Η έννοια του "ρεπερτορίου δράσης"

Μια από τις σημαντικότερες έννοιες της πολιτικής κοινωνιολογίας των κοινωνικών κινημάτων είναι αυτή που επινόησε ο Charles Tilly περί «ρεπερτορίου δράσης».[1] Αυτή η έννοια αναφέρεται στην ποικιλία των διαφορετικών τρόπων διαμαρτυρίας που είναι διαθέσιμοι σε κάθε ξεχωριστό κοινωνικό πλαίσιο κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Τα μέσα συλλογικής διαμαρτυρίας πλάθονται πάντοτε από την κουλτούρα και την ιστορία της διαμαρτυρίας σε κάθε κοινωνία, τα περιβάλλοντα, τις συγκεκριμένες διαμαρτυρίες και διεκδικήσεις των διαμαρτυρομένων, τους κοινούς στόχους τους και από τις διάφορες πολιτικές ευκαιρίες και τους περιορισμούς που διαμορφώνουν την καθημερινή εμπειρία. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα που προτείνει ο Tilly ως ένδειξη της διαφορετικότητας των ρεπερτορίων δράσης είναι η χρήση της «διαδήλωσης» ως μέσου έκφρασης και προβολής αιτημάτων και διεκδίκησης λύσεων σε προβλήματα από τις πάσης φύσεως δημόσιες πολιτικές αρχές.[2] Στη γαλλική πόλη Λυών του 19ου αιώνα, ο Ch. Tilly εντοπίζει την πλήρη ανάπτυξη της σημασίας της διαδήλωσης ως πολιτικού όπλου της πολιτικής των λαϊκών μαζών:

Στις 25 Φεβρουαρίου 1848, έφτασαν στη Λυών νέα για μια ακόμη Γαλλική επανάσταση που άρχισε στο Παρίσι την προηγούμενη ημέρα. Αρκετές εκατοντάδες υφαντές έκαναν πορεία από τη συνοικία των μεταξουργείων Croix-Rousse στο κέντρο της πόλης. Τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα» πορεύτηκαν κατά μήκος του Ποταμού Rhone, κατόπιν διέσχισαν το κεντρικό νησί της πόλης προς την Πλατεία des Terreaux και το δημαρχείο της Λυών. Κατακυριευμένοι από το πλήθος, οι στρατιωτικοί που ήταν διαθέσιμοι ζήτησαν από τον προσωρινό δήμαρχο να κηρύξει τη Δημοκρατία από μπαλκόνι του δημαρχείο. Μόλις το έκανε αυτό, μέλη του συγκεντρωμένου πλήθους εισήλθαν στην αίθουσα και εξέλεξαν μια εκτελεστική επιτροπή αποτελούμενη από υφαντές και μια μειοψηφία αστών δημοκρατικών. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης Ιουλιανής μοναρχίας (1830-1848), λίγες ήταν οι ευκαιρίες που έχασαν οι μεταξουργοί για να κάνουν επίδειξη της δύναμής τους με πορείες σε κηδείες και εγκεκριμένες εορτές. Έκαναν πορείες και κατά τις εξεγέρσεις του 1831 και του 1834. Αλλά πέρα από τις περιόδους κρίσεων και τις εγκεκριμένες δημόσιες συνελεύσεις, είχαν ως τότε αποφύγει εκδηλώσεις σαν την παρέλαση που ξεκίνησαν από μόνοι τους το Φεβρουάριο του 1848, μόνο και μόνο επειδή οι βασιλικοί αξιωματούχοι μπορούσαν να θεωρήσουν το ίδιο το γεγονός της οργανωμένης συνέλευσής τους ως ένδειξη ότι παραβίαζαν φανερά τη νομική απαγόρευση των εργατικών συνασπισμών.[3]

Οι παλιότερες μορφές συλλογικής δράσης χαρακτηρίζονταν από το στοιχείο της τελετουργίας και, συχνά, της επισημότητας, δηλαδή της υποχρεωτικής έγκρισής του από τις δημόσιες αρχές, Έτσι,
…εγκεκριμένες δημόσιες συγκεντρώσεις, όπως π.χ. οι γιορτές, οι κηδείες και οι ενοριακές συνελεύσεις, επί μακρόν παρείχαν ευκαιρίες στους πολίτες να εκφράσουν παράπονα καθώς και να υποστηρίξουν λαϊκούς ηγέτες. Εντός ορίων, οργανωμένοι μάστορες και λόχοι εθνοφυλάκων ασκούσαν το δικαίωμά τους να παρελαύνουν κατά τις δικές τους εορτές και ορισμένες φορές χρησιμοποιούσαν αυτό το δικαίωμα για να δηλώνουν την αντίθεσή τους σε ισχυρές προσωπικότητες ή καταπιεστικά προγράμματα. Με τις δέουσες εκδηλώσεις σεβασμού, μπορούσαν επίσης να στέλνουν ταπεινές αντιπροσωπείες για να ζητήσουν επανόρθωση συλλογικών αδικιών. (…) Οι τελετουργίες αντιποίνων (…) διέφεραν εντυπωσιακά στις λεπτομέρειες από τόπο σε τόπο. Δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τόπο σε τόπο – δυνατότητα προτυποποίησης – όπως οι μεταγενέστερες εκδηλώσεις των κοινωνικών κινημάτων, π.χ. διαδηλώσεις και δημιουργία ενώσεων ειδικού σκοπού.[4]

Η ανάπτυξη των διαδηλώσεων δεν ακολούθησε μια ενιαία και γραμμική ανοδική πορεία, καθόσον ότι,


…σύντομα οι λαϊκές πορείες και συγκεντρώσεις στους δρόμους σταμάτησαν υπό το βάρος της καταστολής. Οι διαδηλώσεις εξαφανίστηκαν επί δεκαπέντε περίπου χρόνια. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της Δεύτερης Αυτοκρατορίας του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εποχή ραγδαίας εκβιομηχάνισης στη Γαλλία, το καθεστώς άρχισε να χαλαρώνει ορισμένους από τους ελέγχους του πάνω στις οργανώσεις και τις ενέργειες των εργατών. Το 1864, η αυτοκρατορία χορήγησε ένα περιορισμένο δικαίωμα στην απεργία. Το 1868, νομιμοποιήθηκαν οι εργάτες να οργανώνουν δημόσιες συγκεντρώσεις χωρίς προηγούμενη έγκριση από την κυβέρνηση. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, αυτοκρατορικό διάταγμα επέτρεπε την οργάνωση συνδικάτων, με την προϋπόθεση να εγκρίνονται τα καταστατικά τους από τις Αρχές, να κατατίθενται σ’ αυτές τα πρακτικά των συνελεύσεών τους και να επιτρέπεται στους αστυνομικούς να παρευρίσκονται και να παρακολουθούν.[5]

Η διαδήλωση καθιερώθηκε οριστικά ως διαθέσιμο και χρήσιμο όπλο για την έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και διεκδίκησης το 1890, όταν ξεκίνησε ο παγκόσμιος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς. ). Κατά τη διάρκεια των επόμενων δυο δεκαετιών, πολλές ακόμη κοινωνικές ομάδες, πλην των εργατών, διαδήλωναν στη Λυών και αλλού στη Γαλλία: Καθολικοί, αντικαθολικοί, αντισημίτες και πολλοί άλλοι, συχνά σε συντονισμό με εθνικά κοινωνικά κινήματα. Ως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο:

η διαδήλωση είχε γίνει μια κανονική μορφή της πολιτικής ζωής των πόλεων και σημαντικό στοιχείο της πολιτικής ζωής γενικώς. Ακόμα και αν η οργάνωση μιας πορείας εξαρτιόταν από την επίσημη άδεια, ως τότε οι Αρχές γνώριζαν ότι θα ήταν πιο επικίνδυνη η απαγόρευση από την έγκριση και ότι εκτός των ατυχημάτων θα ελάμβανε χώρα ειρηνικά.[6]

Η φιλολογία περί συλλογικής δράσης διέκρινε αρχικά μεταξύ συμβατικής και μη συμβατικής δράσης.[7] Σήμερα αυτή η διάκριση αμφισβητείται. Με τον όρο «τροποποιητικά κοινωνικά ρεπερτόρια» (modal social repertoire) ο S. Tarrow αναφέρεται δίνοντας έμφαση στη μετατροπή μορφών συλλογικής δράσης σε μέρος του ρεπερτορίου δράσης των μέσων πολιτών. O Tarrow εστιάζει τους ερευνητικούς φακούς του στο θέμα του κοινωνικού συντονισμού των κινημάτων με την αναζήτηση χρησιμοποιούμενων «πόρων» όπως τα ρεπερτόρια των διεκδικήσεων, τα κοινωνικά δίκτυα και τα πολιτισμικά πλαίσια. [8]

Η μετριοπάθεια ή η μαχητικότητα των δραστηριοτήτων δεν καθορίζουν από μόνες τους το νόημά τους αλλά οι σκοποί τους. Το κύριο, όμως, είναι ότι τα άτομα ταυτίζονται με μια ευρεία κοινωνική κατηγορία και δρουν για λογαριασμό της.[9]




[1] Βλ. Tilly Ch. (1978) From Mobilization to Revolution. Menlo Park, California: Addison-Wesley Publishing Company, σελ.
[2] Βλ. Tilly Ch. (2004) Social Movements, 1768-2004. Boulder, CO and London, UK: Paradigm Publishers, σσ. 38-64.
[3] Ibid, σελ. 38.
[4] Ibid, σελ. 20. Ο Tilly αναφέρεται μεν στην Αγγλία, αλλά τονίζει την ύπαρξη παρόμοιων στοιχείων και στη γαλλική περίπτωση.
[5] Ibid, σελ. 40.
[6] Βλ. Robert V. (1996) Les chemins des manifestations, 1848-1914. Lyon: Presses Universitaires de Lyon, σελ. 373, παρ. από Tilly Ch. (2004) ο.ε.π. σελ. 41.
[7] Βλ. Barnes and Kaase (1979)
[8] Βλ. Tarrow S. (1994) σσ. 16-23.
[9] Klandermans B. (2003) “Collective Political Action” in Huddy L., Jervis R. and Sears D. (eds) Oxford Handbook of Political Psychology. Oxford: Oxford University Press, σ. 670-683.


Συνεχίζεται...

Θανάσης Τσακίρης

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00