Νέες μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης και δράσης: συνδικάτα, κινήματα και ΜΚΟ (του Θανάση Τσακίρη, Καλοκαίρι 2012) 2ο μέρος "Στρατηγική και τακτική"



Στρατηγική και τακτική

Με τον όρο «στρατηγική» εννοούμε το γενικό πρόγραμμα για την επίτευξη των στόχων της απόκτησης πρόσβασης στα κέντρα λήψης αποφάσεων πολιτικής και την επιρροής των ομάδων συμφερόντων πάνω στη λήψη αυτών των αποφάσεων. Επίσης με τον όρο «τακτική» εννοούμε τα συγκεκριμένα μέσα με τα οποία μπορεί να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι: «Στρατηγική είναι ο καθορισμός των βασικών μακροχρόνιων στόχων και σκοπών μιας οντότητας -ατομικής ή συλλογικής- και η υιοθέτηση μιας σειράς πράξεων καθώς και ο προσδιορισμός των αναγκαίων μέσων για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων»[1] Η στρατηγική και οι τακτικές που πρέπει να ακολουθήσει μια εργατική συνδικαλιστική οργάνωση υπήρξε επί μακρόν ζήτημα εξαιρετικά έντονων συγκρούσεων, διαγραφών και διασπάσεων χωρίς να μπορεί κανείς να αποφανθεί με σιγουριά και διαχρονικά ότι η μία ή άλλη στρατηγική αποφέρει πάντα τα καλύτερα αποτελέσματα ή αν αποτελεί μονίμως σωστή ή καταστρεπτική. Εξαρτάται πάντα από το ιστορικό πλαίσιο, τη διαμόρφωση του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού και το πολιτικό σύστημα, την πολιτική και συνδικαλιστική κουλτούρα, τα κοινωνικά κινήματα και τις οργανώσεις. Εν ολίγοις, χρειάζεται γνώση των επίσημων και ανεπίσημων δομών του κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο αναφερόμαστε.




Η «ρεφορμιστική» στρατηγική αποτελούσε μόνιμο στόχο της κριτικής της «επαναστατικής» πτέρυγας του συνδικαλιστικού κινήματος και αφορούσε την κινητοποίηση του στο εσωτερικό του πολιτικού και οικονομικού συστήματος για την επίτευξη των μεταρρυθμιστικών σχεδίων που να έδιναν λύση σε σοβαρά προβλήματα των εργαζομένων χωρίς να αμφισβητείται η ύπαρξη και λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής[2]. Σύμφωνα με την ρεφορμιστική στρατηγική τα συνδικάτα πρέπει να εργάζονται μέσα στους «αστικούς θεσμούς» (συνεργασία με τα «φιλικά κόμματα» όπως το σοσιαλιστικό και το εργατικό ή όποιο φιλελεύθερο προωθούσε θεσμούς κοινωνικής πρόνοιας, εκλογή εργατών ως βουλευτών, συνδιοίκηση δημόσιων επιχειρήσεων στα πλαίσια της βελτίωσης της ζωής και των συνθηκών εργασίας των εργατών, συσσώρευση μεταρρυθμίσεων και κρατικών φιλεργατικών παρεμβάσεων) σε μια κατεύθυνση κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας. Στα πλαίσια αυτά σημαντικό ρόλο παίζει το συνδικαλιστικό κίνημα ως συνεργατικός θεσμός ως προς την κυβέρνηση και το κράτος φροντίζοντας να υπάρχει μεταξύ των υπουργών και άλλων υπηρεσιακών παραγόντων της κρατικής διοίκησης σε όλα τα επίπεδα (κεντρικό, τοπικό, δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμοί) για την αμοιβαία πληροφόρηση αξιωματούχων και συνδικαλιστών. Τέλος, σημαντική είναι για την αποτελεσματικότητα του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού η ενημέρωση της κοινής γνώμης με κάθε διαθέσιμο μέσο μαζικής επικοινωνίας για την ενδεχόμενη άσκηση πιο έντονης πίεσης προς την κυβέρνηση και τους εργοδότες σε περιπτώσεις που οι τελευταίοι κωλυσιεργούν στις συλλογικές διαπραγματεύσεις ή προσπαθούν να τις υπονομεύσουν.[3]



Αντίθετα με τον ρεφορμιστικό, ο μαχητικός ή ριζοσπαστικός συνδικαλισμός  που άνθισε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’70 στηριζόταν κυρίως στην αντίληψη ότι υπερίσχυαν τα συλλογικά συμφέροντα των εργαζομένων και στη συχνή απειλή ή χρήση απεργιακής δράσης. Η πλήρης απαγόρευση του απεργιακού δικαιώματος την προηγούμενη περίοδο σε συνδυασμό με τα οξυμένα οικονομικά προβλήματα και την έλλειψη θεσμών μεσολάβησης και διαιτησίας που να μπορούν να υποστηριχθούν και από τις δύο πλευρές (εργοδότες και εργαζόμενοι) ωθούσε στην ανάπτυξη του «μαχητικού συνδικαλισμού» και τη ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνικών ομάδων που μέχρι πρότινος εθεωρούντο μετριοπαθείς (π.χ. τραπεζικοί υπάλληλοι, καθηγητές μέσης εκπαίδευσης κ.α.). Ο μαχητικός συνδικαλισμός της περιόδου και η ταξική αντίληψη που διαπερνούσε ένα ευρύ φάσμα συνδικαλιστικών δυνάμεων στο χώρο των τραπεζών είχαν ως συνέπεια την ενιαία διεκδίκηση μισθολογικών (αυξήσεις και ενιαίο μισθολόγιο) και θεσμικών αιτημάτων (π.χ. πενθήμερο, ωράριο κ.α.) σε κλαδικό επίπεδο μέσω της ΟΤΟΕ. Στη δεκαετία του ’90, αντίθετα, κυριάρχησε σε μεγάλο βαθμό ο «μετριοπαθής συνδικαλισμός» καθώς παράγοντες όπως η σύγκλιση των προγραμμάτων των βασικών κομματικών συνδικαλιστικών παρατάξεων (ΔΑΚΕ, ΠΑΣΚΕ), η διόγκωση των συνδικαλιστικών παρατάξεων του συντηρητικού χώρου στις ιδιωτικές τράπεζες (κατηγορήθηκαν ακόμη και από την ΔΑΚΕ ως εργοδοτικές), η επικράτηση της λογικής της σύνδεσης μισθών και παραγωγικότητας που ενισχύθηκε από την ένταση της ανταγωνιστικότητας μεταξύ των τραπεζικών ομίλων, η επιβολή ελαστικών συνθηκών εργασίας (αύξηση των πάσης φύσεως συμβασιούχων, ενοικιαζομένων εργαζόμενων κ.α.) είχαν ως αποτέλεσμα την υποχώρηση των χαρακτηριστικών της προηγούμενης περιόδου και την ανάπτυξη των συνεργατικών λογικών, των συντεχνιακών τάσεων (μέσω των επιχειρησιακών συμβάσεων και άλλων μορφών παροχών ειδικού χαρακτήρα). Ιδιαίτερα στα τέλη του 2010 στα πλαίσια της δεύτερης αναθεώρησης του Μνημονίου ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ο νόμος  3899 με βάση τον οποίο οι ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, μπορούν να ρυθμίζουν τις αμοιβές, τον αριθμό των θέσεων εργασίας, τους όρους και τις προϋποθέσεις της μερικής απασχόλησης της εκ περιτροπής εργασίας και της διαθεσιμότητας, ενώ οι αποδοχές και οι συνθήκες εργασίας είναι δυνατόν να αποκλίνουν από αυτές της αντίστοιχης κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, αλλά όχι σε επίπεδα κατώτερα από εκείνο της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Δημιουργείται έτσι το έδαφος για τη μαζική δημιουργία επιχειρησιακών σωματείων που ευθύς εξαρχής βρίσκονται στη θέση του εργοδοτικού συνδικαλισμού νέου τύπου καθώς ακόμη και το καταστατικό θα «υπαγορεύεται» από τις λογικές του συμβιβασμού με την εργοδοσία για λόγους επιβίωσης και ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης.[4] Αν οι λόγοι επιβίωσης μιας επιχείρησης και της διάσωσης θέσεων εργασίας επενεργούν άμεσα στους εργαζόμενους κάνοντας τη διαπραγμάτευση μια τυπική διαδικασία υποχώρησης, η λογική της ανταγωνιστικότητας προωθεί την «ταύτιση» των εργαζομένων με την ίδια την επιχείρηση και τους στόχους της [5] Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαλείφθηκαν εντελώς οι μαχητικές τάσεις καθώς οι πολιτικές του κράτους και της εργοδοσίας για μείωση του κόστους εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων, επιβολής όλο και πιο ελαστικών όρων εργασίας συναντούν δυναμική αντίσταση από ολοένα και περισσότερους εργαζόμενους ανεξαρτήτως πολιτικο-συνδικαλιστικών προτιμήσεων. Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το συνδικαλιστικό κίνημα είναι η έλλειψη προοπτικής λόγω της κυριαρχίας του κομματισμού που, όσο και αν αμφισβητείται από ένα μεγάλο μέρος της βάσης των κομματικών παρατάξεων και των ανεξάρτητων εργαζομένων, παραμένει ισχυρή.[6]


Συνεχίζεται

Θανάσης Τσακίρης

[1] Chandler Alfred Jr., (1962), Strategy and Structure: Chapters in the History of American Industrial Enterprise, Cambridge Mass., MIT Press, σελ 13.

[2] Για τη σύγκρουση των ρεφορμιστικών και των επαναστατικών στρατηγικών στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα οπότε διαμορφώθηκαν αυτά τα διακριτά μεταξύ τους πολιτικο-συνδικαλιστικά ρεύματα, βλ. Roberts D. David (1979) The syndicalist tradition and Italian fascism. ManchesterUK: Manchester University Press, σελ. 49-82.

[3] Κατά την τελευταία εικοσαετία στην Ελλάδα, παρά την ύπαρξη κατάλληλου νομικού πλαισίου που ευνοεί τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις (ν. 1876/1990, βλ. λεπτομέρειες για το νόμο στην σχετική ιστοσελίδα του ΟΜΕΔ: http://www.omed.gr/el/index.php?module=pagemaster&PAGE_user_op=view_page&PAGE_id=15) δεν ήταν λίγες οι φορές που οι εργοδότες κωλυσιέργησαν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις σε δευτεροβάθμιο επίπεδο αποσκοπώντας στην κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων ή στην καλύτερη περίπτωση να επιβάλουν εκβιαστικά μείωση μισθών με συναίνεση των συνδικάτων, όπως στην περίπτωση του τραπεζικού κλάδου. Βλ. «Τσουνάμι αντιδράσεων κατά του Μνημονίου», Τραπεζικό Βήμα, Ε΄περίοδος,. Αρ.φυλ. 23, Ιαν.-Φεβ. 2011.
[4] Βλ. Καρπόζηλος Κώστας (2011) «”Διατηρούμε στο απόλυτο την ψυχραιμία μας” Κάθε επιχείρηση και σωματείο. Κάθε σωματείο και μία επιχείρηση». Λεύγα, Νο.1, Μάρτιος. Αθήνα: Εκδ. Futura, σελ. 4-8.
[5] Στην πολιτική αυτή συναίνεσε πρώτο ένα ήδη υφιστάμενο εργατικό σωματείο αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου αποδεχόμενο τη λογική της ανταγωνιστικότητας (ΝΕΟΓΑΛ). Βλ. Τσάκας Χρήστος (2011) «ΝΕΟΓΑΛ: “business as usual”;». Λεύγα, Νο.1, Αθήνα: Εκδ. Futura, σελ. 9-11.
[6] Βλ. Τσακίρης Θανάσης (2006) Ο συνδικαλισμός των εργαζομένων στις τράπεζες στην Ελλάδα, 1974-1993. Διδακτορική Διατριβή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθήνας http://efessos.lib.uoa.gr/Applications/disserts.nsf/0/5142D27BA8CD35AFC2257295003A2558/%24File/document.pdf?OpenElement

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Τρίτη 31/10 στην εκπομπή "ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ" ο Χρήστος Τσιλώνης (Πρόεδρος ΣΣΕΜ) με θέμα Όψεις του Ασφαλιστικού Ζητήματος.

Αντίο Τρύφωνα!