ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΤΣΕΤΣΕΝΙΑ...

O PUTIN ΦΕΥΓΕΙ - Ο ΠΟΥΤΙΝ ΕΡΧΕΤΑΙ
(http://athens.indymedia.org 8:57πμ, Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2001) Η επίσκεψη του Ρώσου προέδρου κ. Πούτιν άφησε τον κόσμο παγερά (στην κυριολεξία) αδιάφορο από πολιτικής απόψεως και εν εξάλλω καταστάσει από κυκλοφοριακής (συμφορήσεως) απόψεως. Μόνο που ελάχιστοι/ες θυμηθήκαμε το ρόλο του στην στρατιωτική εξόντωση της Τσετσενίας. Το δυστύχημα είναι ότι μόνο η ΟΑΚΚΕ τον θυμήθηκε κι αυτή με το γνωστό γελοίο τρόπο. Ε, ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Παρακάτω ξαναδημοσιεύω ένα άρθρο που δημοσίευσα δύο χρόνια πριν τέτοιες ημέρες στην "ΕΠΟΧΗ". Τότε που ξέραμε κατά πού πέφτει η Ρώσικη πρεσβεία...


2ος Ρωσο-τσετσενικός πόλεμος: Οι παράγοντες που συνέβαλαν στην πιο βίαιη σύγκρουση στο χώρο της πρώην ΕΣΣΔ

του Θανάση Τσακίρη


Η απάντηση στο ερώτημα που βρίσκεται στα χείλη όλων μας, αυτές τις ημέρες, σχετικά με τις αιτίες του Δεύτερου Ρωσο-Τσετσενικού πολέμου, δεν είναι εύκολο να δοθεί μονολεκτικά, γιατί θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί σύνθετοι παράγοντες: ταξικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί, εθνοτικοί και θρησκευτικοί.

Πέρα από τον εμφανή θρησκευτικό παράγοντα που χωρίζει τις δύο πλευρές (Ορθόδοξοι Χριστιανοί οι Ρώσοι, Σουνίτες Μουσουλμάνοι οι Τσετσένοι ) σημαντικό ρόλο παίζει η εθνοτική διαφορά και η κοινωνική συγκρότηση και κουλτούρα . Όμως όσο και σημαντική να είναι η συμβολή των παραγόντων αυτών δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε την πολεμική σύγκρουση που διαρκεί πολλά χρόνια τώρα, με εισβολές, τρομοκρατία και διαλείμματα «ειρήνης», αν δεν λάβουμε πρωταρχικά υπόψη τους ταξικο-κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες.

Από οικονομικής πλευράς, πρόκειται για μία πλούσια περιοχή – τόσο ιστορικά όσο και δυνητικά. Ιστορικά γιατί στο παρελθόν, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ανεξαρτησίας, οι βόρειες πεδιάδες φημίζονταν για την παραγωγή και εξαγωγή αγροτικών προϊόντων σε χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράν κ.α. Ακόμη και στη Νότια Ρωσία εξάγονταν δημητριακά για να καλυφθούν οι ανάγκες της αυτοκρατορίας. Από την άλλη, τα βουνά του Νότου ήταν και είναι ιδανικοί βοσκότοποι και διαθέτουν ιδιαίτερα πυκνά δάση. Η αυτάρκεια σε αγροτικά προϊόντα ήταν δεδομένη εκείνες τις εποχές. Στον αγροτικό πλούτο της Τσετσενικής ενδοχώρας έχουν αναφερθεί τόσο νέοι Ρώσοι ιστορικοί όσο και παλιοί Σοβιετικοί που μιλούσαν για την «απίστευτη δυνατότητα της Τσετσενίας να εφοδιάζει με τρόφιμα τις γειτονικές χώρες κατά την εποχή της ανεξαρτησίας».

Επίσης, σημαντική είναι η κατασκευαστική βιομηχανία. Οι Τσετσένοι κατασκευαστές είναι φημισμένοι για τις επιδόσεις τους στην αρχιτεκτονική από την εποχή του Μεσαίωνα και με ιδιαίτερες ικανότητες στην οικοδόμηση ορεινών περιοχών. Στη διατήρηση αυτής της δυνατότητας συνέβαλε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα η σημαντική παραγωγή των τσιμεντοβιομηχανιών .

Όμως, το κυριότερο σημερινό προϊόν του Τσετσενικού υπεδάφους, για την εκμετάλλευση του οποίου έχουν αυξηθεί οι υποψήφιοι μνηστήρες, είναι το πετρέλαιο, ο μαύρος χρυσός. Από το 1893 γίνεται η εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων του Τσετσενικού υπεδάφους. Αν και η παραγωγή πετρελαίου έχει πρόσφατα μειωθεί (το 1992 μόλις που ξεπερνούσε τους 3,5 εκατ. τόννους), το Γκρόζνυ συνεχίζει να είναι ένα από τα κυριότερα κέντρα διύλισης (1992: 6,5 εκατ. τόνοι) και παραγωγής πετροχημικών και αποτελεί κεντρικό κόμβο σιδηροδρομικών και οδικών μεταφορών καθώς και σημαντικών αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η βιομηχανία πετρελαίου των περιχώρων της Τσετσενικής πρωτεύουσας έχει προσελκύσει κατά τον 20ό αιώνα πολλούς Ρώσους με αποτέλεσμα την πληθυσμιακή τους επικράτηση στην πόλη .

Σχετικά ανεκμετάλλευτος έμεινε στα χρόνια της ΕΣΣΔ ο τομέας των υπογείων υδάτων. Τα 2/3 του συνολικής επιφάνειας της χώρας περιλαμβάνουν πηγές ιαματικών υδάτων. Υπάρχουν πηγές ψυχρών και θερμών υδάτων, αλκαλικών και οξέων που καλύπτουν όλο το φάσμα των πίνακα χημικών στοιχείων. Μέχρι τώρα δεν είχε αξιοποιηθεί – εκτός των άλλων θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί και για τουριστικούς λόγους - λόγω της προτεραιότητας που δόθηκε στη βαριά βιομηχανία και την παραγωγή πετρελαίου από τις κατά καιρούς σοβιετικές ηγεσίες.

Μέσα στην Τσετσενία, λοιπόν, υπήρχε το υπόβαθρο της σύγκρουσης το οποίο ήταν κατά βάση ταξικό. Οι Ρώσοι είχαν τη διαχείριση και τον έλεγχο της παραγωγής, διανομής και διακίνησης των κυριότερων προϊόντων της βιομηχανικής παραγωγής. Η νέα αστική τάξη της Ρωσίας στήριζε πολλές ελπίδες της στην Τσετσενική βιομηχανική παραγωγή και δεν μπορούσε να αφήσει τον έλεγχο. Οι Τσετσένοι στις επαρχίες δύσκολα μπορούσαν με τις παραδοσιακές δομές να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες τόσο της δικής τους επιβίωσης όσο και της κάλυψης των αναγκών του ευρύτερου πληθυσμού. Έτσι, η ταξική σύγκρουση επενδυόμενη και με τους εθνο-θρησκευτικούς και πολιτισμικούς μανδύες απέκτησε τα χαρακτηριστικά άγριου εμφυλίου ακόμη και δι-εθνοτικού πολέμου.

Από τη μεριά της πολιτικής εξουσίας στο Κρεμλίνο, το καθεστώς Γιέλτσιν στην προσπάθειά του να επιβιώσει πολιτικά, ενόψει και των σημερινών βουλευτικών εκλογών, χρειαζόταν μια πολεμική σύγκρουση για να αποσπάσει, αν όχι την ενεργητική συναίνεση τουλάχιστον, την ανοχή του Ρωσικού πληθυσμού που και αυτός μαστίζεται από φτώχεια, ανεργία και εγκληματικότητα, ως αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής Ρωσικού τύπου. Τα πολιτικά κόμματα που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται το καθεστώς Γιέλτσιν, είτε συναινούν είτε αδιαφορούν στην καλύτερη των περιπτώσεων. Το αντιπολεμικό κίνημα δεν έχει σήμερα μεγάλη απήχηση σε σχέση με τον προηγούμενο πόλεμο κατά της Τσετσενίας. Η κατακλυσμιαία προπαγάνδα των ΜΜΕ, η αυξανόμενη ένταση της καταστολής των διαφωνούντων και η εξώθησή τους στο περιθώριο και η νέα πολεμική στρατηγική των Ρώσων στρατηγών που ακολουθεί τα διδάγματα της ΝΑΤΟϊκής στρατηγικής στη Γιουγκοσλαβία (επίθεση με βομβαρδιστικά από αέρος και τεθωρακισμένα από το έδαφος που σημαίνει ελάχιστες απώλειες για τους επιτιθέμενους και τεράστιες απώλειες άμαχου πληθυσμού και αμυνόμενων ανταρτών) έχουν δυσκολέψει αρκετά την ανάπτυξη αντιπολεμικού κινήματος στη Ρωσία.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ
E-mail: tsakthan@compulink.gr





Σημειώσεις:
Και μάλιστα της μυστικιστικής τάσης των Sufi που συνδυάζει τον ασκητισμό, την αναζήτηση της προσωπικής ένωσης με το Θεό, την υποταγή των δόκιμων μοναχών στον αρχηγό της σέχτας, τη διακήρυξη του Ιερού Πολέμου (ghazavat) ως άμυνας ενάντια στην ξένη κυριαρχία (εκτός από τους Ρώσους που κυριάρχησαν στο Β. Καύκασο μετά το 16ο αιώνα (η Τσετσενία ήταν ανεξάρτητο κράτος στο πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα ώσπου ο ηγέτης της Chamil συνθηκολόγησε με τη Ρωσία και πολλοί διέφυγαν στην Αρμενία), η περιοχή βρέθηκε κατά καιρούς υπό την κυριαρχία των Ιρανών Αλανών (πρόγονοι των Ουσσετίνων, κατά το διάστημα μεταξύ 9ου και 12ου αιώνα) και των Μογγόλων (μεταξύ 13ου και 15ου αιώνα).
Το έθνος των Τσετσένων (Japhets) δεν ανήκει σε καμία από τις μεγάλες φυλές της Κεντρικής και Δυτικής Ασίας (Σλαβική, Τουρκική και Περσική) και η γλώσσα τους συγγενεύει μόνο με αυτή των γειτόνων Ιγκουσσετίων.
Οι Τσετσένοι των επαρχιών είναι παραδοσιακά οργανωμένοι σε ορεσίβιες, ανεξάρτητες και δημοκρατικές «φάρες». Προσπαθώντας να αποδώσει με λίγα λόγια τη νοοτροπία των Τσετσένων, ο ρομαντικός Ρώσος ποιητής Mikhail Lourievitch Lermontov (1814-1841) είχε πει ότι «Ο θεός τους είναι η ελευθερία, ο νόμος τους είναι ο πόλεμος».
Επί εποχής ΕΣΣΔ, η Αυτόνομη Δημοκρατία Τσετσενίας-Ινγκουσσετίας είχε συνολική έκταση 19.300 τετρ.χλμ. Ο πληθυσμός (απογραφή 1989) ανερχόταν σε 1.270.000 άτομα. Στο έδαφος της σημερινης Τσετσενίας κατοικούσαν 1.084.000 άτομα, εκ των οποίων 719.000 Τσετσενικής εθνικότητας, 269.000 Ρωσικής (συμπεριλαμβανομένων των Κοζάκων) και 25.000 Ινγκουσσετικής. Στην πρωτεύουσα Γκρόζνυ κατοικούσαν 397.000 άτομα (210.000 Ρώσοι – 100.000 εκ των οποίων μετανάστευσαν στη Ρωσία ως το τέλος του 1995 - και 121.000 Τσετσένοι). Επίσης, το 1989 κατοικούσαν 58.000 Τσετσένοι στο γειτονικό Νταγκεστάν, 50.000 στο Καζαχστάν, 19.000 στην Ιγκουσσετία και 2.000 στη Μόσχα (Θ.Τ.: Άραγε θα διακινδύνευαν «Τσετσένοι τρομοκράτες» μιας τόσο μικρής μειονότητας να τινάξουν στον αέρα εκατοντάδες Μοσχοβίτες μέσα στις πολυκατοικίες τους και να διαφύγουν ευκολα;).
Η Τσετσενία αποτελούσε το δεύτερο κατά σειρά κέντρο παραγωγής τσιμέντου σε όλη την ΕΣΣΔ (μετά το Νοβοροσίσκ).
Το 1926 οι Ρώσοι ήταν 68.000 σε σύνολο πληθυσμού 97.000 και το 1989 210.000 σε σύνολο 397.000.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:
· Συλλογικό έργο, «Chechnya, Oil and The Divided Russian Capitalist Class», Alliance (Marxist-Leninist), No. 13, Ιανουάριος 1995.
· Andrei Sakharov Foundation, Chechnya Briefs, http://www.wdn.com/asf/
· George W. Breslauer, Yeltsin’s Political Leadership: Why Invade Chechnya? http://socrates.berkeley.edu/~bsp
· Lyoma Usmanov, The Politicαl Economy of Chechnya’s Secession, Chechen Republic Online - Articles, Δεκέμβριος 1999, http://www.amina.com/people/lyoma_usm.html
· Michail Pokrovsii, Russian and Caucasus, St. Petersburg, 1995.
· Petit Robert, Dictionnaire Universel des Noms Propres, Paris, 1984.
· Yossef Bodansky, The Mujahedin Factor, Task Force on Terrorism and Unconventional Warfare, U.S. Congress, Ιανουάριος 1998, http://www.freeman.org/m_online/bodansky/chechnya.htm

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00