύτερο κομματικό σύστημα των ΗΠΑ (του Θαν. Τσακίρη)


Το 1824 μια νέα γενιά ηγετών εμφανίστηκε στα τότε κόμματα. Στο μεταξύ είχαν εκλείψει οι Φεντεραλιστές και είχαν κυριαρχήσει οι Ρεπουμπλικανοί. Η θεματολογία των εκλογών δεν χαρακτηριζόταν πια από τα έντονα προβλήματα και οι συγκρούσεις μεταξύ Βρετανόφιλων και Γαλλόφιλων (ουσιαστικά εκπροσωπούσαν καπιταλιστές που είχαν αντίστοιχους εμπορικούς προσανατολισμούς και εκφράστηκαν με τις αντίστοιχες στοιχίσεις στις πολεμικές συρράξεις των δύο μεγάλων δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης). Νικητής από τους νεώτερους Ρεπουμπλικανούς (μόνο από αυτούς ήταν οι 4 υποψήφιοι) αναδείχθηκε ο Άντριου Τζάκσον από την Πολιτεία Τεννεσή.



Οι υποστηρικτές του Τζάκσον άρχισαν να διαμορφώνουν το σύγχρονο Δημοκρατικό Κόμμα. Κατά τη διάρκεια της εποχής αυτής, η ψηφοφορία επεκτάθηκε σε  όλους τους ενηλίκους λευκούς άνδρες. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από την οικοδόμηση ενός «πελατειακού κράτους». Eπίσης προώθησε την εκτελεστική σε βάρος της νομοθετικής λειτουργίας Το δεύτερο  κομματικό σύστημα χαρακτηρίστηκε από τα ραγδαία αυξανόμενα επίπεδα ενδιαφέροντος των ψηφοφόρων, που άρχισε το 1828, όπως φαίνεται από την προσέλευση στις συγκεντρώσεις, τις παραταξιακης εφημερίδες και τους υψηλούς βαθμούς προσωπικής πίστης στα κόμματα. [1]

Σύμφωνα με έναν εξέχοντα ιστορικό είναι δίκαιο να δηλώσει κανείς ότι ο Τζάκσον εισήγαγε το ‘σύστημα των λαφύρων ’στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και ποτέ του δεν το μετάνιωσε.[2] Η πολιτική λογική του για τη στελέχωση της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού ήταν τόσο απλή όσο των ανθρώπων των δυτικών συνόρων: «Τα καθήκοντα όλων των δημοσίων λειτουργών είναι (…) τόσο σαφή κι απλά που άνθρωποι με εξυπνάδα μπορούν μετά χαράς αυτοπροταθούν για να αναλάβουν να τα εκτελέσουν (…) και δεν μπορώ παρά να πιστεύω πως έχουμε πολλά να χάσουμε αν υπάρχουν άνθρωποι που κατέχουν μια θέση επί μακρόν από όσα γενικά μπορούμε να κερδίσουμε από την εμπειρία τους (. . ) Δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει περισσότερα φυσικά δικαιώματα από κάποιον άλλο πάνω σε δημόσιες θέσεις εργασίας.»[3] Απέναντί του στάθηκαν οι Ουίγοι (Whigs ήταν οι Φιλελεύθεροι στη Βρετανία και όσοι κάτοχοι αξιωμάτων στις αποικίες αντιστάθηκαν στους Βρετανούς και πήραν μέρος στην επανάσταση του 1776) και άλλοι πολιτικοί σχηματισμοί με κύριο το Αντι-Μασονικό Κόμμα που ήταν το «κόμμα νέου τύπου» γιατί δημιουργήθηκε από τα κάτω ως «εξωκοινοβουλευτικό» μαζικό κόμμα με συγκεκριμένη ατζέντα, της οποίας το κύριο αίτημα ήταν ο πλήρης εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής με το κλείσιμο των «μυστικών οργανώσεων».

Στις εκλογές του 1836 ο Μάρτιν Βαν Μπιούρεν, διάδοχος του Τζάκσον, υπό την ταμπέλα των «Δημοκρατικών Ρεπουμπλικανών» νίκησε τους Ουίγους που διασπάστηκαν μεταξύ τριών υποψηφίων. Μεταξύ 1840 και 1852 είχαν σχηματιστεί και συγκρούονταν τα κόμματα των μαζικών οργανώσεων, Ουίγοι και Δημοκρατικοί (υπό τον Βαν Μπιούρεν). Στις εκλογές του 1840 οι Ουίγοι κέρδισαν με τον στρατιωτικό θρύλο που άκουγε στο όνομα Γουίλιαμ Χένρι Χάρισον του Οχάιο: «Ο λόγος για τον οποίο η εκστρατεία του 1840 εξελίχθηκε στην  πιο διασκεδαστική και πιο βλακώδη προεδρική εκλογή είναι το ότι οι Ουίγοι νίκησαν τους Δημοκρατικούς με τις ίδιες τις μεθόδους τους. Δεν υιοθέτησαν ουδεμία πλατφόρμα, έχρισαν υποψήφιο έναν στρατιωτικό ήρωα, αγνόησαν τα πραγματικά διακυβεύματα και δεν απευθύνθηκαν στη νοημοσύνη των ψηφοφόρων αλλά στα συναισθήματά τους. Οι προσδοκίες του κέρδους και της πατρωνίας χρησιμοποιήθηκαν για ‘την άντληση των ψήφων’ και στο λαό προσέφεραν ένα μεγάλο σόου».[4] Ο εκλεγείς Χάρισον δεν πρόλαβε να το χαρεί και πέθανε διαδεχόμενος από τον αντιπρόεδρος Τζων Τάιλερ. Οι Ουίγοι είχαν παράλληλα κερδίσει και την πλειοψηφία της Γερουσίας. Όμως, η πολυσυλλεκτικότητά τους στάθηκε η αχίλλειος πτέρνα τους κι έτσι διασπάστηκαν για να επανέλθουν το 1844 οι Δημοκρατικοί στην Προεδρία.

 Στις εκλογές αυτές εμφανίστηκε το Liberty Party με σκοπό του την κατάργηση της δουλείας ως μονοθεματικό κοινωνικο-κινηματικό κόμμα και πήρε 2% αφαιρώντας ψήφους από τους Ουίγους που με τη σειρά τους ξαναπήραν την Προεδρία το 1848, πάλι με στρατιωτικό ήρωα, τον Ζάκαρι Ταίηλορ. Οι Δημοκρατικοί είχαν υποψήφιο τον Γερουσιαστή Λιούις Κας που ήταν αντίθετος με την επέκταση της δουλείας στις νέες κατακτήσεις (Νέο Μεξικό κλπ.) και αυτό στοίχισε ψήφους προς τους Ουίγους ενώ η μετριοπάθεια της αντίθεσής του έστειλε τους πιο ριζοσπάστες στο κόμμα Free Soil με υποψήφιο τον Βαν Μπιούρεν. Τέλος το 1852 διεξήχθη η τελευταία εκλογική εκστρατεία με κύριους αντίπαλους τους Δημοκρατικούς και τους Ουίγους. Το Free Soil δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο καθώς τα δύο μεγάλα κόμματα άρχισαν πλέον να διασπώνται με αφορμή την κατάργηση της δουλείας και τις επερχόμενες κοινωνικές ανακατατάξεις λόγω της εντατικοποίησης της εκβιομηχάνισης. Οι οικονομικά «προοδευτικοί» και κοινωνικά «συντηρητικοί» Ουίγοι έχασαν τις εκλογές και διασπάστηκαν. Το Δημοκρατικό Κόμμα διασπάστηκε σε Βόρειους αντίπαλους της δουλείας και σε Νότιους υπερασπιστές της  ανοίγοντας το δρόμο για την εμφάνιση και επικράτηση του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του ανερχόμενου βιομηχανικού καπιταλιστικού μπλοκ που υποσχόταν την κατάργηση της δουλείας (επί της ουσίας ήθελε ελεύθερο και φθηνό εργατικό για τις εργατουπόλεις του ανερχόμενου βιομηχανικού βορρά).

Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ενώπιον των πυλών. Από τα συντρίμμια του κόμματος των Ουίγων και την πτώση και διάσπαση των Δημοκρατικών ωφελήθηκε το μαζικό American Party με την αντιμεταναστευτική, αντικαθολική και μυστικοπαθή δραστηριότητά του μέσω των «μυστικών εταιριών» (οι διαβόητοι “Know-Nothings” που δεν άκουγαν, δεν έβλεπαν, δεν ήξερα τίποτα για τις μυστικές ενώσεις). Το Αμερικάνικο Κόμμα σάρωσε σε πολλές πολιτείες, κυρίως στη Μασαχουσέτη, στο Μέριλαντ και στο Κεντάκι, όπου πήρε τις τοπικές κυβερνήσεις και βουλές. Κι εκεί που όλοι νόμιζαν πως θα γίνει το νέο βασικό κόμμα, στην ετήσια συνδιάσκεψη του 1956 σκάει η φούσκα όταν επήλθε τεράστια ρήξη λόγω της σύγκρουσης Βορείων και Νοτίων για την κατάργηση της δουλείας. Οι Βόρειοι ήταν ο κύριος όγκος των συνέδρων του νέου Ρεπουμπλικανικού Κόμματος που απηύθυνε έκκληση συνεργασίας σε οπαδούς του Free Soil και των Ουίγων, σε Δημοκρατικούς που ήταν υπέρ της κατάργησης της δουλείας και σε δυσαρεστημένους Know-Nothings. Στις εκλογές του 1856 τα τρία κόμματα συγκρούστηκαν άγρια και οι Ρεπουμπλικανοί έκαναν την έκπληξη και με 33% των ψήφων εγκαταστάθηκαν στη δεύτερη θέση στέλνοντας το Αμερικάνικο Κόμμα στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Όλες αυτές οι εκλογικές αναμετρήσεις είχαν πολύ υψηλή συμμετοχή που έφτανε το 80% και η οποία έγινε ακόμη πιο υψηλή το 1860 όταν εκλέχτηκε πρόεδρος ο Ρεπουμπλικανός Αβραάμ Λίνκολν.






[1]McCormick Richard (1966) The Second American Party System: Party Formation in the Jacksonian Era. Chapel Hill: University of North Carolina Press,.
[2] Βλ. Morison, Samuel Eliot (1965) The Oxford History of the American People: 1789 Through Reconstruction. Tóμ. 2, New York, NY: Mentor, σελ. 165.
[3] Βλ. Morison, Samuel Eliot (1927) The Oxford History of the United States, 1783-1917. Oxford, England: Oxford University Press, σελ. 381. Έδιωξε από τον ομοσπονδιακό μηχανισμό όσους υποπτευόταν ότι ήταν άνθρωποι του προκατόχου του (περίπου έναν στους τρεις) και έβαλε στη θέση τους νέους που συχνά αποδεικνύονταν και ακατάλληλοι και διεφθαρμένοι.  
[4] Βλ. Morison, Samuel Eliot (1965) ο.π. σελ. 200.

Θανάσης Τσακίρης


ΠΡΟΔΕΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 1824
Presidential candidatePartyHome statePopular vote[a]Electoral vote
CountPercentage
Andrew Jackson[b]Democratic-RepublicanTennessee151,27141.36%99
John Quincy Adams[c]Democratic-RepublicanMassachusetts113,12230.92%84
William Harris Crawford[d]Democratic-RepublicanGeorgia40,85611.21%41
Henry Clay[e]Democratic-RepublicanKentucky47,53112.99%37
Unpledged electorsNoneMassachusetts6,6161.81%0
Other6,4371.71%0
Total365,833100.0%261

Thursday, February 06, 2020

Φεντεραλιστές εναντίον Ρεπουμπλικάνων: Το πρώτο κομματικό σύστημα των ΗΠΑ (του Θαν. Τσακίρη)














Φεντεραλιστές εναντίον Ρεπουμπλικάνων, 1790s-1810s
Οι Φεντεραλιστές. με επικεφαλής τον Χάμιλτον και τον Άνταμς, ήθελαν μια ισχυρή εθνική κυβέρνηση για να επιβάλει μια επιθετική οικονομική ανάπτυξη.



Οι Ρεπουμπλικανοί, με επικεφαλής τον Μαντισον   και τον Τζέφερσον , ήθελαν μια μικρή εθνική κυβέρνηση που θα σώσουν τους πολίτες  από βαριά φορολογία και κρατική παρέμβαση.












Οι Φεντεραλιστές έλεγχαν την κυβέρνηση στη διάρκεια της δεκαετίας του 1790. Οι Φεντεραλιστές αποδιοργανώθηκαν ως εθνικό κόμμα μετά τον πόλεμο του 1812.

Αυτή η πρώτη εποχή (πρώτο κομματικό σύστημα) διήρκεσε από το 1796 έως το 1816. Για τα πρώτα οκτώ χρόνια της ύπαρξης των ΗΠΑ ο Τζόρτζ Ουάσιγκτον προσέφερε μια ενοποιητική προεδρία. Αλλά όταν αποσύρθηκε, το έθνος γρήγορα χωρίστηκε σε αντίπαλα στρατόπεδα  με βάση ιδεολογικές γραμμές. Αυτά τα στρατόπεδα σύντομα έγιναν γνωστά ως Φεντεραλιστές και Ρεπουμπλικάνοι, τα δύο αρχέτυπα πολιτικά κόμματα του νέου έθνους.

Οι Φεντεραλιστές, με επικεφαλής τον Τζον Άνταμς και τον Αλέξαντερ Χάμιλτον, πίστευαν σε μια ισχυρή εθνική κυβέρνηση. Ερμηνεύοντας με ένα ευρύ τρόπο το Σύνταγμα υποστήριξαν ότι η κυβερνητική εξουσία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης μέσω της δημιουργίας μιας εθνικής τράπεζας και της κατασκευής δρόμων, λιμανιών και γεφυρών που χρηματοδοτούνται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι Φεντεραλιστές πίστευαν ότι το οικονομικό μέλλον της Αμερικής εξαρτάται από την καλλιέργεια ισχυρών εμπορικών δεσμών με τη Μεγάλη Βρετανία. Και υποστήριξαν ότι ο αναδυόμενος μεταποιητικός τομέας της Αμερικής θα πρέπει να ενθαρρυνθεί με προστατευτικά μέτρα.

Οι Ρεπουμπλικάνοι, που ονομάζονταν και επίσης Δημοκρατικοί Ρεπουμπλικάνοι, ήταν υπό την ηγεσία του Τόμας Τζέφερσον και του Τζέιμς Μάντισον. Υποστήριξαν μια λιγότερο ισχυρή εθνική κυβέρνηση που θα περιοριζόταν στις εξουσίες της με μια στενή ανάγνωση του Συντάγματος. Φοβήθηκαν ότι η ομοσπονδιακή παρέμβαση στην οικονομία θα ωφελούσε μόνο λίγους πλούσιους βορειοανατολικούς βιομήχανους και πίστευαν ότι η γεωργία, κι όχι η μεταποίηση, θα πρέπει να παραμείνει η οικονομική βάση της χώρας. Οι Ρεπουμπλικανοί αντιτάχθηκαν στους στενότερους δεσμούς με τη Βρετανία και προτιμούσαν  τους Γάλλους και την επανάσταση τους. Το επακόλουθο ήταν ο πόλεμος με τους Βρετανούς.

Ενώ οι Φεντεραλιστές κυριάρχησαν στην κυβέρνηση από τη δεκαετία του 1790, γρήγορα έχασαν  δυνάμεις μετά το 1800. Η εκλογή του Τζέφερσον στην προεδρία ενισχύθηκε από τις νίκες των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία. Παρ’ όλα αυτά οι Φεντεραλιστές παρέμειναν αρκετά ισχυροί για να παρεμποδίσουν ορισμένα μέτρα για περίπου μια δεκαετία, αλλά δεν ήταν αρκετά ισχυροί για να αποτρέψουν τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον πόλεμο κατά της Βρετανίας το 1812 – ένα πόλεμο στον οποίον οι Φεντεραλιστές αντιτάχθηκαν έντονα. Η συνεχιζόμενη αντίθεσή τους στον πόλεμο, ακόμη και μετά την έναρξη του, έβλαψε σοβαρά τη βιωσιμότητά τους ως εθνικό κόμμα. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επέζησαν στον πόλεμο της με τη Βρετανία και κέρδισαν τεράστιες νίκες στη Βαλτιμόρη και τη Νέα Ορλεάνη, η φήμη των Φεντεραλιστών τσακίστηκε  - και η εθνική πολιτική επιρροή τους μηδενίστηκε.

Κατά την επόμενη δεκαετία - μια περίοδο που ενίοτε αποκαλείται «Η Εποχή των Καλών Αισθημάτων» - οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ουσιαστικά ένα μονοκομματικό κράτος. Οι Ρεπουμπλικανοί κυβερνούσαν με ασθενή αντιπολίτευση.
Το σύστημα βασίστηκε κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής που πέρασαν σε δεύτερο πλανο με την ήττα του Ναπολέοντα και την συμβιβαστική διευθέτηση του πολέμου του 1812. Επιπλέον, οι φόβοι ότι οι Φεντεραλιστές σχεδίαζαν να επαναφέρουν την αριστοκρατία κόπασαν. Έτσι η «εποχή καλών συναισθημάτων» υπό τον Τζέιμς Μονρόε αντικατέστησε την πολιτική υψηλής έντασης του συστήματος  περίπου το 1816. Οι προσωπικές πολιτικές και οι φραστικές διαμάχες περιστασιακά συζητούνταν ακόμη έντονα, αλλά οι Αμερικανοί δεν σκέφτονταν πλέον με όρους πολιτικών κομμάτων.
Σύντομα εμφανίστηκαν φατρίες στο κόμμα. Αυτές οι φατρίες-ονομαζόμενοι Εθνικοί Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί Ρεπουμπλικανοί- τελικά μεταμορφώθηκαν στα κυρίαρχα κόμματα που θα καθόριζαν την εποχή του δεύτερου κομματικού συστήματος, που διαρκεί από το 1828 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1850.




Φεντεραλιστές και  Δημοκρατικοί-Ρεπουμπλικανοί στις εκλογές
House
1788
1790
1792
1794
1796
1798
1800
1802
1804
1806
Federalist
37
39
51
47
57
60
38
39
25
24
Democratic-Republican
28
30
54
59
49
46
65
103
116
118
Democratic-Republican
43%
43%
51%
56%
46%
43%
63%
73%
82%
83%
Senate
1788
1790
1792
1794
1796
1798
1800
1802
1804
1806
Federalist
18
16
16
21
22
22
15
9
7
6
Democratic-Republican
8
13
14
11
10
10
17
25
17
28
Democratic-Republican
31%
45%
47%
34%
31%
31%
53%
74%
71%
82%
Πηγή: 
https://en.wikipedia.org/wiki/First_Party_System#cite_note-14

Θανάσης Τσακίρης





Tuesday, January 21, 2020

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ(του Θανάση Τσακίρη)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ


Πρόκειται για ένα σύνολο κειμένων που βρέθηκαν πολλά χρόνια αργότερα και δημοσιεύτηκαν μόλις το 1932, παρά την σφοδρή πολεμική που άσκησε το Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης υπό την ηγεσία του Ι. Στάλιν και που τα θεώρησε ως ανάξια να συμπεριληφθούν στο επίσημο σώμα της μαρξιστικής βιβλιογραφίας. Τα κείμενα αυτά τροφοδότησαν έντονους διαλόγους και αναθεωρήσεις απόψεων σε όλα τα ρεύματα της αριστεράς και όχι μόνο.



Μετά την ανάγνωση των «Χειρογράφων» δημιουργείται στον αναγνώστη η εντύπωση ότι υπάρχει μια «τομή» στο έργο του Μαρξ: νεότερος Μαρξ vs. ύστερος Μαρξ. Ο βασικός υποστηρικτής της θέσης περί «τομής», σε αντίθεση με την επίσημη σταλινική θέση, ο Λουί Αλτουσέρ, τόνισε ότι πρόκειται για πολιτική διαμάχη που επίδικο αντικείμενό της έχει την «επαναστατική απελευθέρωση του προλεταριάτου» και ότι επανεντάσσονται στη συζήτηση οι έννοιες της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης που λείπουν στο έργο ολόκληρων γενιών μαρξιστών από τον Ένγκελς και την Α΄ Διεθνή ως τη Β΄ Διεθνή και τον Λένιν. Η έννοια της αποξένωσης του εργάτη είναι βασική. Ο Μαρξ θεωρεί ότι «όσο αυξάνεται η αξία του κόσμου των πραγμάτων τόσο ευθέως ανάλογα προχωρά η απαξίωση του κόσμου των ανθρώπων. Η εργασία δεν παράγει μόνο εμπορεύματα αλλά παράγει τον εαυτό της και τον εργάτη ως εμπόρευμα». Έτσι, «το αντικείμενο που παράγεται από την εργασία αντιμετωπίζεται ως κάτι ξένο, ως μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό». Ο εργάτης, συνεπώς, ούτε ελέγχει τη μοίρα του προϊόντος που παράγει ούτε έχει κάποιο όφελος απ’ αυτό. Εξάλλου, από τη στιγμή που η εργασία είναι υποχρεωτική δεν προσφέρει ουσιαστική ικανοποίηση και γίνεται μέσο για ένα σκοπό αντί να γίνεται σκοπός η ίδια. Η αλλοτριωμένη εργασία μετατρέπει το ανθρώπινο γένος σε ένα απλό μέσο της ατομικής ύπαρξης και αποξενώνει τον άνθρωπο από τα κοινωνικώς δημιουργούμενα χαρακτηριστικά του. Ο άνθρωπος αποξενώνεται από τον άνθρωπο καθώς όλες οι ανθρώπινες σχέσεις στον καπιταλισμό τείνουν να αναχθούν σε λειτουργίες της αγοράς παρ’ όλο που το σύνολο των οικονομικών σχέσεων αποτελούν κοινωνικές σχέσεις. Και σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ: «Η αποξενωμένη δηλαδή εργασία αποξενώνει τη φύση, από τον άνθρωπο, τον άνθρωπο από τον εαυτό του, αλλά και τον άνθρωπο από το είδος του…Τα ζώα παράγουν σύμφωνα με τα πρότυπα και τις ανάγκες του είδους στο οποίο ανήκουν, ενώ ο άνθρωπος είναι ικανός να παράγει σύμφωνα με τα πρότυπα κάθε είδους και να επιβάλλει σε κάθε αντικείμενο το φυσικό του πρότυπο. Γι’ αυτό ο άνθρωπος παράγει επίσης σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς…μέσα από την εργασία του η φύση εμφανίζεται σαν δικό του έργο και δική του πραγματικότητα. Το αντικείμενο της εργασίας είναι, άρα, η αντικειμενοποίηση της ειδολογικής ζωής του ανθρώπου: γιατί ο άνθρωπος αναπαράγει τον εαυτό του όχι μόνο πνευματικά στη συνείδησή του, αλλά δραστήρια και ουσιαστικά και μπορεί έτσι να κοιτάζει τον εαυτό του, σ’ ένα κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε…Τελικά αποξενώνεται ο άνθρωπος και από τους άλλους ανθρώπους, όταν συγκρούεται με τον εαυτό του και έτσι όλοι οι άνθρωποι είναι αποξενωμένοι από την ουσία του ανθρώπου». Στο τέλος των «Χειρογράφων», ο Μαρξ επανέρχεται στην κριτική της διαλεκτικής του Χέγκελ και της φιλοσοφίας γενικά, με αφορμή την «Φαινομενολογία του Πνεύματος». «Ο Hegel διαπράττει ένα διπλό σφάλμα…όντας ο ίδιος ως φιλόσοφος μια αφηρημένη μορφή αποξενωμένου ανθρώπου, ορθώνει τον εαυτό του σαν μέτρο του αποξενωμένου κόσμου.

 Ολόκληρη η ιστορία της αλλοτρίωσης και ολόκληρη η αναίρεση αυτής της αλλοτρίωσης δεν είναι έτσι τίποτα περισσότερο από την ιστορία της παραγωγής της αφηρημένης, δηλαδή της απόλυτης σκέψης, της λογικής, θεωρητικής σκέψης…Η ανθρωπιά της φύσης και της φύσης όπως παράχθηκε από την ιστορία των προϊόντων του ανθρώπου είναι φανερή από το γεγονός ότι είναι προϊόντα του αφηρημένου πνεύματος, οντότητες της σκέψης. Η ‘Φαινομενολογία’ είναι συνακόλουθα κρυφή και απατηλή κριτική, κριτική που δεν κατάκτησε την αυτοσαφήνεια…δηλαδή το αποτέλεσμα είναι η διαλεκτική της καθαρής σκέψης…Η μόνη εργασία που ξέρει να αναγνωρίζει ο Hegel είναι η αφηρημένη πνευματική εργασία… έτσι παρουσιάζει και τη δική του φιλοσοφία σαν ολόκληρη τη φιλοσοφία…Ακόμη και ο άνθρωπος θεωρείται σαν μη αντικειμενική, πνευματική ύπαρξη…Για τον Hegel, η ανθρώπινη φύση, ο άνθρωπος, είναι ισοδύναμος προς την αυτοσυνείδηση…Μια μη αντικειμενική ύπαρξη είναι μια μη ύπαρξη…Η ιστορία είναι η αληθινή φυσική ιστορία του ανθρώπου…Ο τρόπος με τον οποίο η συνείδηση υπάρχει, και με τον οποίο υπάρχει κάτι για τη συνείδηση, είναι η γνώση. Η γνώση είναι η μοναδική της πράξη…Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε τις θετικές ροπές της χεγκελιανής διαλεκτικής, μέσα στα προσδιοριστικά όρια της αποξένωσης…όπως ο αθεϊσμός σαν ξεπέρασμα του Θεού είναι η εμφάνιση στο προσκήνιο του θεωρητικού ανθρωπισμού κι ο κομμουνισμός σαν ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η διεκδίκηση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής σαν ιδιοκτησία του ανθρώπου, η εμφάνιση δηλαδή του πρακτικού ανθρωπισμού. Ο αθεϊσμός είναι ο ανθρωπισμός που συνδέεται με τον εαυτό του μέσα από το ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας…αλλά ο αθεϊσμός και ο κομμουνισμός δεν είναι φυγή, δεν είναι αφαίρεση, δεν είναι απώλεια του αντικειμενικού κόσμου που δημιούργησε ο άνθρωπος, ή των ουσιαστικών του δυνάμεων που προεκτείνονται στην αντικειμενικότητα, δεν είναι μια άθλια επιστροφή στην αφύσικη, πρωτόγονη απλότητα. Είναι μάλλον η πρώτη πραγματική εμφάνιση, η αληθινή πραγμάτωση του ανθρώπου, η επαλήθευση της ανθρώπινης ουσίας του…Ο Hegel όμως βλέπει την εργασία – μέσα στην αφαίρεση – σαν πράξη αυτοδημιουργίας του ανθρώπου, τη σχέση του ανθρώπου προς τον εαυτό του τη βλέπει σαν αλλότρια ύπαρξη και την εκδήλωση του εαυτού του σαν αλλότρια ύπαρξη, σαν την εμφάνιση της ειδολογικής συνείδησης και ειδολογικής ζωής…Είναι η αφηρημένη, καθαρή απόλυτη ύπαρξη του ανθρώπου (σε διάκριση από τον εαυτό του), που περνά μέσα από τη διαδικασία αυτή…αλλά για το Hegel το υποκείμενο που γνωρίζει τον εαυτό του σαν απόλυτη αυτοσυνείδηση είναι έτσι ο Θεός, απόλυτο πνεύμα, η αυτογνωριζόμενη και αυτοεκδηλωνόμενη ιδέα. Ο πραγματικός άνθρωπος και η πραγματική φύση γίνονται απλά κατηγορούμενα, σύμβολα αυτού του άδηλου, μη πραγματικού ανθρώπου και αυτής της μη πραγματικής φύσης. Έτσι υποκείμενο και κατηγορούμενο στέκονται σε μια σχέση απόλυτης αντιστροφής μεταξύ τους…Το θετικό επίτευγμα του Hegel στη θεωρητική του λογική είναι που παρουσιάζει καθορισμένες έννοιες, τις παγκόσμιες σταθερές μορφές-σκέψεις, ανεξάρτητες από τη φύση και το πνεύμα, σαν αναγκαίο αποτέλεσμα της καθολικής αποξένωσης της ανθρώπινης ύπαρξης και σκέψης και τις αντιλαμβάνεται σαν ροπές στη διαδικασία της αφαίρεσης. Για παράδειγμα, ύπαρξη ξεπερασμένη είναι η ουσία, ουσία ξεπερασμένη είναι η αντίληψη, η αντίληψη ξεπερασμένη είναι…η απόλυτη ιδέα. Αλλά τι είναι η απόλυτη ιδέα; Είναι υποχρεωμένη να ξεπεράσει τον ίδιο της τον εαυτό ξανά για να μη μείνει μια αφαίρεση. Πρέπει η αφαίρεση να εγκαταλείψει τον εαυτό της – την αφαίρεση – κι έτσι φτάνει σε κάτι που είναι ακριβώς το αντίθετό της, στη φύση…Η αφηρημένη ιδέα, που άμεσα γίνεται ενόραση δεν είναι, εντελώς απλά, τίποτες περισσότερο από αφηρημένη σκέψη, που εγκαταλείπει τον εαυτό της και αποφασίζει να ασχοληθεί με την ενόραση…Το μυστικιστικό συναίσθημα που οδηγεί το φιλόσοφο από την αφηρημένη σκέψη στην ενόραση είναι η ανία, η επιθυμία για κάποιο περιεχόμενο…Οι σκέψεις του είναι έτσι σταθερά φαντάσματα που υπάρχουν έξω από τη φύση και τον άνθρωπο…Ο αφηρημένος στοχαστής που καταφεύγει στην ενόραση ενοράται τη φύση αφηρημένα».


Θανάσης Τσακίρης

Monday, May 13, 2019

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ (του Θανάση Τσακίρη)


ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
του Θανάση Τσακίρη






H ευημερία του λαού και η πρόνοια για τους μη έχοντες είναι μια πανάρχαια κυβερνητική αξία στον Ευρασιατικό χώρο. H πρόνοια και το ευ ζην αφορούν την ικανοποίηση των βασικών ανθρωπίνων αναγκών.
Οι διαστάσεις των βασικών ανθρωπίνων είναι τρεις:
-       Το «έχειν». Αναφέρεται στις ουσιώδης φυσιολογικές και υλικές ανάγκες.
-       Το «αγαπάν»: Αναφέρεται στην κοινότητα, στη φροντίδα και την αναγνώριση.
-       Το «είναι»: Αναφέρεται στην ταυτότητα και στην προσωπική ανάπτυξη.
O Abraham Maslow διατύπωσε το σχήμα της «πυραμίδας των αναγκών». Βασική θέση της θεωρίας του Maslow είναι ότι ο άνθρωπος αποτελεί μια οντότητα η οποία αδιάκοπα προσβλέπει στην κάλυψη και ικανοποίηση των αναγκών του. Η διαδικασία κάλυψης των αναγκών είναι αδιάκοπη, μιας και μόλις καλυφθούν κάποιες ανάγκες, το άτομο στρέφεται αυτόματα στην κάλυψη κάποιων άλλων επόμενων αναγκών:

·     Η ανάγκη για αυτοολοκλήρωση, αυτενέργεια και αυτοανάπτυξη.


·     Η ανάγκη για αυτοεκτίμηση και αναγνώριση από τους άλλους. (Φήμη, κύρος, εκτίμηση, σεβασμός)


·     Κοινωνικές ανάγκες. Η ανάγκη για αγάπη, η σύνδεση με άλλους, η ένταξη σε ομάδα, η φιλία.

·     Οι ανάγκες ασφάλειας που είναι δημιουργήματα των συναισθημάτων της αυτοσυντήρησης.


·     Φυσιολογικές ανάγκες. Οι ανάγκες της επιβίωσης, αυτές που με την ικανοποίησή τους κρατιόμαστε στην ζωή.



  Αυτό που σήμερα στον ανοιχτό δημόσιο διάλογο τίθεται με τραυματικό και δραματικό τρόπο ως «διακύβευμα» (“issue”) και δημιουργεί αντίθετες ιδεολογικές παρατάξεις που μάχονται με συγκρουσιακή στρατηγική, κάποτε εθεωρείτο δεδομένο. Παρ’ όλα αυτά το δικαίωμα στην ευημερία/πρόνοια δεν αποτελούσε μέρος των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων. Από την αρχαία ελληνική πόλη και τη ρωμαϊκή εκδοχή «άρτος και θεάματα» ως το 19ο αιώνα πολλοί παράγοντες (πολιτικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί κ.ά.) επιδρούσαν και προσδιόριζαν την κοινωνική πολιτική και όλα αυτά ήταν υπό αίρεση και δεν αφορούσαν συχνά ολόκληρο τον πληθυσμό μιας επικράτειας.[1] Βέβαια από καιρό σε καιρό και από τόπο σε τόπο διαφορετικές πολιτικές και εκδοχές έδιναν την κατάλληλη χροιά. Η ιστορική και πολιτιστική εξέλιξη έχει συμβάλει στη διεύρυνση της έννοιας και, κατά συνέπεια, της έννοιας της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η εξέλιξη δεν ήταν ευθύγραμμη και ταυτόχρονη παντού και δεν εξαρτιόταν μόνο από την ανάπτυξη των καπιταλιστικών αγορών, των θρησκευτικών αντιλήψεων αλλά και από τις πολιτικές ανάγκες των κυβερνήσεων που έρχονταν αντιμέτωπες με την κοινωνική και πολιτική των εργατικών τάξεων και στρωμάτων και χρειάστηκε να λάβουν προληπτικά μέτρα προτού αυτή η κινητοποίηση πάρει διαστάσεις επαναστατικές. Σήμερα πια με τον ένα ή στον άλλο τρόπο και με διαφορετικές επιδόσεις όλα τα αναπτυγμένα οικονομικά καπιταλιστικά κράτη είναι κράτη προνοίας καθόσον ότι το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών δαπανών αφορούν τον πυρήνα του κράτους ευημερίας/πρόνοιας: εκπαίδευση, υγεία, κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική φροντίδα. 
Αρχικά υπήρχαν υποχρεώσεις (duties) και όχι δικαιώματα. Οι υποχρεώσεις αφορούσαν τους άρχοντες και τους ευσεβείς . Όσο κι αν απορούμε γνωρίζοντας ότι οι αρχαίες οικονομίες και πολιτείες ευημερούσαν λόγω της εργασίας των δούλων καταστατικά σχεδόν αυτές ήταν υποχρεωμένες να εξασφαλίζουν το «κοινό καλό» των πολιτών τους.  Πρώτος πολιτικός φιλόσοφος που αναφέρθηκε στο ζήτημα ο Πλάτωνας, ο οποίος βάζει στην Πολιτεία τον Σωκράτη να διακηρύσσει ότι δεν δημιουργήθηκε η «πόλις» για να καταστήσει ευτυχισμένη μόνο μια κοινωνική ομάδα αλλά να καταστεί όσο δυνατό πιο ευτυχισμένη (ευδαίμων) ολόκληρη η πόλη:   τὸν αὐτὸν οἶμον, ἦν δ᾽ ἐγώ, πορευόμενοι εὑρήσομεν, ὡς ἐγᾦμαι, ἃ λεκτέα. ἐροῦμεν γὰρ ὅτι θαυμαστὸν μὲν ἂν οὐδὲν εἴη εἰ καὶ οὗτοι οὕτως εὐδαιμονέστατοί εἰσιν, οὐ μὴν πρὸς τοῦτο βλέποντες τὴν πόλιν οἰκίζομεν, ὅπως ἕν τι ἡμῖν ἔθνος ἔσται διαφερόντως εὔδαιμον, ἀλλ᾽ ὅπως ὅτι μάλιστα ὅλη ἡ πόλις. ᾠήθημεν γὰρ ἐν τῇ τοιαύτῃ μάλιστα ἂν εὑρεῖν δικαιοσύνην καὶ αὖ ἐν τῇ κάκιστα οἰκουμένῃ. (Βιβλίο 4, 420β΄)
Η ιδέα της πρόνοιας/ευημερίας διαδόθηκε στο χώρο της πολιτικής σκέψης του ελληνορωμαϊκού και ελληνιστικού κόσμου ως και τον Μεσαίωνα. Θεωρείτο «ηθικό καθήκον» των Αυτοκρατόρων, των βασιλιάδων, των πριγκίπων και των «φυλάκων» του Πλάτωνα. Ο Θωμάς Ακινάτης έγραφε ότι ο σκοπός του άρχοντα και της κυβέρνησής του θα πρέπει να είναι η διασφάλιση του «εύ ζην» στην επικράτειά του, και ότι αυτό που κάνει τη διαφορά μεταξύ του νομιμοποιημένου μονάρχη και τυράννου είναι πως ο δεύτερος είναι ανήθικος και άδικος γιατί επιδιώκει τους προσωπικούς σκοπούς του σε βάρος της ευημερίας των υπηκόων του, δηλαδή του κοινωνικού συνόλου. Δεν ήταν καχύποπτος απέναντι στην επιχειρηματική δραστηριότητα, στην επένδυση και το κέρδος όπως οι σύγχρονοί του Χριστιανοί θεολόγοι αλλά πρόσθετε ότι πρέπει να αποβλέπει στην υποστήριξη των οικογενειών, των φτωχών και του κοινού καλού. Αποδεχόταν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της περιουσίας αρκεί να υπάρχει πρόνοια για την τήρηση του φυσικού νόμου, δηλαδή ότι ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους όλα τα αγαθά να τα χρησιμοποιήσουν από κοινού.[2] Τα ίδια ισχύουν και για τις βασικές ηθικές και θρησκευτικές παραδόσεις της Ευρώπης και της Ασίας από τους Ινδουιστές της Ριγκ Βέντα[3] ως τους Ισλαμιστές και τους Βουδιστές. Ειδική μνεία πρέπει να γίνεται στη σκέψη του Κομφούκιου.[4]
«Σήμερα κάθε σύγχρονο βιομηχανικό κράτος είναι κράτος πρόνοιας. Κανένα από αυτά δεν επιτρέπει σε δυσάρεστες φυσικές ή κοινωνικές έκτακτες ανάγκες να καθορίζουν εντελώς τις ευκαιρίες ζωής των μελών του.»[5] Όμως, σήμερα το κράτος πρόνοιας βρίσκεται στο επίκεντρο για το πώς πρέπει να διανέμονται οι κοινωνικοί πόροι, πώς εγγυάται το κράτος τις ευκαιρίες της ζωής και την ποιότητα της ζωής. Η ύπαρξη του κράτους πρόνοιας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μελέτη της διαστρωμάτωσης, δηλαδή την μελέτη των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Το κράτος πρόνοιας διαμορφώνει τη μορφή και την έκταση των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών ανισοτήτων κι αυτό με τη σειρά του διαμορφώνεται από τις ταξικές σχέσεις και τη διάρθρωση των ανισοτήτων. Δεν είναι απλά και μόνο ένας μηχανισμός που παρεμβαίνει στην κοινωνία κι ενδεχομένως να διορθώνει τον τρόπο δόμησης της ανισότητας αλλά είναι το ίδιο από μόνο του ένα σύστημα διαστρωμάτωσης. Το κράτος πρόνοιας επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στο βασικό επίπεδο ποιότητας ζωής, π.χ. εκεί όπου το κράτος πρόνοιας είναι ακόμη και στο πρώιμο στάδιό του παρουσιάζει χαμηλότερα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας.
Ο όρος “welfare state” σχετίζεται με ένα δημόσιο πρόγραμμα μέτρων κοινωνικής ασφάλειας στη Μεγάλη Βρετανία που βασίστηκε στην έκθεση του William Beveridge.[6] Η έκθεση πρότεινε να πληρώνουν όλοι οι άνθρωποι εργάσιμης ηλικίας μια εβδομαδιαία εθνική ασφαλιστική εισφορά. Ως αντάλλαγμα θα καταβάλλονταν επιδόματα στους ανθρώπους που θα ήταν άρρωστοι, άνεργοι, συνταξιούχοι ή χηρεύσαντες. Ο Μπέβεριτζ υποστήριξε πως αυτό το σύστημα θα παρείχε ένα ελάχιστο βιοτικό επίπεδο κάτω από το όποιο δεν θα επιτρεπόταν να πέσει κανείς. Προέτρεψε την κυβέρνηση να βρει τρόπους καταπολέμησης των πέντε γιγαντιαίων κακών: ανέχεια, αρρώστια, άγνοια, εξαθλίωση και απραξία. Στις τρεις θεμελιακές παραδοχές του ο Μπέβεριτζ περιέλαβε το γεγονός της δημιουργίας μιας Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας. Η πολιτική αυτή της δημιουργίας του κράτους πρόνοιας ήταν η έμπρακτη αντιπαράθεση της δημοκρατίας με το ναζιστικό μοντέλο του «ολοκληρωτικού απάνθρωπου» βιομηχανικού κράτους.
Τρεις είναι οι πηγές από τις οποίες αντλήθηκαν στοιχεία για την συγκρότηση των κρατών πρόνοιας. Ο πρώτος σχεδιασμός συγκρότησης ενός στοιχειώδους κράτους πρόνοιας ήταν οι μεταρρυθμίσεις που επέβαλε ο Καγκελάριος της Πρωσίας  και κατόπιν της ενωμένης Γερμανίας Ότο Βίσμαρκ με κύριο σκοπό να ανακόψει την άνοδο της επιρροής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Θέσπισε κοινωνική νομοθεσία (ασφάλιση κατά ατυχημάτων, συντάξεις, κοινωνικοποίηση της ιατρικής περίθαλψης) για να αποσπάσει τους εργάτες από το σοσιαλισμό. Επομένως, πρώτη πηγή είναι η προληπτική αντισοσιαλιστική δράση που καθιέρωσε ένα παραδοσιακό καθεστώς.
Δεύτερη πηγή του κράτους πρόνοιας ήταν οι συγκεκριμένες προτάσεις διαφόρων τύπων κομμάτων που στις αρχές του 20ού αιώνα κινούνταν στα πλαίσια της αριστεράς στις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης: ίσες ευκαιρίες, πιο εξισωτική διανομή του πλούτου, κοινωνικά προγράμματα για την προστασία των εργατών που τραυματίζονταν ή έμεναν άνεργοι, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα για όλους, στεγαστική βοήθεια κι ένα ελάχιστο βιοτικό επίπεδο για τους συνταξιούχους και τους μη προνομιούχος. Η άποψη αυτή πήρε τα πάνω της μετά το τραύμα της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας της δεκαετίας του 1930. Μόνο μετά από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης ήταν που το κράτους πρόνοιας εμφανίστηκε και καθιερώθηκε με μορφή που αποτελούσε ουσιαστική ρήξη με το παρελθόν.
Τρίτη πηγή είναι οι ΗΠΑ που ποτέ δεν αποτέλεσαν αληθινό κράτος πρόνοιας Ευρωπαϊκού τύπου. Παραδείγματος χάριν, δεν διαθέτουν εθνικό σύστημα υγείας όπως τα περισσότερα κράτη της Ευρώπης αλλά σχετικά γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα. Το σύστημα των ΗΠΑ προσφέρει δημόσιες και ιδιωτικές κοινωνικές παροχές. Είναι φτηνότερο για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και λιγότερα εκτεταμένο χωρίς να καλύπτει το σύνολο του πληθυσμό. Αναπτύχθηκε σχετικά αργότερα από τα ευρωπαϊκά συστήματα και με αργότερους ρυθμούς. Παρ’ όλο που συνολικά οι κοινωνικές δαπάνες δεν υπολείπονται των αντίστοιχων ποσοστών του κρατικού προϋπολογισμού, η ιδιωτική πρωτοβουλία κυριαρχεί στο σύστημα, και ιδιαίτερα στο χώρο της υγείας και της φαρμακευτικής βιομηχανίας, με την κρατική υποστήριξη.[7] To υφιστάμενο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του 1930 επί προεδρίας Φράνκλιν Ρούσβελτ (πρόγραμμα New Deal) και ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 επί προεδρίας Λύντον Τζόνσον (πρόγραμμα Big Society) και είναι ουσιαστικά δημιούργημα των κυβερνήσεων του Δημοκρατικού Κόμματος και της συνδικαλιστικής κινητοποίησης. Η εξαίρεση του τομέα της υγείας εκτός από αποτέλεσμα της τεράστιας πίεσης που ασκούν τα πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα του κλάδου είναι και αποτέλεσμα της ήττας των Δημοκρατικών στις βουλευτικές και γερουσιαστικές εκλογές που σήμαινε ότι χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία ήταν σχεδόν αδύνατο οι Δημοκρατικές προεδρίες δεν μπορούσαν να περάσουν κρίσιμα νομοσχέδια.
H λογική του «βιομηχανισμού» [8]
H λογική του «βιομηχανισμού» εστιάζεται στη σχέση μεταξύ των κοινωνικών προγραμμάτων και βιομηχανικής οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή η προσέγγιση στηρίζεται κυρίως στη ζήτηση και επικεντρώνεται στους τρόπους με τους οποίους η δημογραφική και κοινωνικο-οικονομική επέκταση δημιουργεί τόσο τις ανάγκες όσο και τη δυνατότητα για κοινωνικά προγράμματα. Η έρευνα που ακολουθεί τη μεθοδολογία αυτή συμβαδίζει συχνά με την ευρύτερη θεωρητική προσέγγιση του «εκσυγχρονισμού» και έχει υποστεί κριτική που επικεντρώνεται στο ότι η εξέλιξη προς την δημιουργία και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας είναι διαδικασία ευθύγραμμη και αναπόφευκτη. Η εξήγηση που δίνεται θεωρείται ότι εντάσσεται σε μια στρουκτουραλιστική λογική και δεν λαμβάνει παρά ελάχιστα υπ’ όψη τους ρόλους των κοινωνικών δρώντων. 
Οι κρατοκεντρικές θεωρίες [9]
Οι κρατοκεντρικές θεωρίες προσεγγίζουν τη δράση παράλληλα με τη μελέτη της δομής. Από τη μια αυτή η προσέγγιση δίνει έμφαση στο γραφειοκρατικό μηχανισμό του κράτους και τους λειτουργούς και αξιωματούχους του που δρουν με ένα βαθμό αυτονομίας από τις κοινωνικές πιέσεις κατά τη χάραξη και εφαρμογή της στρατηγικής του κράτους στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής. Από την άλλη η θεωρία αναγνωρίζει ότι η δράση περιορίζεται από δομικά όρια που έχουν επιβληθεί από προηγούμενες κρατικές δομές και πολιτικές. Ένα παράδειγμα γόνιμης σύνθεσης των δομικών προσεγγίσεων και των κρατοκεντρικών θεωριών δράσης είναι ο συλλογικός τόμος Bringing the State Back.[10] Οι επιμελητές παρέχουν πολλά παραδείγματα των δύο προσεγγίσεων και υιοθετούν τη σύνθετη διαχρονική προσέγγιση που δίνει πραγματικό βάρος στην ιστορική διαδικασία σε συγκριτική βάση (ιστορική κοινωνιολογία). Ορισμένες φορές υπάρχει μια τάση ιστορικού ντετερμινσμού (path-dependency), σύμφωνα με κάποιες κριτικές, η οποία μειώνει την έμφαση στον αιτιακό ρόλο της ανάπτυξης των ενεργειών παραγόντων εκτός του κύκλου των κυβερνητικών γραφειοκρατιών.
Πολιτική ταξική πάλη [11]
Η πολιτική ταξική πάλη εστιάζεται στην αλληλεπίδραση διαφόρων ταξικών ομάδων που ανταγωνίζονται για την υλοποίηση της προώθησης  των συμφερόντων τους στο πολιτικό πεδίο. Αυτή η σύγκρουση έχει από την μια μεριά την οργανωμένη εργασία και την πολιτική Αριστερά και από την άλλη πλευρά την κοινωνία των επιχειρήσεων και την πολιτική Δεξιά. Αυτή η προσέγγιση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην μαρξιστική παράδοση και επικεντρώνεται στο ρόλο των καθεστώτων παραγωγής, του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης. Στις πιο σύγχρονες εκδοχές της αυτή η προσέγγιση υιοθετεί τις έννοιες των «πόρων εξουσίας» και των «πολλαπλών εξουσιών» ερχόμενη συχνά σε ρήξη με οικονομίστικες εκδοχές του μαρξισμού αναδεικνύοντας την δυνατότητα άσκησης επιρροής της οργανωμένης εργασίας στη χάραξη της κοινωνικής πολιτικής.
Πέρα από τις προσεγγίσεις αυτές σημαντική είναι η σκοπιά του φεμινιστικού κινήματος πάνω στο κράτος πρόνοιας. Η γενικότερη φεμινιστική έρευνα ανέδειξε το ρόλο της κινητοποίησης των γυναικών στην εξέλιξη και τις αλλαγές στο πλαίσιο του κράτος πρόνοιας.[12]

Θανάσης Τσακίρης

[1] Βλ. Hort Sven and Therborn Goran (2012) “Citizenship and Welfare: Politics and Social Policies” in Amenta Edwin, Nash Kate and Scott Alan (eds) The Wiley-Blackwell Companion to Political Sociology.  Malden, MA and Oxford, UK: Wiley-Blackwell, σελ. 360-371.

[2]Burns J. H. (1991) The Cambridge History of Medieval Political Thought c.350-c.1450 (The Cambridge History of Political Thought). New York, ΝΥ: Cambridge University Pres  

[3] Η Ριγκ Βέντα είναι ένα από τα σπουδαιότερα κλασσικά κείμενα. Είναι η κυριότερη από τις ιερές γραφές των Ινδών και μπορεί να παρομοιαστεί με τα Ορφικά Κείμενα των αρχαίων Ελλήνων και με την Ζεντ Αβέστα του Ζωροάστρη. Η κοσμογονία, η γέννηση θεών, ηρώων και ανθρώπων, καθώς και το νόημα της θυσίας στον κόσμο, όλα αυτά και ακόμη περισσότερα παρουσιάζονται σε αυτήν την αρχαία βίβλο του Ινδουισμού που για πρώτη φορά εκδίδεται στην Ελλάδα. Η μελέτη της είναι σημαντική ακόμη και σήμερα αφού η Ριγκ Βέντα εκτός των άλλων διαπνέεται από μια βαθιά οικο-θεολογία και θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια βίβλος του σύγχρονου οικολογικού κινήματος. Βλ. Ριγκ Βέντα (2008) Η μεταμόρφωση διά του πυρός: Οι ύμνοι των Μπραχμάνων: Ινδικά κείμενα Μτφρ.: Ανδρ. Τσάκαλης, Αθήνα: Πύρινος Κόσμος.
[4] Jones, Catherine,( 1993) , "The Pacific Challenge: Confucian Welfare States," in Jones(ed.),  New
Perspectives on the Welfare State in Europe, London: Routledge.
[5]Gutmann Amy (ed.), (1988) Democracy and Welfare State. Princeton, NJ: Princeton University Press.
[6] Βιβλιογραφία του William Beveridge (1879-1963). Unemployment: A Problem of Industry (1909), Planning Under Socialism (1936), Full Employment in a Free Society (1944), Pillars of Security (1948), Power and Influence (1953), and A Defence of Free Learning (1959). Λεπτομέρειες για τον Λόρδο Μπέβεριτζ: http://en.wikipedia.org/wiki/William_Beveridge

[7] Hacker Jacob (2002) The Divided Welfare State: The Battle Over Public and Private Social Benefits in the United States. Cambridge, UK: Cambridge University Press

[8] Pampel, F. C., and J. B. Williamson . 1988. "Welfare Spending in Advanced Industrial Democracies, 1950-1980." American Journal of Sociology 93 (6):1424-1456. Wilensky, Harold. (1975). The Welfare State and Equality. Berkeley: University of California Press
[9] Margaret Weir, Ann Shola Orloff and Theda Skocpol (eds.) (1988) The Politics of Social Policy in the United States. Princeton, NJ: Princeton University Press

[10] Peter B. Evans,Dietrich Rueschemeyer,Theda Skocpol (eds) (1985) Bringing the State Back In. New York, NY and Cambridge, UK: Cambridge University Press

[11] Korpi, Walter.  1983. The Democratic Class Struggle.  London: Routledge & Kegan Paul. Hicks, Alexander.  1999. Social Democracy and Welfare Capitalism.  Ithaca: Cornell University Press.
______ and Duane H. Swank.  1984. ‘Politics, Institutions, and Welfare Spending in Industrialized Democracies, 1960-82.’ American Political Science Review 86:658-74.
Esping-Andersen, Gøsta.  1987. “The Comparison of Policy Regimes: An Introduction.”  In Stagnation and Renewal in Social Policy, eds.  Martin Rein, Gøsta Esping-Andersen and Lee Rainwater.  Armonk, NY: M. E. Sharpe.
______.  (1990). The Three Worlds of Welfare Capitalism.  Princeton: Princeton University Press.
[12] Για όλα όσα αναφέραμε βλ. επίσης: Στασινοπούλου Όλγα (1999) Ζητήματα σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής, Αθήνα:  Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός και της ιδίας (1997) Κράτος πρόνοιας, Αθήνα: Gutenberg - Γιώργος & Κώστας Δαρδανός

Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης-ΤΕΤΑΡΤΗ 7/14/2022 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)

 Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ (ΝΤΟΜΑΝΓΚΤΣΙΝ ΓΕΟΤΖΑ)                                                                    του Χονγκ Σανγκ-σου (ΝΟΤΙΑ ΚΟΡ...