Tsakthan Daily - 27 Μαΐου 2011 - Η Ρίτα, το Ριτάκι, τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία και ο Ρόμπερτ Μίκελς


Tsakthan Daily

27 Μαΐου 2011


Η Ρίτα, το Ριτάκι, τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία και ο Ρόμπερτ Μίκελς

35 χρόνια η ίδια ιστορία;      

Χτες το βράδυ, λίγο πριν ο «Θεός που μας μισεί» ρίξει την τρίτη καταιγίδα καταπάνω μας στην Πλατεία Συντάγματος αποσκοπώντας να διαλύσει τη συγκέντρωση, βρήκα τη Ρίτα, συμμαθήτριά απ’ το γυμνάσιο. Ήμασταν για ένα φεγγάρι μαζί στη ΜΟΔΝΕ της μεταπολίτευσης. Η ΜΟΔΝΕ ήταν μετωπική μαθητική οργάνωση της ΚΝΕ που εμφανιζόταν ως ανεξάρτητη. Η Ρίτα εντάχθηκε και στην ΚΝΕ ενώ εγώ το 1976 ανεξαρτητοποιήθηκα μην αντέχοντας το «καπέλο» και θεωρώντας ότι δεν πρέπει να κλείνουμε τις πόρτες στο «αυθόρμητο». Η συνέχειά μου είναι γνωστή: ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος, Β΄ Πανελλαδική, «ΕΛΕΝΗ», φοιτητικές και εργασιακές συσπειρώσεις, οικολογικά και δημοτικά σχήματα κ.ο.κ.  Η Ρίτα, που σπούδαζε στο Μαθηματικό, μου είχε ρίξει και μια μπουνιά στο μάτι, σε μια σύγκρουση με τις Συσπειρώσεις στις καταλήψεις του ’79 στο Παράρτημα στην Πάτρα˙ της το συγχώρεσα μετά από μια δεκαετία, όταν κι αυτή διαγράφτηκε απ’ την ΚΝΕ το ’89 με τους Γραψαίους. Για όσους/ες δεν γνωρίζουν, το καλοκαίρι του 1989 η πλειοψηφία της ΚΝΕ, με γραμματέα τον αείμνηστο Γιώργο Γράψα, αρνήθηκε να υποστηρίξει την Κυβέρνηση Τζανετάκη που σχηματίστηκε από τη συνεργασία της ΝΔ με τον τότε ενιαίο ΣΥΝ που αποτελείτο από ΚΚΕ, Ε.ΑΡ, Πορεία και άλλες μικρές ομάδες της αριστεράς. Στη συνέχεια οι διαγραφέντες δημιούργησαν το ΝΑΡ. Περάσανε τα χρόνια, πενηνταρίσαμε, και να που ξαναβρεθήκαμε στους δρόμους που καίνε, όπως τραγουδούσαμε παλιά˙ εντάξει, ο δρόμος ήταν υγρός, αλλά δεν μας χαλάει! Μου είπε ότι δούλευε μέχρι πρόσφατα σε λύκεια της Βόρειας Ελλάδας και πρόσφατα μετακόμισε με τις δύο δίδυμες κορούλες της, την Αντιγόνη και τη Ζηνοβία, που τις βάφτισε έτσι λόγω της λατρείας που είχε για το Μίκη Θεοδωράκη και τα τραγούδια του˙ εξάλλου συμμετείχε στη συγκέντρωση με τη «Σπίθα»! Πιάσαμε, λοιπόν, τη κουβέντα, θυμηθήκαμε τα παλιά και πήγαμε σε ένα ταβερνάκι να τα πούμε χωρίς το άγχος της βροχής. Παραγγείλαμε διάφορα συν ένα μπακαλιάρο που, γαμώ το κέρατό μου, μας τον χρέωσαν 80 ευρώ (!). Φωνάξαμε τον ταβερνιάρη και του βάλαμε τις φωνές, του είπαμε ότι είμαστε και μέλη του «Δεν Πληρώνω» και δεν είμαστε κορόιδα και θα το δημοσιεύσουμε στο facebook, οπότε δε θα μπορούσε να σταυρώσει πελάτη πια. «Μα, μου, σου, ξου» ο δικός σου, ανένδοτος. Μόνο όταν του είπαμε ότι θα τον καταγγείλουμε στη συνέλευση της πλατείας τα μάζεψε,  φοβούμενος μη βρει ξαφνικά μπροστά του κανένα τσούρμο «αγανακτισμένους». Εξάλλου ένα τετράγωνο μας χώριζε από την πλατεία. Οπότε κατέβασε την τιμή του μπακαλιάρου κατά 50 ευρώ!

Τι 30, τι 40, τι 50;


Αφού χαρήκαμε αυτή τη μικρή μας νίκη επί του συστήματος, πήγαμε ξανά στην πλατεία, όπου είχε αρχίσει η συνέλευση. Το φορητό μικρόφωνο ήταν στα χέρια μιας πανύψηλης και πανέμορφης ξανθιάς μαθήτριας που, αν αφαιρέσουμε δέκα-δεκαπέντε πόντους ύψος, ήταν φτυστή η Ρίτα του 1976. «Μωρή», της λέω, «κόρη σου είναι κι αυτή»; Με κοίταξε στα μάτια, μου χαμογέλασε πονηρά και κούνησε το κεφάλι της σα να μού’ λεγε «θα ήθελα να είναι». «Γεια σας, με λένε Ρίτα» είπε δειλά-δειλά η μαθήτρια στους συνελευσιαζόμενους, και μόλις τέλειωσα τις πανελλαδικές για το Μαθηματικό». Κόκκαλο η Ρίτα κι εγώ. «Ήρθα απόψε εδώ», συνέχισε το Ριτάκι, «για να εκδηλώσω τη διαμαρτυρία για όλα αυτά μου με στενοχωρούν, για τον Αλέξη και τη μνήμη του, για να πω σε όλους όσοι ασκούν εξουσία ότι είναι το λιγότερο βουβοί γιατί δεν μας ακούνε εμάς τους νέους, γιατί κάνουν πως δεν υπάρχουνε.» «Άλα της!» ψιθύρισα στο αυτί της Ρίτας, «για μαθηματικού ρητορεύει σα να είναι του κλασικού». «Μη δείχνεις τα χρόνια σου, γλυκέ μου, σήμερα τα παιδιά τα ξέρουν όλα, αλλά δουλειά δεν πρόκειται να βρουν κι αυτό τα κάνει να τρελαίνονται.» μου την είπε η Ρίτα. «Το ερώτημα είναι που ήταν τόσα χρόνια οι 30άρηδες, οι 40ρηδες και όλοι αυτοί που σκάσανε μύτη τώρα στις συγκεντρώσεις, πού ήταν τόσα χρόνια κρυμμένοι; Πολιτικοποιήθηκαν στο πιτς-φυτίλι μόλις τους κόψανε τη βολή τους;» συνέχισε η Ρίτα που την έπιασαν τα κνίτικά της και έβαλε μπροστά την κασέτα. «Πού ήταν στο άρθρο 4, στο άρθρο 16 και γενικώς σε όλους του αγώνες του λαού μέχρι τώρα;» είπε πιο δυνατά και ξαφνικά το όμορφο πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο σαν παντζάρι. «Ώπα», λέω, «κούλαρε κορίτσι μου, μιας κι είπες για ηλικίες πιο πριν». Ένοιωσα ξαφνικά όλα τα βλέμματα να στρέφονται πάνω μας, σ’ εμένα με απορία και σ’ αυτήν από θαυμασμό για την ομορφιά της αλλά και για την έξαρσή της. «Ρε, ανάφτρα και προβοκατόρισσα, κούλαρε» της είπα και της έκανα νόημα να πάμε λίγο παράμερα να χαλαρώσουμε σ’ ένα παγκάκι της πλατείας. Όπερ και εγένετο. «Άκου, συντροφούλα», της είπα στοργικά και πέρασα το χέρι μου στους ώμους της. «Όπως έχεις καταλάβει οι καταστάσεις αλλάζουν. Κι εσύ κάποια στιγμή έφυγες από το ΚΚΕ και καλά έκανες, μετά σου μπήκε η ιδέα να συνδικαλιστείς στους καθηγητές, μετά την είδες λίγο παραπάνω πατριώτισσα από τους άλλους ώσπου κάποια στιγμή συνίδρυσες κι εσύ άλλο ένα κομματίδιο με κάποιους υπερπατριώτες και πάει λέγοντας. Οι πρώην σύντροφοί αναδιοργανώθηκαν και ξανάφτιαξαν το ΚΚΕ ως φρούριο με τάφρους και αλιγάτορες και κάνουν ξεχωριστές πορείες με το ΠΑΜΕ, ξεχωριστές συγκεντρώσεις για την Πρωτομαγιά, για την Αντίσταση και στο τέλος θα κάνουν και ξεχωριστό Επιτάφιο τη Μεγάλη Παρασκευή για να πιστοποιήσουν το γνωστό ανέκδοτο. Σε κάθε πορεία γίνονται επεισόδια, μπαχαλάκηδες, ΜΑΤ, ρουφιάνοι και ανόητοι καθηλώνουν τις πορείες. Ύστερα, όντως, για πολλούς ισχύει αυτό που είπες για τη βολή τους που τη χάσανε. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι όλοι είναι άγιοι. Είναι αυτό που λένε στη θεωρία της σχετικής αποστέρησης. Αν οι άνθρωποι νιώσουν ότι είναι αδικία να στερούνται αυτά που απλόχερα δίνονται σε άλλους ξεσηκώνονται. Το θέμα είναι να μην ξεσηκωθούν στα τυφλά και κυνηγούς αυτούς που δεν τους φταίνε και οι οποίοι είναι σε ακόμα πιο δεινή κατάσταση, όπως ίσως κάποιοι κάνουν με τους μετανάστες. Να γιατί δεν έπρεπε να είμαστε απόντες από αυτές τις συγκεντρώσεις. Μπορεί να μη σου αρέσει που αναφέρονται σε όλους τους βουλευτές όταν φωνάζουν ρυθμικά «κλέφτες, κλέφτες» αλλά εσύ, εννοώ όσοι έχουν αυτές τις δίκαιες ανησυχίες, πρέπει να είσαι εδώ και να βάλεις τη δική σφραγίδα στις εξελίξεις με όμορφο τρόπο χωρίς να κάνεις υπέρμετρη επίδειξη κομματικής ταυτότητας και κομματικού πατριωτισμού. Και για να μη σε πρήζω άλλο ένα σου λέω: χαλάρωσε και νιώσε το σα γιορτή της δημοκρατίας. Άσε το όμορφο Ριτάκι να βρει το δρόμο του και να γίνει για τα δεδομένα της γενιάς του η Ρίτα που γνώρισα εγώ το 1976. Και για να κατανοήσεις καλύτερα την εξέλιξη των κομμάτων και των συνδικάτων αλλά και των τωρινών μεγάλων ΜΚΟ θα σου στείλω το βιβλίο του Ρόμπερτ Μίκελς που γράφτηκε πριν από έναν αιώνα περίπου και παρά τις επιφυλάξεις και τις κριτικές είναι πάντα επίκαιρο όσο και τα έργα του ιδεολογικού μας παππούλη, του Κάρολου.» Δεν πίστευα ότι θα τα έλεγα μονοκοπανιά όλα αυτά αλλά είχα την ανάγκη να τα πω. Και δεν περίμενα ότι η Ρίτα θα τα άκουγε χωρίς να πεταχτεί και να μου αντιμιλήσει. Την προβλημάτισα ή είχε αρχίσει να «γλαρώνει» απ’ τα τσίπουρα; Στο μεταξύ το Ριτάκι το δεκαοχτάχρονο είχε πει αυτά που ήθελε να πει και η συνέλευση συνέχισε με πρακτικά θέματα, όπως ποιος θα απευθυνθεί στον κόσμο για προσφορές διαφόρων ειδών για να μπορέσει να μείνουν τα βράδια στην πλατεία, ποιοι θα αναλάβουν τα θέματα Τύπου και ΜΜΕ, τον ιστότοπο κλπ. Ξάφνου, η Ρίτα σηκώθηκε από το παγκάκι κι άρχισε να τραγουδάει δυνατά και να λικνίζεται στο ρυθμό του γνωστού τραγουδιού των Κατσιμιχαίων για το Ριτάκι, τονίζοντας το στίχο «κανένα μη φοβάσαι». Δεν μπορούσα να μη την θαυμάσω. Η όμορφη Κνίτισα που έγινε αρνάκι χωρίς να χάνει το ατίθασο του εαυτού της. Όταν ένιωσε πως ήρθε η ώρα να αφήσει το ρυθμό να σβήσει γύρισε κατά τη μεριά μου και μου είπε κλείνοντας το μάτι ότι θα μείνει στην πλατεία το βράδυ και με αφήνει ελεύθερο εμένα τον «μικροαστό» να πάω στο σπιτάκι μου, για να κοιμηθώ και να ξυπνήσω για να  πάω στη δουλειά. Μάλλον από τη μια έπιασε τόπο η άποψή μου για την παρουσία της αριστεράς στις συγκεντρώσεις κι από την άλλη κατάλαβα το υπονοούμενο. Της έδωσα ένα φιλικό φιλί στο μάγουλο και προχώρησα προς τη σκάλα του μετρό…

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ



Ρίτα Ριτάκι
Τραγούδι: Αδελφοί Κατσιμίχα
Μουσική: Αδελφοί Κατσιμίχα
Στίχοι: Αδελφοί Κατσιμίχα

Παλεύει το ποτάμι στη θάλασσα να βγει
Κι ο ποιητής γυρεύει τη μούσα του να βρει
Το κύμα ψάχνει να ’βρει την άκρη του γιαλού
Κι εγώ γυρεύω εσένανε
εσένανε που μ’ έστησες ξανά στο ραντεβού


Έψαχνα να ’βρω το μπελά μου και τελικά τον βρήκα
Και πήγα και αγάπησα ένα μωρό, τη Ρίτα
Ρίτα δεκαοχτώ χρονών κι εγώ σαράντα πέντε
Ρίτα εσύ ’σαι στην αρχή κι εγώ στο παραπέντε

Ρίτα-Ριτάκι, κανένα δε φοβάσαι
Ρίτα-Ριτάκι, τίποτα δε θυμάσαι
Ρίτα-Ριτάκι, απόψε πού κοιμάσαι

Μου το ’χες πει πολλές φορές ότι δε μ’ αγαπούσες
Συγγνώμη, δεν κατάλαβα ότι το εννοούσες
Γι αυτό λοιπόν σε χαιρετώ και φεύγω δίχως λόγια
Με το κεφάλι μου ψηλά και την ψυχή στα πόδια

Ρίτα-Ριτάκι...

Ti volio, si ti volio...


ΣΙΝΕΜΑ ΓΙ’ ΑΠΟΨΕ


Για όσους/ες δεν βρίσκουν πλατεία ώστε να διαδηλώσουν, ας απολαύσουν σε DVD τη Ρίτα Χέιγουορθ ως Τζίλντα. http://www.moviereviews.gr/v2584/  

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Τρίτη 31/10 στην εκπομπή "ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ" ο Χρήστος Τσιλώνης (Πρόεδρος ΣΣΕΜ) με θέμα Όψεις του Ασφαλιστικού Ζητήματος.

Αντίο Τρύφωνα!