ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ Μέρος 1ο

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
Μέρος 1ο

Κριτική παρουσίαση: Θανάσης Τσακίρης

H Σούζαν Μόλλερ Όκιν θεωρεί σημαντική τη συνεισφορά των μελετών που εκπονούνται στο χώρο της ανθρωπολογίας, της ιστορίας της νομικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας και της φιλολογικής κριτικής, εντούτοις προσθέτει πως δεν έχει μελετηθεί το ζήτημα της γυναίκας στο έργο των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων. Θεωρεί καθήκον της να προσπαθήσει να καλύψει στοιχειωδώς το επιστημονικό αυτό κενό όχι τόσο για λόγους ακαδημαϊκούς αλλά για να γίνει κατανοητό ότι οι παραδοχές που είναι βαθιά ριζωμένες στους τρόπους σκέψης των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων επιδρούν πάνω στην ζωή των ανθρώπων με πολλούς και διάφορους τρόπους. Είναι σαφές πως, παρά τις νίκες των προηγούμενων αγώνων του φεμινιστικού κινήματος στο πολιτικό πεδίο, παραμένουν σε ισχύ πολλές ανισότητες τόσο στο οικονομικό όσο και, κυρίως , στο κοινωνικό πεδίο της ζωής των γυναικών, καθιστώντας τις γυναίκες πολίτες δεύτερης κατηγορίας, κυρίως σε ζητήματα όπως της εκπαίδευσης , της οικονομικής ανεξαρτησίας ή του στάτους απασχόλησης. Προσθέτοντας το κριτήριο της πολιτικής συμμετοχής στα ανώτερα/ανώτατα ιεραρχικά κλιμάκια της εξουσίας διαπιστώνουμε πως ακόμη και στο πεδίο αυτό η ανισότητα καλά κρατεί, δημιουργώντας το κλίμα για τη διεκδίκηση της πλήρους ισότητας από τα νέα φεμινιστικά κινήματα.

Δύο είναι τα ερωτήματα που θέτει η ΄Οκιν ως βασικά για τη μελέτη των κλασικών έργων της πολιτικής φιλοσοφίας. Πρώτον, κατά πόσον η υπάρχουσα παράδοση της πολιτικής φιλοσοφίας μπορεί να δεχτεί την ενσωμάτωση των γυναικών στα περιεχόμενά της ,και αν όχι ,γιατί ; Δεύτερον, κατά πόσον τα επιχειρήματα των φιλοσόφων για τη φύση των γυναικών και της κατάλληλης θέσης τους στην κοινωνική και πολιτική τάξη , ιδωμένα μέσα στα πλαίσια των ολοκληρωμένων πολιτικών θεωριών των φιλοσόφων , θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε γιατί η τυπική , πολιτική χειραφέτηση των γυναικών δεν έχει οδηγήσει στην ουσιαστική ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα.

Η Όκιν χωρίς να αποδέχεται την αιτιακή σχέση ανάμεσα στις κλασικές πολιτικές θεωρίες και στη σημερινή πολιτική σκέψη και πρακτική, εντούτοις αναζητά τα επιχειρήματα και τις ιδέες στη σύγχρονη σκέψη που αντλούν την ισχύ τους από την κλασική πολιτική σκέψη. Παρά τη χρήση εκ μέρους των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων γενικών όρων («άνθρωπος» , «ανθρωπότητα») που αναφέρονται γενικώς στο «σύνολο» , εντούτοις η χρήση της αντωνυμίας «αυτός» προϊδεάζει για το φύλο στο οποίο αναφέρονταν. Ο Ρουσσώ για παράδειγμα στον πρόλογο του Λόγου περί ανισότητας γράφει , «θα μιλήσω για τον άνδρα», αναφερόμενος προφανώς στην ανισότητα ανάμεσα στους άνδρες ενώ η ανισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα θεωρούνται ανάξιες λόγου. Οι φεμινίστριες έχουν δείξει και συνεχίζουν να δείχνουν την επικινδυνότητα της αμφισημίας της γλωσσολογικής χρήσης τέτοιου τύπου σε μία πατριαρχική κουλτούρα. Οι φιλόσοφοι ακόμη και αν χρησιμοποιούν λέξεις που αναμφισβήτητα στις γλώσσες τους έχουν γενική σημασία εντούτοις αυτό δεν τους έχει εμποδίσει στο να αγνοήσουν τις γυναίκες από τα συμπεράσματά τους. Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, συζητά επί μακρόν το ζήτημα του ύψιστου καλού για το ανθρώπινο όν (άνθρωπος) . Κατόπιν επιχειρεί να χαρακτηρίσει όλες τις γυναίκες ως όχι μόνο συμβατικά στερημένες από , αλλά και εκ συστάσεως , το ύψιστο αυτό αγαθό. Ο Καντ ομιλεί περί μη περιορισμού της συζήτησής του παρά μόνο εντός των ορίων του κόσμου «όλων των ορθολογικών όντων», δικαιολογώντας εμμέσως πλην σαφώς μία διπλή σταθερά φυλετικής ηθικής στο βαθμό που μία γυναίκα θεωρείται συγχωρητέα για το φόνο του νόθου παιδιού της εξαιτίας του «καθήκοντός» της να υποστηρίξει , με κάθε κόστος , την «σεξουαλική τιμή» της. Συμπεραίνει επίσης πως το μοναδικό χαρακτηριστικό που μόνιμα καθιστά ανίκανο ένα πρόσωπο για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη σ’ ένα κράτος , και ως εκ τούτου για συμμόρφωση και υπακοή μόνο στους νόμους που με συναίνεση εγκαθιδρύθηκαν , είναι το να έχει γεννηθεί γυναίκα. Το φαινόμενο αυτό της γλωσσικής αμφισημίας δεν είναι ίδιον μόνο των πολιτικών φιλοσόφων αλλά και των μεγάλων διακηρύξεων της πολιτικής κουλτούρας των ΗΠΑ (π.χ. Σύνταγμα των ΗΠΑ). Οι οικουμενικοί όροι που χρησιμοποιούνται δεν ερμηνεύονται συνήθως παρά μόνον υπέρ του ανδρικού φύλου. Οι Πατέρες της Ίδρυσης των ΗΠΑ δεν αναφέρονταν στην ελευθερία όλων των «ανθρώπων» αλλά των ανδρών εξαιρουμένων των σκλάβων και των γυναικών (πχ,. Τζον Άνταμς). Η ανθρώπινη φύση στα κείμενα των φιλοσόφων όπως ο Αριστοτέλης, ο Ακινάτης , ο Λοκ, ο Μακιαβέλι, ο Ρουσσώ , ο Χέγκελ και πολλών άλλων αποδίδεται μονάχα στους άνδρες με συνέπεια τα δίκαια και οι ανάγκες στα οποία αναφέρονται αφορούν μόνο το ήμισυ του ανθρώπινου πληθυσμού. Γι ‘ αυτό και χρησιμοποιούνται γενικοί όροι και αγνοείται η διαίρεση της ανθρωπότητας σε δύο φύλα ή όταν γίνεται αναφορά η συζήτηση δεν περιστρέφεται στα ζητήματα που αφορούν τον «άνθρωπο» ή την «ανθρωπότητα».

Παρά τη γενική αυτή άρνηση για το ρόλο των γυναικών από την πλειονότητα των φιλοσόφων , υπάρχουν ενδιαφέρουσες απόψεις στα έργα του Πλάτωνα , του Αριστοτέλη , του Ρουσσώ και του Μιλλ που αξίζει να τις συζητήσουμε για να είμαστε σε θέση να τις απορρίψουμε ή και να τις δεχθούμε κριτικά αφού όμως πρώτα τις θεωρήσουμε στο ιστορικό κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου διατυπώθηκαν. Τα επιχειρήματά τους αφορούν το ζήτημα των γυναικών , της φύσης τους , της κοινωνικοποίησής τους και εκπαίδευσής τους, της θέσης τους και του κατάλληλου ρόλου τους στην κοινωνία. Η Όκιν αναλύει τις ιδέες των φιλοσόφων αυτών εντός των συμφραζομένων των συνολικών τους θεωριών για την πολιτική και την κοινωνία και σε συγκεκριμένο συσχετισμό με τις απόψεις τους για το ρόλο της οικογένειας. Ωστόσο αναφέρεται στους συγκεκριμένους φιλόσοφους εξαιρώντας τους Σοσιαλιστές και τους Μαρξιστές που έχουν αναφερθεί με τρόπο ιδιαίτερα οξυδερκή και διορατικό στο γυναικείο ζήτημα για μία διαφορετική περίπτωση μελέτης. ΄Ήταν ο Σαρλ Φουριέ ο πρώτος που και την θέση των γυναικών στην κοινωνία θεώρησε ως θεμελιώδες μέτρο της προαγωγής της και την πρόοδο των γυναικών προς την ελευθερία θεώρησε ως μία θεμελιακό αιτία της γενικής κοινωνικής προόδου : «...δεν υπάρχει αιτία που να παράγει κοινωνική πρόοδο ή παρακμή τόσο ραγδαία όσο μία αλλαγή στην κατάσταση των γυναικών...Η επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών είναι η θεμελιώδης αιτία όλων των κοινωνικών προόδων». Την άποψη του Φουριέ εμβάθυναν αργότερα οι σοσιαλιστές και οι φεμινίστριες. Ο Μαρξ έγραψε στα Χειρόγραφα του 1844 : « Η σχέση του άνδρα προς τη γυναίκα είναι η πιο φυσική σχέση ανθρώπινου όντος προς ανθρώπινο ον. Δείχνει , ως εκ τούτου, το κατά πόσο η φυσική συμπεριφορά του άνδρα έχει γίνει ανθρώπινη και κατά πόσο η ανθρώπινη ουσία του έχει γίνει γι’ αυτόν φυσική ουσία , το κατά πόσον η ανθρώπινη φύση του έχει γίνει γι’ αυτόν φύση...». Ο ΄Ενγκελς, ο Μπέμπελ και οι κριτικοί θεωρητικοί της Σχολής της Φρανκφούρτης ανέπτυξαν παραπέρα τη σοσιαλιστική κριτική για την κοινωνική θέση της γυναίκας και την παραδοσιακή οικογένεια. Η Όκιν θεωρεί πως δύο χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής σκέψης είναι που καθιστούν απαραίτητη την ξεχωριστή μελέτη : πρώτον, οι σοσιαλιστές θεωρητικοί είχαν την λιγότερο έντονη τάση να θεωρούν ως αναγκαίο και σταθερό θεσμό την οικογένεια και έβλεπαν την οικογένεια να παίρνει διαφορετικές μορφές οργάνωσης ανάλογα πάντα με τις μορφές της οικονομικής δομής και ιδιαίτερα των σχέσεων ιδιοκτησίας και δεύτερον, η σοσιαλιστική σκέψη δεν έχει την τάση να εξιδανικεύει τη «φύση» και το «φυσικό» και τείνει να αντικαταστήσει αυτά τα κριτήρια για την κοινωνική αξία με το συγκεκριμένα κατηγορήματα «ανθρώπινο» και «πολιτισμικό» .

Δύο είναι τα θέματα που αφορούν τις γυναίκες και τον κατάλληλο πολιτικό και κοινωνικό ρόλο τους που θίγονται στα έργα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη , του Ρουσσώ και του Μιλλ. Πρώτον, σχετικά με την οικογένεια , αυτοί που θεωρούσαν ως φυσική και αναγκαία την οικογένεια όρισαν τις γυναίκες σύμφωνα με τις σεξουαλικές, τεκνοποιητικές και παιδικής ανατροφής λειτουργίες τους μέσα στα πλαίσια της οικογένειας. Κατά συνέπεια συνέταξαν διαφορετικό κώδικα ηθικής και κατάλογο δικαιωμάτων για τις γυναίκες από αυτά των ανδρών. Θεωρούν ότι η βιολογική διαφορά εμπεριέχει όλες τις άλλες , συμβατικές και φυσικές διαφορές στο ρόλο των φύλων που απαιτούνται ειδικά στις πατριαρχικές οικογένειες. Δεύτερον, ως συνέπεια των παραπάνω , ο περιορισμένος ρόλος που έχει αποδοθεί στην γυναίκα θεωρείται ότι έχει υπαγορευτεί από την ίδια της τη φύση. Οι φιλόσοφοι αυτοί , αν και συζήτησαν εκτενώς το ζήτημα των γυναικών , εν τούτοις τις απέκλεισαν από την απόδοση των δικαιωμάτων του «ανθρώπου» και τις τοποθέτησαν στην αντίθετη θέση σε σχέση με τον άνδρα ως αντίθετης φύσης από αυτόν. Αυτοί που ενώ για τον άνδρα έθεταν τα ερωτήματα του τύπου «ποία είναι τα στοιχεία του ανθρώπου» ή «ποίες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου», αντίθετα , για το γυναικείο φύλο έθεταν το ερώτημα «για τι είναι οι γυναίκες» . Πρόκειται για μια λειτουργιστική προδιάθεση απέναντι στις γυναίκες που συνδέεται με τη σχέση «γυναικείας φύσης» και κοινωνικής δομής.

Τα συμπεράσματα που βγαίνουν εδώ είναι τα εξής : πρώτον, ότι, οι γυναίκες δεν μπορούν απλώς και μόνον να προστεθούν στα υπάρχοντα ζητήματα της κλασικής πολιτικής θεωρίας στο βαθμό που ολόκληρο το έργο των φιλοσόφων διαπνέεται από τη λογική της φυσικής ανισότητας των φύλων ακόμη και αυτών που ενώ από τη μία θέτουν θέμα ισότητας της μίας ή της άλλης μορφής εν τούτοις από την άλλη δέχονται ότι αυτή αφορά τους άνδρες που ηγούνται των οικογενειών ως βασικής μονάδας της πολιτικής ανάλυσης, και , δεύτερον, ότι η λειτουργιστική αυτή αντίληψη για τις γυναίκες είναι εν ισχύ ακόμη και σήμερα που υποτίθεται ότι οι γυναίκες αναγνωρίζονται ως ισότιμοι πολίτες τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα της ψήφου, ιδιαίτερα δε όσον αφορά την αντιμετώπισή τους στην καθημερινή νομική πρακτική των δικαστηρίων.

Η Όκιν προειδοποιεί τους αναγνώστες της να προσέξουν ότι όποιος σήμερα μιλάει για ισότητα των δύο φύλων δεν είναι απαραίτητα και ένθερμος υποστηρικτής της ισότητας σε άλλους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Αναλαμβάνει το καθήκον να εξετάσει τα επιχειρήματα που αφορούν την ισότητα ή ανισότητα στο βαθμό που αυτά επιδρούν πάνω στην αντίληψη και στάση των φιλόσοφων όσον αφορά την ισότητα ή την ανισότητα των δύο φύλων. Η ίδια διευκρινίζει χαρακτηριστικά : «...με μία έννοια , το βιβλίο αυτό πρέπει να συγκριθεί μα το θεατρικό έργο Οι Ρόζενκραντς και Γκύλντερστερν είναι Νεκροί . Στο έργο αυτό , που στηρίζεται σε Αμλετιανά θεμέλια , ο Τομ Στόππαρντ τονίζει αυτό το αυθεντικά ασύλληπτο ζευγάρι , και τους μετατρέπει , αντί για τον παραδοσιακό ήρωα , στη βασική εστία του δράματος. Ως αποτέλεσμα , το έργο, όλοι οι χαρακτήρες του και οι σχέσεις μεταξύ τους προσλαμβάνονται υπό το πρίσμα μίας εντελώς νέας προοπτικής».

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Τρίτη 31/10 στην εκπομπή "ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ" ο Χρήστος Τσιλώνης (Πρόεδρος ΣΣΕΜ) με θέμα Όψεις του Ασφαλιστικού Ζητήματος.

Αντίο Τρύφωνα!