ANTIO ANDRE GORZ

ΑΝΤΙΟ ΑΝΤΡΕ ΓΚΟΡΖ

ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Να αναστοχαστούμε για τις βασικές μαρξιστικές θέσεις με βάση τις σημερινές ιστορικές συνθήκες που ζούμε. Ας θυμηθούμε κατ’ αρχήν αυτό που γνωρίζουμε τόσο στο θεωρητικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο: οι κοινωνικές τάξεις υφίστανται μόνο μέσα στην πάλη των τάξεων και δεν υπάρχουν εκ των προτέρων. Να θυμηθούμε, επίσης, ότι αυτόν τον «σχεσιακό» και «δομικό προσδιορισμό των τάξεων» τον διακρίνουμε από την «ταξική τοποθέτηση» μέσα στη συγκεκριμένη «συγκυρία» που αποτελεί την «συγκεκριμένη κατάσταση» της πάλης των τάξεων. Επίσης θα χρειαστεί να θυμόμαστε ότι ορισμένες τάξεις κατέχουν «διπλά αντιφατικές ταξικές θέσεις».[1] Τέλος, οφείλουμε να δώσουμε σαφείς απαντήσεις στις θεωρίες περί μη καπιταλιστικής «μεταβιομηχανικής κοινωνίας», καθώς και στις θεωρίες περί «τέλους της εργασίας» και περί «θανάτου των τάξεων» που ολοένα και περισσότερο καταλαμβάνουν χώρο γοητεύοντας αριστερές κεφαλές και απογοητεύοντας αριστερές υπάρξεις.[2] Η εργατική τάξη είναι, λοιπόν, παρούσα. Είναι στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος όπου καθημερινά αποδεκατίζεται στην κυριολεξία, είναι στα μεταλλεία της Στρατονίκης, παρόλο που εκεί δυστυχώς έρχεται σε σύγκρουση με τους κατοίκους που βλέπουν τη γη τους να μολύνεται και τα σπίτια τους να καταρρέουν. Η εργατική τάξη βρίσκεται στον κόσμο των Mac, δηλαδή στα ταχυφαγεία, στις εταιρείες κατασκευής λογισμικού και ηλεκτρονικών υπολογιστών, στα μούλτιπλεξ και στον αχανή χώρο των θεαμάτων. Βρίσκεται στις οικοδομές των μεγάλων οικιστικών και γραφειακών συγκροτημάτων, στα μεγάλα δημόσια έργα, στα παλιά και στα καινούργια πλοία που διασχίζουν το Αιγαίο και το Ιόνιο. Κατοικεί σε γειτονιές που είναι υποβαθμισμένες και που μετατρέπονται με ευθύνη κράτους και κοινωνίας σε γκέτο. Και, βεβαίως, κατοικεί και στις τρώγλες των αγροτικών επαρχιών της χώρας μαζεύοντας τα πορτοκάλια, τις ντομάτες, τις ελιές και πάει λέγοντας. Αλλά αυτή η εργατική τάξη έχει πλέον πολλά χρώματα, είναι έμφυλη, μιλάει πολλές γλώσσες και τη μνήμη της διεκδικούν πολλές πατρίδες . Εργάζεται με μερική απασχόληση, σε μοιρασμένες δουλειές, σε πρόσκαιρες εργασίες και προσλαμβάνεται προσωρινά από υπεργολάβους και εταιρείες ανθρωπίνων πόρων που «νοικιάζουν» εργαζόμενους ακόμη και στο δημόσιο τομέα (π.χ. Εθνική Τράπεζα). Απασχολείται στις προσωπικές υπηρεσίες (π.χ. οικιακές βοηθοί, κούριερ κ.λ.π. Συχνά εργάζεται με τη μέθοδο φασόν στο σπίτι ή, όχι τόσο συχνά ακόμη στη χώρα μας, με τη μέθοδο της τηλεργασίας κατ’ οίκον ή σε ειδικές εγκαταστάσεις. Πολλές από αυτές τις εργασίες δεν πληρώνονται με ημερομίσθιο αλλά εξοφλούνται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και οι εργαζόμενοι που τις εκτελούν τυπικά θεωρούνται αυτοαπασχολούμενοι. Στο μεσοδιάστημα των προσωρινών απασχολήσεων, αυτή η εργατική τάξη μένει άνεργη, πολλές φορές για περισσότερο από ένα χρόνο και συνήθως η ανεργία έχει φύλο θηλυκό και νεανικό προφίλ, ενίοτε δε και πολλά και καλά πτυχία. Υπάρχει, βεβαίως, και η «βολεμένη» εργατική τάξη, που απασχολείται στις τράπεζες, στο δημόσιο τομέα, στις λίγες αλλά παντοδύναμες μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που δραστηριοποιούνται στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, των ηλεκτρονικών υπολογιστών, του χρηματοπιστωτικού τομέα και των ασφαλειών και ούτω καθεξής. Είναι αυτή η μερίδα της εργατικής τάξης, που φιλελεύθεροι στοχαστές, όπως ο Peter Drucker, αποκαλούν «εργάτες της γνώσης», ενώ εμείς δεν έχουμε βρει ακόμη τους κατάλληλους εννοιολογικούς όρους, πέρα από αυτόν του «λευκού κολάρου» ή της «εργατικής αριστοκρατίας».[3] Εδώ, βέβαια, υπάρχουν τα συνδικάτα που αναπαύονται στις δάφνες του «ένδοξου» παρελθόντος των αγωνιστικών κινητοποιήσεων και στα αποτελέσματά τους (μονιμότητα, ασφάλιση, άδειες, σύνταξη κλπ.). Υπάρχει, όμως, και η πιο ευέλικτη βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα στρατηγικά σκεπτόμενη εργοδοσία που εντείνει τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις της εργατικής τάξης δημιουργώντας δυαδικές αγορές εργασίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Ανατρέπει την ενιαία μισθοδοτική πολιτική, μετατρέπει με τη στρατηγική του «πελατοκεντρικού συστήματος» τους μισθωτούς σε «businessmen» πωλητές που αμείβονται με βάση την απόδοση, τα συμβόλαια που κλείνονται, και την πορεία των μετοχών στη χρηματιστηριακή αγορά που τους τις χορηγούν είτε με ευνοϊκές τιμές είτε και δωρεάν. Όμως, οι παραπάνω διαφοροποιήσεις που έχουν επέλθει και επέρχονται ως συνέπειες των μεταβολών του τεχνικού καταμερισμού εργασίας παράγουν επιπλέον αποτελέσματα και στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, δηλαδή τη δομή και την ιεράρχηση των τάξεων στο σύγχρονο καπιταλισμό; Κατά τη γνώμη μου, επί της ουσίας της δεν έχει αλλάξει καθόλου η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση της τελευταίας εικοσιπενταετίας ενίσχυσε το κεφάλαιο και αποδυνάμωσε την εργασία κατακερματίζοντάς την. Η «οργανική αλληλεγγύη» που χαρακτήριζε τις ομογενοποιημένες εργατικές τάξεις των βιομηχανικών καπιταλιστικών κοινωνιών δεν υπάρχει πλέον. Η νέα πραγματικότητα τείνει να είναι η εξατομίκευση των όρων της ύπαρξης του εργάτη μέσα στις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις, όπως περιληπτικά τις περιγράψαμε, δηλαδή η ύπαρξη διαφορετικών καθεστώτων εργασίας, η σχετική σταθερότητα ορισμένων εργασιακών ομάδων σε αντίθεση με την αστάθεια και την ανασφάλεια άλλων˙ που είναι αποτέλεσμα του συχνού περάσματος από την πλήρη στη μερική απασχόληση ή την ανεργία πολύ συχνά μέσα στα όρια της προσωπικής εργασιακής ζωής ως τη συνταξιοδότηση (που κι αυτή δεν είναι πια σίγουρη, τουλάχιστον όσον αφορά τους όρους της). Συνεπώς, το ταξικό υποκείμενο «σύγχρονη εργατική τάξη» είναι υπαρκτό. Τα αποτελέσματα των αλλαγών που προκύπτουν στη σύνθεσή της ως συνέπεια Της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης δεν μπορούν να οδηγήσουν στη θεωρία περί εξαφάνισής της. Αντίθετα, η εργατική τάξη αυξάνεται ως ποσοστό του συνολικού ενεργού οικονομικού πληθυσμού και αποτελεί την πλειονότητα. Οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις – μετακινήσεις από τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα προς τον τριτογενή τομέα δείχνουν ότι η πλειοψηφία των μισθωτών ασκεί παραγωγική εργασία πέρα από τα παραδοσιακά όρια της μεταποιητικής βιομηχανικής υλικής παραγωγής. Καθώς το κλασικό βιομηχανικό κεφάλαιο υποχωρεί σε σχέση με το χρηματοπιστωτικό, κάτι που δεν είναι βέβαια πρωτόγνωρο μιας και πάντοτε σε καιρούς κρίσης συμβαίνει, δημιουργούνται νέοι κλάδοι βιομηχανικής ανάπτυξης, νέοι χώροι δράσης και νέες αγορές για όσα από τα κεφάλαια αυτά δεν απαξιώνονται από την κρίση και ακολουθούν το δρόμο των συγχωνεύσεων, εξαγορών και συνεργιών σε εθνικό, διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο. Επίσης, ως αποτέλεσμα της πορείας της ταξικής πάλης μετά την εξάντληση των μεταπολεμικών μοντέλων καπιταλιστικής ανάπτυξης, της κρίσης της αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας, της επιβολής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και των στρατηγικών της αστικής τάξης για την αποδιάρθρωση της ζωντανής εργασίας και με την ραγδαία εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η εργατική τάξη έχει υποστεί μια σειρά από στρατηγικές ήττες που έχουν οδηγήσει σε απώλειες δικαιωμάτων (σταθερή και μόνιμη εργασία, ασφάλιση, εισαγωγή νέων ελαστικών μορφών απασχόλησης, αύξηση της τεχνολογικής και της διαρθρωτικής ανεργίας κλπ.). Παράλληλα εξελίξεις, όπως η μαζική ένταξη γυναικών στην αγορά εργασίας, οι νέες ειδικεύσεις λόγω των τεχνολογικών μεταβολών και η μετατροπή της Ελλάδας από χώρα εξαγωγής σε χώρα εισαγωγής μεταναστών έχουν διαφοροποιήσει την εργατική τάξη από πλευράς φύλου, εθνοτικής - φυλετικής προέλευσης καθώς και από την άποψη της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και των δεξιοτήτων που απαξιώνονται και ανανεώνονται συνεχώς. Αυτό σημαίνει ότι η σύγχρονη ριζοσπαστική ανανεωτική αριστερά έχει καθήκον να ανασυνταχθεί ιδεολογικά, πολιτικά, προγραμματικά και οργανωτικά, έτσι ώστε να απευθυνθεί στη νέα εργατική τάξη που έχει διαμορφωθεί και να συμβάλλει στη συγκρότηση ενός πολύμορφου και δυναμικού εργατικού κινήματος που θα αντικρούσει την καπιταλιστική επίθεση αντιτάσσοντας το σοσιαλισμό με δημοκρατία, ελευθερία και αυτοδιαχείριση ως ελπίδα για το μέλλον της κοινωνίας. Μακριά από ουσιοκρατικές λογικές που αντιμετωπίζουν τα ταξικά υποκείμενα και τις ταυτότητές τους ενιαία και μονοδιάστατα, μια σύγχρονη αριστερά οφείλει να εργαστεί προς την κατεύθυνση του πολιτικού συντονισμού των παλαιών και νέων κοινωνικών κινημάτων των νέων, των φεμινιστριών, των οικολόγων, των κινημάτων για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των μεταναστών, των προσφύγων και των εθνοτικών και κοινωνικών μειονοτήτων, μαζί με το κεντρικό ταξικό υποκείμενο, δηλαδή την νέα εργατική τάξη.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ
http://tsakiris.snn.gr

[1] Για κριτική παρουσίαση της συνολικής συζήτησης των θεωριών (μαρξιστικών και μη) περί κοινωνικών τάξεων, βλ. Κασιμάτη Κ., (2001), Δομές και Ροές: Το φαινόμενο της κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας, Αθήνα, Εκδ. Gutenberg, σ.σ. 39-100.
[2] Βλ. Bell D., 1976, The Coming of Post-industrial Society, New York, Basic Books και Rifkin J., 1995, Το τέλος της εργασίας, Αθήνα, Εκδ. Λιβάνη. Για τις κοινωνικές βάσεις της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» βλ. Esping-Andersen G., 1999, Oxford, Oxford University Press, ιδιαίτερα το 6ο κεφάλαιο «The Structural Bases of Postindustrial Employment» σ.σ. 99-119, όπου τονίζεται ότι είναι κυρίως η τεχνολογική μεταβολή που επιφέρει τις μεταβολές στην απασχόληση και την μετακίνηση από το δευτερογενή βιομηχανικό τομέα στον τριτογενή μεταβιομηχανικό τομέα των υπηρεσιών (σελ. 102 κ.επ.). Στο «τέλος της εργασίας» αναφέρεται ουσιαστικά και ο A. Gorz όταν υποστηρίζει ότι «η μικρο-ηλεκτρονική επανάσταση εγκαινιάζει την εποχή της κατάργησης της εργασίας», βλ. Gorz A., 1986, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός, Οικολογία, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ.53. Κριτική από μαρξιστική σκοπιά στο Μηλιός Γ., 1996, «Ποιος φοβάται την εργασία; Μύθοι για το “τέλος της εργασίας” στην “εποχή της αυτοματοποίησης”», Θέσεις, Νο.57 Οκτώβριος - Δεκέμβριος, σ.σ. 57-65. Για την πάντα ενδιαφέρουσα αλλά λαθεμένη άποψη περί «θανάτου των τάξεων» που εκφράζεται στο Pakulski J. & Waters M., (1994), The Death of Class, London, Sage Publications αξίζει κανείς να διαβάσει την κριτική του βιβλίου τους από το νεομαρξιστή Harvie D. στην επιθεώρηση Capital and Class, Νο. 62, Καλοκαίρι 1997, σ.σ.192-193.
[3] Βλ. Drucker P, (2000), Προκλήσεις του μάνατζμεντ για τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Εκδ. Leader Books. Βλ. επίσης τους νεοφιλελεύθερους Fukuyama F, (1993), Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Αθήνα, Εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Λιβάνη˙ Τόφλερ Α., (1992), Νέες Δυνάμεις, Αθήνα, Εκδ. Κάκτος.

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00