Σεκάνς - Φαρεναιτ 451του Φρανσουά Τρυφό

Σεκάνς
Σκέψεις για σκηνές από ταινία «Προσεχώς»

25 Αυγούστου 2010

Η Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης παρουσιάζει την ταινία
ΦΑΡΕΝΑΪΤ 451 (FAHRENHEIT 451)
του Φρανσουά Τριφό (ΒΡΕΤΑΝΙΑ, 1966, έγχρωμη, 111΄)
Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010 στις 8:30 και 10:30 μμ

Δημοτικός Κινηματογράφος Ηλιούπολης Μελίνα Μερκούρη

Λ. Ειρήνης 50 Ηλιούπολη (λεωφ. 237 για Άνω Ηλιούπολη από Ακαδημίας)



O François Roland Truffaut γεννήθηκε, εκτός γάμου, στις 6 Φεβρουαρίου 1932 στο Παρίσι. Ήταν ένας από τους ιδρυτές και σημαντικότερους σκηνοθέτες του γαλλικού Νέου Κύματος. Όπως όλοι οι σκηνοθέτες της γενιάς του και του Νέου Κύματος ήταν πολύπλευρο ταλέντο και διετέλεσε σεναριογράφος, παραγωγός και ηθοποιός. Η μητέρα του λεγόταν Τζανίν Μονφεράν και ο βιολογικός του πατέρας ήταν ο εβραίος οδοντίατρος Ρολάν Λεβί. Αργότερα ο Ρολάν Τρυφό παντρεύτηκε την Τζανίν και αναγνώρισε τον Φρανσουά ως γιό του. Ο Φρανσουά έζησε πολλά χρόνια με παραμάνες και με τη γιαγιά του, που ήταν αυτή η οποία του ενέπνευσε την αγάπη για τα βιβλία και τη μουσική. Μόνο όταν πέθανε η γιαγιά του κι εκείνος ήταν 10 ετών πήγε να ζήσει πια με τους γονείς του. Πέθανε μόλις 52 ετών στις 21 Οκτωβρίου 1984, όταν θα ήταν υποτίθεται σε εξέλιξη η δυστοπία που είχε προφητέψει ο Τζωρτζ Όργουελ στο έργο του 1984.
Ήθελε κάθε μέρα να βγαίνει έξω και να κυκλοφοράει με την παιδική και εφηβική συντροφιά του. Ο καλύτερος φίλος του, ο Ρομπέρ Λασναί, ήταν αυτός που του ενέπνευσε το χαρακτήρα Ρενέ Μπιζί στα υπέροχα 400 Χτυπήματα και δούλεψε μαζί ως βοηθός του σε αρκετές ταινίες.του. Ο κινηματογράφος του προσέφερε ένα ασφαλές και δημιουργικό καταφύγιο από μια οικογενειακή ζωή που δεν τον ικανοποιούσε. Μπήκε για πρώτη φορά σε σινεμά το 1939 και είδε τον Χαμένο Παράδεισο  του Αμπέλ Γκανς, που ήταν και αυτός παιδί εκτός γάμου. Το πάθος του για το σινεμά αρχίζει από τότε. Έκανε κοπάνα από το σχολείο και τρύπωνε κρυφά στο σινεμά γιατί δεν είχε χρήματα για το εισιτήριο. Αποβλήθηκε από μπόλικα σχολεία και στα 14 του χρόνια αποφάσισε να μορφωθεί μόνος του. Κάποιοι «ακαδημαϊκοί στόχοι» του ήταν να βλέπει τρεις ταινίες την ημέρα και να διαβάζει τρία βιβλία την εβδομάδα! Σύχναζε στη Γαλλική Κινηματοθήκη Ανρύ Λανκλουά και είδε πάμπολλες ξένες ταινίες και εξοικειώθηκε με το Αμερικανικό σινεμά και το έργο των Τζων Φορντ, Χάουαρντ Χωκς, Νίκολας Ρέι και Άλφρεντ Χίτσκοκ.

Το 1948 δημιούργησε δική του Κινηματογραφική Λέσχη. Έτσι γνώρισε τον διάσημο κινηματογραφικό κριτικό Αντρέ Μπαζέν που κι αυτός είχε ιδρύσει δική του Λέσχη. Ο Μπαζέν τον βοήθησε οικονομικά και νομικά στα πρώτα χρόνια της κινηματογραφικής διαμόρφωσής του και τον επηρέασε βαθιά. Πήγε φαντάρος σε ηλικία 18 ετών και επί δύο χρόνια σκηνοθετούσε τρόπους διαφυγής. Ο Μπαζέν έβαλε διάφορε «πολιτικά μέσα» και κατάφερε να τον βγάλει από το στρατό και να του δώσει δουλειά κριτικού στο νεοεμφανιζόμενο διάσημο περιοδικό  Cahiers du Cinema. Ο κινηματογραφικός κόσμος του απέδωσε το παρατσούκλι «νεκροθάφτης του γαλλικού σινεμά» λόγων των σφοδρών και ανελέητων κριτικών του. Γι’ αυτό το λόγο δεν τον κάλεσαν στο Φεστιβάλ Καννών το 1958. Μαζί με τον Μπαζέν, όμως, έμειναν στην ιστορία της κινηματογραφικής επιστήμης διατυπώνοντας τη διάσημη «θεωρία του δημιουργού»., που υποστήριζε ότι ο σκηνοθέτης είναι ο «συγγραφέας» του έργου του γιατί διαμορφώνει το δικό του ξεχωριστό στυλ και την ιδιαίτερη θεματική του. Το 1955 έκανε την πρώτη του ταινία Μια Επίσκεψη, που ακολουθήθηκε από τις ταινίες Les Mistons (1957) και 400 Χτυπήματα (1958). Λάτρης των γυναικών ο Φ. Τρυφό παντρεύτηκε την Μαντλέν Μόργκενστερν (κόρη του Διευθύοντος Συμβούλου μιας από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιχειρήσεις της Γαλλίας) από την οποία χώρισε το 1965. Στη συνέχεια είχε ερωτικές σχέσεις με όλες σχεδόν τις πρωταγωνίστριες των έργων του και έζησε μαζί με την Φανί Αρντάν ως το θάνατό του από εγκεφαλικό αφήνοντας ανολοκλήρωτες ταινίες (έπεσε έξω κατά 5 από το στόχο που είχε βάλει στον εαυτό του).

Η αποψινή ταινία αναφέρεται σε ένα δυστοπικό μέλλον, δηλαδή σε μια μελλοντική κοινωνία που έχει υποβαθμιστεί σε ένα καταπιεστικό και ελεγχόμενο κράτος. Συχνά αυτό το καθεστώς φορά το μανδύα της «ουτοπίας».  Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος μάς έχουν δώσει αρκετά συγκλονιστικά  έργα τα οποία μας προειδοποιούν για τον κίνδυνο να υποστούμε στο μέλλον καταπιεστικά συστήματα κοινωνικού ελέγχου όπου θα υπάρχει ολική έλλειψη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, συνεχής κατάσταση πολεμικών συρράξεων και κοινωνικής και στρατιωτικής βίας. Τα δυστοπικά έργα δείχνουν πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η τεχνολογία αν αφεθεί ανεξέλεγκτη και πώς οι άνθρωποι είτε ατομικά είτε μαζικά μπορούν να χρησιμοποιούν και να χρησιμοποιούνται από την τεχνολογία στην υπηρεσία σκοτεινών εξουσιαστικών μηχανισμών κρατικών και ιδιωτικών (π.χ. σκεφτείτε την πρόσφατη δήλωση του ενός εκ των ιδρυτών της μηχανής αναζήτησης Google"Γνωρίζουμε περίπου ποιοι είστε, περίπου για τι ενδιαφέρεστε, περίπου ποιοι είναι οι φίλοι σας")     
Συνήθως οι  περισσότεροι άνθρωποι στα δυστοπικά έργα είναι φτωχοί  και καταδυναστεύονται από τεράστιους στρατιωτικού χαρακτήρα αστυνομικές δυνάμεις, όπως υπήρξε στην πραγματικότητα η Ναζιστική Γερμανία.
Εδώ βρισκόμαστε στην Μεγάλη Βρτανία όπου
κάθε γραπτό κείμενο απαγορεύεται δια νόμου και ροπάλου. Η επικοινωνία γίνεται με τη χρήση αριθμών, ενώ τεράστιες οθόνες στα δωμάτια των σπιτιών, βομβαρδίζουν τους πολίτες με τις αφηγήσεις και τις εικόνες τις επικαιρότητας. Οι εφημερίδες είναι δισέλιδες και περιλαμβάνουν πολύχρωμες ζωγραφιές, ενώ τα βιβλία είναι κάτι σαν θρύλος του παρελθόντος που κανείς δεν θέλει να θυμάται ή να μάθει. Όμως, τίποτε δεν είναι οριστικό, τίποτε τελειωμένο. Ορισμένοι πολίτες αποτολμούν να κάνουν το μετέωρο βήμα και προσπαθούν να δοκιμάσουν τον απαγορευμένο καρπό της ανάγνωσης. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εύκολο. Το δυστοπικό κράτος έχει γνώση του τι συμβαίνει Ένα ειδικό σώμα πυροσβεστών ανταποκρίνεται άμεσα στις καταγγελίες και σπεύδει να περισυλλέξει όλα τα κρυμμένα βιβλία και να τα παραδώσει στην πυρά.

Μέλος αυτού του σώματος είναι ο ήρωας της ταινίας, ο Μόνταγκ, που δεν αναρωτιέται ποτέ για το «γιατί» αλλά για το «πώς».  Με ευσυνειδησία προτίθεται να γλιτώσει τους ανθρώπους από την «δυστυχία» που προξενούν τα βιβλία. Μέχρι που μία «μυστηριώδης» γειτόνισσα θα βρεθεί στη λίστα των υπόπτων. Λέγεται Κλαρίς, είναι το εντελώς αντίθετο της γυναίκας του Μίλντρεντ και της αρέσει το διάβασμα κάτι που της στοιχίζει την περιφρόνηση από τους ομοίους της. Αυτή θα ενσταλάξει στο νου του  Μόνταγκ το ερώτημα «γιατί» κι έτσι περιέργεια θα τον ωθήσει να διερυνήσει και να ξεπεράσει τα όρια της κοινωνίας του και να βρεθεί στην πλευρά των «παρανόμων», των εραστών του γραπτού λόγου και της ανάγνωσης, όπως είναι ο Φάμπερ. Η ταινία είναι, από όποια μεριά την αναγνώσει κανείς, μια «ιδιόμορφη ερωτική ιστορία.» Παρατηρείστε επίσης τα ονόματα: το όνομα του ήρωα είναι η επωνυμία παλιάς γνωστής χαρτοβιομηχανίας του Η.Β. Ο «παράνομος» Φάμπερ φέρνει στο νου τα μολύβια της γνωστής γερμανικής εταιρείας με τα οποία περάσαμε τα σχολικά μας χρόνια και τον Homo Faber, τον «άνθρωπο-δημιουργό».

.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00