Με αφορμή ένα σχόλιο που άφησε στο blog ένας ανώνυμος φίλος και ήθελε να μάθει την άποψή μου για τα ζητήματα που βάζει η Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φραγκφούρτης, δημοσιεύω ξανά ένα παλιότερο κείμενό μου για το Σοβιετικό Μαρξισμού του Χέρμπερτ Μαρκούζε. Να υπενθυμίσω ότι φέτος συμπληρώνονται 110 χρόνια από τη γέννηση και 30 από το θάνατό του. Μέχρι τώρα φέτος, η μόνη που τον θυμήθηκε απο τον επίσημο πολιτικό μικρόκοσμό μας ήταν η...Αλέκα Παπαρήγα. Κι αυτό γιατί ήθελε να τα "χώσει" στο Συνασπισμό και την ηγετική ομάδα του Τσίπρα ότι, τάχα μου, προσπαθούν να αναβιώσουν τη "γερασμένη θεωρία" του...Μαρκούζε. Τι άλλο θα διαβάσουν τα μάτια μου και θα ακούσουν τα αυτιά μου; Βέβαια δεν αναφερόταν στο Σοβιετικό Μαρξισμό -που αμφιβάλλω αν το έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο-αλλά στην θεωρία των νέων επαναστατικών υποκειμένων που ο Μαρκούζε προέβλεπε πως θα δημιουργούσαν τις νέες επναστατικές θεωρίες και δυνάμεις ανατροπής και αυτές ήταν η νεολαία, το λούμπεν προλεταριάτο, οι γυναίκες και οι τριτοκοσμικές δυνάμεις. Αυτές, δηλαδή, τις ομάδες που αμφισβητούσαν την ορθότητα και την δημοκρατικότητα των σταλινικών σοβιετικών μοντέλων.

Θανάσης Τσακίρης





-------------------------------------------------------------------------------
O HERBERT MARCUZE ΚΑΙ Ο ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ:

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ





Ο Η.Μarcuze είναι ο στοχαστής εκείνος που επανέφερε στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο, αλλά και στο εν γένει αριστερό και ριζοσπαστικό κίνημα των ΗΠΑ της δεκαετίας του 1960-70, τη συζήτηση για τον Hegel προσπαθώντας να αναθεωρήσει τις παραδοσιακές οπτικές για τη μεθοδολογία του. Επανεισάγει τη διαλεκτική σε μια πανεπιστημιακή κοινωνία που κυριαρχείται από το μεθοδολογικό εμπειρισμό. Μελετά και το είναι και το δέον των πραγμάτων προσπαθώντας να εξηγήσει τις εντάσεις ανάμεσα στο δεδομένο και στο δυνατό, ανάμεσα στο άμεσο φαινόμενο και στην τελική πραγματικότητα. Αρνείται να προσδώσει κύρος και αυθεντία στο υπάρχον δείχνοντας ότι έχει τη δυνατότητα να αλλαχθεί. Κάθε υπάρχον εμπεριέχει και την άρνησή του. Η «άρνηση της άρνησης» είναι το στοιχείο εκείνο που συγκροτεί την «κριτική θεωρία».



O Η.Marcuze, όπως ο ίδιος τονίζει, προσπάθησε, και πέτυχε, να ξεφύγει από το ασφυκτικό διανοητικό πλαίσιο της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στην «καπιταλιστική» Δύση και στην «σοσιαλιστική» Ανατολή[1][1] και «να παρουσιάσει μια σχετικά αντικειμενική ανάλυση βασισμένη σε μια ορθολογική ερμηνεία των ιστορικών εξελίξεων»[2][2] όσον αφορά την ουσιαστική κριτική της οικοδόμησης της Σοβιετικής κοινωνίας. Την περίοδο που εκδίδεται η μελέτη του για το Σοβιετικό Μαρξισμό στη Σοβιετική Ένωση επικεφαλής του Κομμουνιστικού Κόμματος και αρχηγός του κράτους[3][3] είναι ο Νikita Khrushchef. Η περίοδος αυτή για την ΕΣΣΔ χαρακτηρίζεται από την εξέλιξη μιας πολιτικής διαδικασίας «αποσταλινοποίησης» του καθεστώτος που προσπαθεί μέσα στα πλαίσια του Ψυχρού Πολέμου να ανασυγκροτήσει τις δομές του και να αποσαφηνίσει τις στρατηγικές του. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν σε εκείνη την ιστορική φάση αναγκαστικά χωρίς επιστροφή. Ήδη ο Marcuze αντιλαμβάνεται τη διάθεση οπισθοχώρησης από τις διαδικασίες φιλελευθεροποίησης[4][4] στο εσωτερικό της χώρας και της σκλήρυνσης της εξωτερικής πολιτικής που ανταποκρίνεται στις συνθήκες οι οποίες δημιουργούνται από τη σινοσοβιετική ρήξη. H περιοδολόγηση της σοβιετικής ιστορίας και των διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων που επικράτησαν κατά τη διάρκειά τους όπως καταγράφονται είτε στα επίσημα κείμενα του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ καθώς και στα κείμενα των θεωρητικών του σοβιετικού μαρξισμού, παρά το γεγονός ότι έχουν ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον που θα βοηθούσε την ανάλυσή μας, είναι εκτός των ορίων της παρούσης εργασίας. Για το λόγο αυτό θα περιοριστώ στην καταγραφή των βασικών σημείων από την κριτική του Marcuze.



Η ανάλυση του Marcuze εντάσσει το σοβιετικό μαρξισμό σε ένα πλαίσιο που ορίζεται από την γραμμές που χαράσσονται από την ανταπόκρισή του στις εξελίξεις στη Δύση που στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ηγεμονεύεται από τον Αμερικανικό καπιταλισμό. Η πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» του «διαφωτισμένου ολοκληρωτισμού» ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σοβιετικού συστήματος να προχωρήσει στη μετεξέλιξή του στο δεύτερο στάδιο της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» που προσδιορίζεται από τις προγραμματικές διακηρύξεις για μείωση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, παροχή πολυτεχνικής εκπαίδευσης σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, συνεχιζόμενης αύξησης της παραγωγής σε βαθμό τέτοιο ώστε να καλύπτονται μόνιμα οι ανάγκες της κοινωνίας. Το δεύτερο στάδιο είναι αυτό που οι σοβιετικοί μαρξιστές ονόμασαν «μετάβαση στον κομμουνισμό». Ποιος όμως είναι ο χαρακτήρας του ήδη οικοδομηθέντος «σοσιαλισμού» ; Ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί το σοβιετικό καθεστώς από το ναζιστικό ώστε ο Μarcuze να μιλάει για κάτι το διαφορετικό από το ολοκληρωτικό μοντέλο, κοινό και για τα δύο συστήματα, που περιέγραψε η H.Arendt;[5][5] Ο Marcuze ανατρέχει στις «αρχικές συνθήκες» που προσδιόρισαν την τελική φυσιογνωμία του καθεστώτος. Ο V.I.Lenin ηγήθηκε της Μπολσεβίκικης Επανάστασης του 1917, μιας επανάστασης που έσπασε τον «αδύνατο κρίκο» της «παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής αλυσίδας» αναθεωρώντας ουσιαστικά τη Μαρξιανή θέση περί προλεταριακής επανάστασης στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης. Η επανάσταση οργανώθηκε και καθοδηγήθηκε από το Μπολσεβίκικο κόμμα που στήθηκε και λειτούργησε με κυρίαρχη μέσα στο κόμμα μιας ομάδας «επαγγελματιών επαναστατών» που επέβαλλε την επαναστατική συνείδηση από τα πάνω στο προλεταριάτο, πολιτική γραμμή που, κατά το Lenin, επιβλήθηκε λόγω των ιδιόμορφων συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτυσσόταν η προλεταριακή δράση (πόλεμος, καθυστερημένη καπιταλιστική ανάπτυξη, μικρό αριθμητικά προλεταριάτο, εκτεταμένη αγροτική τάξη). Η Λενινιστική θέση είναι καρπός από τη μια της ήττας των προλεταριακών επαναστάσεων στη Γερμανία και στην Ουγγαρία που ξέσπασαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από την άλλη την αντίληψη περί ύπαρξης προλεταρίων εθνών σε διάσταση με τα ανεπτυγμένα έθνη. Η Ανατολή περιλαμβάνει τα μεν, η Δύση τα δε. Η Σοβιετική Επανάσταση πλέκει το μύθο του απελευθερωτή της ρωσικής κοινωνίας και όχι μόνο. Για να επιτευχθεί όμως ο στόχος αυτός χρειάζεται σύμφωνα με τους Σοβιετικούς η ταχεία εκβιομηχάνιση της χώρας που θα αναβαθμίσει το βιοτικό επίπεδο των μαζών και λειτουργήσει ως μοντέλο για τις «προδομένες από το ρεφορμισμό προλεταριακές μάζες της Δύσης». Ήδη μέσα από τα πλαίσια αυτής της αντίληψης διαφαίνεται η λογική που θεωρεί το Σοβιετικό προλεταριάτο ως το προλεταριάτο φορέα της πρώτης επανάστασης που χαράζει μια νέα πορεία για την ανθρωπότητα αναδεικνύοντας τα «πραγματικά συμφέροντα» σε αντίθεση με τα «άμεσα συμφέροντά της». Ο Lenin στην προσπάθειά του να καταγράψει θεωρητικά και πρακτικά τη διαφοροποίησή του από τους οπαδούς της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας που επιμένουν ότι η Δύση θα είναι το λίκνο της επανάστασης - που σε προηγμένες χώρες όπως η Αγγλία και οι ΗΠΑ μπορεί και να γίνει ειρηνικά - αντιπαραθέτει τη θεωρία ότι τα δυτικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι βαθιά διαβρωμένα από τον αστισμό. Γι' αυτό και στην πράξη θα ακολουθήσουν οι διασπάσεις από τις κομμουνιστικές φιλοσοβιετικές πτέρυγες που θα φτιάξουν τα μπολσεβίκικα κομμουνιστικά κόμματα τα οποία είναι εκείνα που γνωρίζουν τα «πραγματικά» συμφέροντα του προλεταριάτου και της ανθρωπότητας. Είναι μια ανάλογη με την άποψη που κατακρίνει ο Ι.Berlin[6][6] . Και ο Μarcuze σημειώνει : «Η διατήρηση από το Lenin της κλασικής έννοιας του επαναστατικού προλεταριάτου υποστηριζόμενης με τη βοήθεια της θεωρίας της εργατικής αριστοκρατίας και της πρωτοπορίας, αποκάλυψε την ανεπάρκειά της από την αρχή. Ακόμη και πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε γίνει φανερό ότι το «συνεργασιακό» τμήμα του προλεταριάτου ήταν ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετικό από ένα μικρό ανώτερο στρώμα που είχε διαφθαρεί από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, και ότι το Σοσιαλ-Δημοκρατικό Κόμμα και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν κάτι διαφορετικό από «προδότες» - αντίθετα ότι η πολιτική τους αντανακλούσε σχεδόν στην εντέλεια την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της πλειοψηφίας των οργανωμένων εργατικών τάξεων των αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών. Kαι πράγματι, η στρατηγική του Lenin περί επαναστατικής πρωτοπορίας που ξεπέρασε κατά πολύ έναν απλό μετασχηματισμό της κλασικής Μαρξιανής έννοιας & η πάλη του ενάντια στον «οικονομισμό» και στο δόγμα της αυθόρμητης μαζικής δράσης, το απόφθεγμά του ότι η ταξική συνείδηση πρέπει να επιβληθεί «από τα έξω» προεξοφλούν την κατοπινό πραγματικό μετασχηματισμό του προλεταριάτου από το υποκείμενο σε ένα αντικείμενο της επαναστατικής διαδικασίας»[7][7] .



H πρώτη συνέπεια αυτής της θέσης ήταν να ακυρωθεί η πολιτική στρατηγική που απέβλεπε στο συντονισμό των προλεταριακών κινημάτων σε μια επαναστατική κατάσταση, δηλαδή η θέση περί διεθνούς επανάστασης ενταφιάζεται βαθιά στο υποσυνείδητο των εργατικών μαζών. Η δεύτερη συνέπεια ήταν να υιοθετηθεί η πολιτική οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Η τρίτη συνέπεια ήταν να θεωρηθεί το «πρώτο στάδιο» της «σοσιαλιστικής οικοδόμησης» ως ένας συνδυασμός «εξηλεκτρισμού και σοβιέτ». Η βάση όλων αυτών των δογμάτων ήταν η «θεωρία της απόλυτης στασιμότητας του καπιταλισμού» και «η ένταση των καπιταλιστικών αντιθέσεων» που θα οδηγούσε τις καπιταλιστικές χώρες στην πολεμική περιπέτεια για την εξασφάλιση νέων αγορών και θα είχε ως αποτέλεσμα τη γενικευμένη κρίση του συστήματος, την εξέγερση του προλεταριάτου και των αγροτικών μαζών και τη νίκη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου επί του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού που ως τότε είχε ενωθεί με στόχο την κατάλυση της επανάστασης στην ΕΣΣΔ (θεωρία της «καπιταλιστικής περικύκλωσης»). Η Λενινιστική θέση οδηγούσε σε έναν «κρατικό καπιταλισμό» στην ΕΣΣΔ, έννοια την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε. Ο «κρατικός καπιταλισμός» ήταν ακριβώς η προϋπόθεση για την εδραίωση του «πρώτου σταδίου» του σοσιαλισμού. Η «σοβιετική διαλεκτική» του ξεπεράσματος του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού θεωρούσε το στάδιο αυτό ως την απαρχή για την αντίθεση που θα κατέληγε στη σύνθεση του «πρώτου σταδίου» του σοσιαλισμού («ο καπιταλισμός παράγει το σκοινί που θα τον κρεμάσει» σύμφωνα με το Lenin). Η πρωταρχική συσσώρευση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν θα ξεκινούσε από το μηδέν. Ο Marcuze αρνείται να χρησιμοποιήσει τον όρο «ολοκληρωτισμός» γιατί ταιριάζει σα γάντι σε πολλά καθεστώτα καλύπτοντας τις διαφορές της συγκρότησης κάθε περίπτωσης. Για το λόγο αυτό προσπαθεί να συγκεντρώσει και να ερμηνεύσει τα βασικά σταθερά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πολύχρονη ύπαρξη του σοβιετικού καθεστώτος.



Το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από τις εξής σταθερές που το συγκροτούν : α) ολική εκβιομηχάνιση (εθνικοποιημένη παραγωγή και προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής) β) προοδευτική κολεκτιβοποίηση της γεωργίας με στόχο την τελική μετατροπή της συλλογικής σε κρατική ιδιοκτησία γ) γενικευμένος εκμηχανισμός της εργασίας και επέκταση της πολυτεχνικής εκπαίδευσης που καταλήγει στην εξίσωση αστικών και αγροτικών επαγγελμάτων δ) προσδοκίες σταδιακής αύξησης γενικού επιπέδου ζωής στη βάση της πραγματοποίησης των προηγούμενων στόχων ε) οικοδόμηση οικουμενικής εργασιακής ηθικής, δημιουργία ανταγωνιστικών ρυθμών αποδοτικότητας, απομόνωση και εξάλειψη όλων των ψυχολογικών και ιδεολογικών μεταφυσικών και παράλογων στοιχείων (αρχή του «σοβιετικού ρεαλισμού») στ) διατήρηση και ενίσχυση του κράτους, του στρατιωτικού, διευθυντικού και κομματικού μηχανισμού σε έναν ενιαίο εργαλειακού τύπου σύνδεσμο (σε αντίθεση με τη Μαρξιανή, αλλά και αρχικά Λενινιστική, θέση περί «μαρασμού του κράτους») ζ) μετάβαση, στο βαθμό που επιτυγχάνεται η πραγματοποίηση όλων των προηγούμενων στόχων, στη διανομή του κοινωνικού προϊόντος ανάλογα με τις ατομικές ανάγκες του καθενός (στο σημείο αυτό υποτίθεται ότι θα έχει επιτευχθεί ο γενικός στόχος της προσέγγισης και, κατόπιν, υπέρβασης των οικονομικών μεγεθών των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών [8][8].



Oι αρχές πάνω στις οποίες στηριζόταν ο Σοβιετικός Μαρξισμός για να επιλύσει το παραπάνω ζήτημα της μετάβασης ήταν οι εξής : α) η ανάπτυξη της Σοβιετικής κοινωνίας σε κομμουνιστική κατεύθυνση στη βάση της διαλεκτικής διαδικασίας της εκδίπλωσης εσωτερικών και εξωτερικών αντιθέσεων β) οι εσωτερικές αντιθέσεις επιλύονται στη βάση του ορθολογισμού , χωρίς «ρήξη», και της σοσιαλιστικής οικονομίας που βρίσκεται υπό τον έλεγχο, την καθοδήγηση και τη διεύθυνση του κράτους γ) η θεμελιακή εσωτερική αντίθεση ανάμεσα στις σταθερά αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις και στις καθυστερημένες παραγωγικές σχέσεις είναι η κινητήρια δύναμη της μετάβασης δ) η βαθμιαία μετάβαση στον κομμουνισμό λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής περικύκλωσης που ως εξωτερική αντίθεση μπορεί να επιλυθεί στη βάση μιας σειράς νικηφόρων επαναστάσεων σε μερικές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ε) η ειρηνική συνύπαρξη με τον καπιταλιστικό περίγυρο είναι βασική προϋπόθεση για την παράταση της «ανάσας» που χρειάζεται για την επίτευξη του στόχου της κάλυψης της απόστασης που χωρίζει οικονομικά τις χώρες της σοβιετικής επιρροής από τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες στ) η διατήρηση της «ανάσας» σημαίνει χρησιμοποίηση των συγκρούσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, αποφεύγοντας την πολεμική σύγκρουση μαζί τους και, σημαντικό σε αυτή τη φάση, αποθάρρυνση της κινητοποίησης των προλεταριακών μαζών για την κατάληψη της εξουσίας και την απόπειρα διεξαγωγής «επαναστατικών πειραμάτων» [9][9]ζ) η επίλυση των εξωτερικών αντιθέσεων θα ωριμάσει μέσω της όξυνσης των ενδο- και δια-καπιταλιστικών αντιθέσεων που επαναφέρουν στο πολιτικό προσκήνιο τις δυτικές προλεταριακές μάζες και μέσω της ενίσχυσης της οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης της ΕΣΣΔ η) οι κύριες «εφεδρείες» υποστήριξης των βασικών επαναστατικών δυνάμεων στις ανεπτυγμένες χώρες θεωρούνται οι ημιπρολεταριακές και μικροαγροτικές μάζες καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στις αποικίες και στις εξαρτημένες χώρες [10][10].



Η κοινωνική διαδικασία που καθοδηγείται από τις παραπάνω αρχές είναι, σύμφωνα με το Μarcuze, μια διαδικασία που δεν χαρακτηρίζεται απλώς από την εκβιομηχάνιση μιας καθυστερημένης χώρας στη βάση της εθνικοποίησης και της ολοκληρωτικού τύπου διοίκησής της. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι η ισχυρή τάση για ξεπέρασμα σε χρόνο συμπυκνωμένο των διαδοχικών σταδίων της βιομηχανικής επανάστασης και η επίτευξη των στόχων της εξομοίωσης με τη Δύση. «Η θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στη Δυτική και στη Σοβιετική κοινωνία παραλληλίζεται με μια ισχυρή τάση προς την εξομοίωση. Αμφότερα τα συστήματα παρουσιάζουν τα κοινά στοιχεία του ύστερου βιομηχανικού πολιτισμού - ο συγκεντρωτισμός και η πειθάρχηση αντικαθιστούν την ατομική επιχείρηση και την αυτονομία & ο ανταγωνισμός οργανώνεται και «ορθολογικοποιείται» & υπάρχει κοινή κυριαρχία των οικονομικών και πολιτικών γραφειοκρατιών & οι άνθρωποι εναρμονίζονται δια μέσου των «μέσων μαζικής» επικοινωνίας, της βιομηχανίας της διασκέδασης, της εκπαίδευσης. Εάν αυτοί οι μηχανισμοί αποδεικνύονται ότι είναι αποτελεσματικοί, τα δημοκρατικά δικαιώματα και θεσμοί μπορούν να παραχωρούνται από το σύνταγμα και να διατηρούνται χωρίς τον κίνδυνο της εκμετάλλευσής τους για αντιπολίτευση προς το σύστημα». Ο στόχος του ύστερου βιομηχανικού πολιτισμού είναι η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η επιτάχυνση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής αποδεικνύεται το πιο αποτελεσματικό όπλο για την κυριαρχία των γραφειοκρατιών και για τον εκ των άνω έλεγχο του εργατικού πληθυσμού αποκλειόμενης έτσι της εκ των κάτω διατήρησης στοιχειωδών δικαιωμάτων ελέγχου από τους άμεσους παραγωγούς. Στην κατεύθυνση αυτή τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα θεωρούνται ολοένα και περισσότερο στοιχεία μιας «απαρχαιωμένης» αντίληψης. Δημιουργούνται έτσι οι συνθήκες για τη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου που Marcuze θα αποκαλέσει αργότερα «μονοδιάστατο άνθρωπο» που αλλοτριωμένος από το σύστημα θα έχει ως μοναδικό ιδανικό του την οικονομική βελτίωση της κατάστασής του δια μέσου του συνεχώς αυξανόμενου όγκου τεχνικών γνώσεων και δεξιοτήτων (skills) και της αύξησης της παραγωγικότητας της ατομικής του εργασίας ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συζήτηση αλλαγής των παραγωγικών σχέσεων. Στην περίπτωση του Σοβιετικού Μαρξισμού προστίθεται και η καθοδήγησή του από τα εκάστοτε δόγματα που εξαγγέλλονται από τις εκάστοτε ηγετικές κυβερνητικές και κομματικές γραφειοκρατίες. Το γεγονός ότι ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις διαφορετικές γραφειοκρατίες είναι που κρίνει την κατεύθυνση που θα πάρει η σοβιετική κοινωνία και ότι δεν υπάρχει μηχανισμός επίλυσης των ενδογραφειοκρατικών κρίσεων λόγω της ταύτισης κόμματος, κράτους και οικονομίας δημιουργεί συνθήκες μόνιμης αναποτελεσματικότητας στη διοίκηση. Στο σημείο αυτό η ανάλυση του Marcuze προσεγγίζει αυτήν της H.Arendt που διαπιστώνει την ίδια κατάσταση στη Ναζιστική Γερμανία με τις συνεχείς αλληλοεπικαλύψεις των πεδίων άσκησης εξουσίας από «νόμιμους» και «παράνομους» μηχανισμούς κόμματος, μηχανισμών καταστολής και δημόσιας διοίκησης. Στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας υπάρχει η διαφορά ότι ένα μέρος της οικονομίας παρέμεινε ως την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εκτός του πεδίου ελέγχου του κράτους.



Η πραγματικά μεγάλη απόσταση του Σοβιετικού Μαρξισμού από τη σκέψη του ίδιου του Marx γίνεται πια καθαρή. Ο Marx με την έννοια κομμουνισμός, εκτός από το κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, εννοούσε το σύστημα εξουσίας των ελεύθερα συνεταιρισμένων άμεσων παραγωγών. Η Σοβιετική κοινωνία είναι η κρατική-κομματική κυριαρχία επί των άμεσων παραγωγών που δεν διατηρούν πια καμία ελευθερία. Όμως κάθε δεδομένο εμπεριέχει την άρνησή του. Η αλλοτριωμένη κοινωνία και ο αποξενωμένος μονοδιάστατος άνθρωπος δεν είναι αξεπέραστα φαινόμενα. Ο Σοβιετικός Μαρξισμός είχε στόχο την ματαίωση έως εξάλειψη της δυνατότητας της «άρνησης της άρνησης», δηλαδή την ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, και στην υλοποίηση αυτού του στόχου έθετε την εσχατολογική θεώρηση των πραγμάτων ως πρωταρχική. Η ηθική φιλοσοφία Σοβιετικού τύπου προωθούσε αυτή τη λογική για την ένταξη των πληθυσμών στον εκ των άνω σχεδιασμό του μέλλοντος [11][11].



Οι νέες επαναστατικές δυνάμεις που θα κατακτήσουν το «βασίλειο της ελευθερίας» έπρεπε να ανακαλυφθούν έξω από τα πλαίσια της κοινωνίας των «μονοδιάστατων ανθρώπων» σε Ανατολή και Δύση. Η κοινωνία των «μονοδιάστατων ανθρώπων» είναι, σε τελευταία ανάλυση, η κοινωνία των «μαζανθρώπων» που κατάγγελνε η H.Arendt. Οι επαναστάτες, φίλοι της ελευθερίας, είναι αυτοί που θα επανακαλύψουν την ενοποιημένη «φύση του ανθρώπου» όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης.





ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ
ΜΑΙΟΣ 1997










ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Χ.ΜΑΡΚΟΥΖΕ



Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε γεννήθηκε το 1899 στο Βερολίνο με γονείς τον εβραίο έμπορο Καρλ Μαρκούζε και τη Γερτρούδη Κρεσλόφσκυ. Το 1917 έγινε μέλος του SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας). Σπούδασε Φιλολογία και Φιλοσοφία στο Βερολίνο και το Φράιμπουργκ. Το 1924 παντρεύτηκε τη Σοφία Βέρτχαϊμ. Το 1928 επέστρεψε στο Φράιμπουργκ για να ασχοληθεί με τη Φιλοσοφία στο πλευρό του Μάρτιν Χάιντεγκερ. Το 1932 δημοσίευσε τη δεύτερη διδακτορική διατριβή του με τίτλο Η Οντολογία του Χέγκελ και η θεωρία της Ιστορικότητας την οποίο μπλόκαρε ακαδημαϊκά ο Χάιντεγκερ. Έτσι ο Χ. Μαρκούζε προσέγγισε το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών της Φραγκφούρτης των Μ. Χορκχάϊμερ και Θ. Αντόρνο και έγινε μέλος του. Το 1934 με την επέλαση του Ναζισμού έφυγε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του Ινστιτούτου στη Γενεύη και κατόπιν στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες όπου εγκαταστάθηκε το Ινστιτούτο. Μετά το θάνατο της Σοφίας το 1951, εργάστηκε στο πλαίσιο σοβιετολογικών ερευνών στα πανεπιστήμια Κολούμπια και Χάρβαρντ. Το 1954 παντρεύτηκε την Ίνγκε Νόϋμαν και αναγορεύτηκε σε καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ. Το 1965 ανακηρύχθηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο στην Καλιφόρνια και επίτιμος καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιου του Δ. Βερολίνου. Το 1973 πέθανε η Ίνγκε και το 1976 παντρεύτηκε την Έρικα Σερόουβερ. Ο Χ. Μαρκούζε έσβησε τη νύχτα της 29ης Ιουλίου 1979 στη Φραγκφούρτη.



ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Χ. ΜΑΡΚΟΥΖΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ


Η Αισθητική Διάσταση, εκδ. Θαυματοσκόπιο, Αθήνα, α.χ.
Ελευθερία, Αναρχία, Μοναξιά, εκδ. Ρόμβος, Αθήνα, α.χ.
Φιλοσοφικά Δοκίμια, εκδ. Μπουκουμάνης, Αθήνα, 1970
Ψυχανάλυση και Πολιτική, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 1971
Δοκίμιο για την Απελευθέρωση, εκδ. Διογένης, Αθήνα, 1971
Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1971
Αντεπανάσταση και Εξέγερση, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1974
Σοβιετικός Μαρξισμός, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα, 1975
Εξουσία και Οικογένεια, εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1976
Το Τέλος του Εγελιανισμού, εκδ. Έρασμος, Αθήνα, 1977
Η Ανθεκτικότητα της Τέχνης – Κριτική της Μαρξιστικής Αισθητικής, εκδ. Πλανήτης-70, Αθήνα, 1979
Έρως και Πολιτισμός, εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1981
Λογική και Επανάσταση, εκδ. Ύψιλον, εκδ. Αρσενίδης, Αθήνα, 1982
Η Τέχνη μορφή της Πραγματικότητας, εκδ. Γλάρος, Αθήνα, 1983
Λόγος και Επανάσταση, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1985
Το Τέλος της Ουτοπίας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1985
Αρνήσεις, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1985
Η Αισθητική Διάσταση, εκδ. Νησίδες, Σκόπελος, 1998


Για τα βιογραφικά και βιβλιογραφικά στοιχεία στηριχθήκαμε στο βιβλίο HERBERT MARCUSE: Κριτική, Ουτοπία, Απελευθέρωση των Εκδόσεων ΣΤΑΧΥ (Επιμέλεια: Γ.Ι.Μανιάτης - Γ.Σαγκριώτης – Α.Α.Χρύσης, Αθήνα, 1999) καθώς και στο διαδικτυακό site της Γαλλικής Επιθεώρησης Théoriques Dialectiques (www..chez..com/patder/marcuse..htm)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ



--------------------------------------------------------------------------------

1. Χρησιμοποιώ τα εισαγωγικά για να τονίσω την απολυτότητα του σχήματος που δημιουργούσε στα μυαλά των ανθρώπων η λογική του Ψυχρού Πολέμου. Ουσιαστικά, βέβαια, η Δύση ήταν και είναι καπιταλιστική ενώ η Ανατολή υπό την ηγεμονία της ΕΣΣΔ δεν ήταν, κατά την άποψή μου, σοσιαλιστική. Η άποψή μου για το χαρακτήρα των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δεν απέχει και πολύ από αυτήν του Marcuse που θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια.

2. Βλ. Marcuze H., 1961, Soviet Marxism, Vintage Books, New York, σελ. v

3. Πρόεδρος του Ανωτάτου Σοβιέτ σύμφωνα με το σοβιετικό σύνταγμα.

4. «Διαφωτισμένος ολοκληρωτισμός» σύμφωνα με έναν από τους πιο γνωστούς μελετητές της σταλινικής περιόδου του Isaac Deutscher.

5. Σχετικά με τη θεωρία περί ολοκληρωτισμού της H.Arendt και την κριτική της από το Ν.Πουλαντζά, βλ. άρθρο του γράφοντος στην Εποχή της 27.9.1999.

6. Περί «πραγματικού» και «αληθινού» εαυτού που κάποιος πεφωτισμένος εκ των άνω είναι σε θέση να γνωρίσει κατάλληλα και όχι ο ίδιος ο «μέσος» άνθρωπος, βλ. Berlin I., 1990, Four Essays on Liberty, Oxford University Press, Oxford.

7. Βλ. Marcuze H., 1961, ο.ε.π. σ.16-7

8. Ιbid, σ.σ.64-5

9. Η χαρακτηριστικότερη μεταπολεμική περίπτωση στη Δυτική Ευρώπη είναι η Ελληνική. Τόσο στη σταλινική όσο και στη μετασταλινική περίοδο το Ελληνικό ζήτημα θεωρείται, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Γιάλτας και την απόδοση του 90 % της επιρροής στα Ελληνικά πολιτικά πράγματα στην Αγγλική πλευρά, κλειστό.

10. Η θέση αυτή του Σοβιετικού Μαρξισμού θα εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη της εσωκομματικής διαμάχης στο χώρο του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο (όσο το επιτρέπουν τόσο οι πολιτικές συνθήκες λόγω Εμφυλιακού καθεστώτος από τη μιά και οι χαραμάδες που ανοίγονται κατά καιρούς στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματος στο οποίο η ηγεσία του έχει επιβάλλει αντιδημοκρατικό συγκεντρωτικό καθεστώς). Η διαμάχη αυτή περί «εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης» ή «κοινωνικο-ταξικής επανάστασης», έστω και με -διαφορετικούς πολιτικούς όρους θα σημαδέψει και τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος στη Μεταπολίτευση

[11][11] Λόγω έλλειψης χώρου δεν μπορώ να επεκταθώ στα ζητήματα που τίθενται από τη σύγκριση της Σοβιετικής ηθικής φιλοσοφίας και της Δυτικής. Για το λόγο ετούτο βλ. Marcuze H., ο.ε.π. σ.σ. 179-253.

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00