Η παρακμή της ισπανικής σοσιαλδημοκρατίας 1982-1996

Η κρίση που ξέσπασε στο εσωτερικό (μόνο;) του ΠΑΣΟΚ δεν ξεπερνιέται με την επιλογή του Βενιζέλου ως αρχηγού έτσι απλά. Το πρόβλημα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας είναι πάνω-κάτω το ίδιο με της ευρωπαϊκής, δηλαδή η έλλειψη πολιτικής γραμμής και στρατηγικής που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης καθώς και στην ανάγκη της αποτροπή της οικολογικής καταστροφής. Θα μου συγχωρήσετε την παράθεση του μεγάλου αυτού κειμένου που προέρχεται από το διεθνές περιοδικό Socialist Register (1997, Volume 33). Αν και αναφέρεται στην παρακμή του Ισπανικού PSOE της δεκαετίας του 1990 είναι σημαντικό γιατί δείχνει το δομικό και ιδεολογικό πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας στις ημέρες μας. Το συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι "η κυβέρνηση του PSOE με τις πολιτικές της ήρθε αντιμέτωπη τόσο με την εργατική όσο και με τη μεσαία τάξη. Αν και η κυβέρνηση δεν άξιζε το παρατσούκλι "Θατσεροσοσιαλιστική“, εφάρμοσε πολιτικές που πλησίαζαν περισσότερο στα συμφέροντα του κεφαλαίου παρά της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Αρκετά τη γλύτωσε όσο η εργατική και η μεσαία τάξη απεχθάνονταν τη δεξιά εναλλακτική λύση. Δεν μπορούσε όμως να αποφύγει την πολιτική και εκλογική παρακμή που αναπόφευκτα συνοδεύει ένα σοσιαλ-δημοκρατικό κόμμα που ενστερνίζεται τα κύρια οικονομικά δόγματα του νεο-φιλελευθερισμού."


The Decline of Spanish Social Democracy 1982-1996
by Vicente Navarro

(Μετάφραση: Θανάσης Τσακίρης)

Στην αρχή της δεκαετίας του 1980 όταν τα σοσιαλ-δημοκρατικά κόμματα της βόρειας και της κεντρικής Ευρώπης θεωρούνταν υπό παρακμή, τα Σοσιαλιστικά Κόμματα της Νότιας Ευρώπης άνθιζαν πολιτικά. Ένα εξ αυτών, το Ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα (Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ή PSOE), επανεξελέγη τέσσερις φορές (τις τρεις εξ αυτών με πλειοψηφία), δημιουργώντας ρεκόρ πολιτικής μακροβιότητας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Σοσιαλιστικών Κομμάτων. Μόνο το Σουηδικό Σοσιαλ-δημοκρατικό Κόμμα διατηρήθηκε στην κυβερνητική εξουσία περισσότερα από 14 χρόνια. Η συνέπεια της εκλογικής του επιτυχίας ήταν να αυξηθεί σε σημαντικό βαθμό η επιρροή του PSOE μεταξύ των κομμάτων που ανήκουν στη Σοσιαλιστική Διεθνή. Το κέντρο βάρους της Ευρωπαϊκής σοσιαλ-δημοκρατίας μεταφέρθηκε, τότε, από το βορρά στο νότο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80, εξ αιτίας των εκλογικών επιτυχιών των σοσιαλ-δημοκρατικών κομμάτων σε Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία (σε συνασπισμό με τη Χριστιανική Δημοκρατία και άλλα κόμματα) και την Πορτογαλία. Μεταξύ των κομμάτων αυτών, το PSOE διέθετε τη μεγαλύτερη κοινωνική υποστήριξη, η οποία, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80, ήταν εντυπωσιακή φτάνοντας το 44% [1].

Η εκλογική επιτυχία του PSOE αποδόθηκε στη ρήξη του με τις παραδοσιακές σοσιαλ-δημοκρατικές πολιτικές όπως της κρατικής παρέμβασης στην οικονομική ανάπτυξη και της προνομιακής σχέσης με τα συνδικάτα. Δημιουργήθηκε έτσι ένα νέο στρατηγικό σημείο αναφοράς για άλλα Ευρωπαϊκά σοσιαλ-δημοκρατικά κόμματα. Από το Φελίπε Γκονζάλεθ ζητήθηκε να προεδρεύσει μιας επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για την αναθεώρηση των αρχών του σοσιαλισμού για τον 21ο αιώνα. Με τρόπο μελετημένο και σαφή το PSOE μείωσε την έμφαση στην κρατική παρέμβαση για να επιλύσει μερικά από τα σοβαρά προβλήματα που κληρονόμησε από το καθεστώς του Φράνκο και άλλαξε τη σχέση του με τα συνδικάτα που έγινε εξαιρετικά εχθρική και είχε ως συνέπεια να έρθει αντιμέτωπο με τέσσερις σημαντικές γενικές απεργίες, αριθμός που δεν είχε το προηγούμενο για περιπτώσεις σοσιαλιστικών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με τον Carlos Solchaga, υπουργό Οικονομίας της δεύτερης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, «τα συνδικάτα δεν θα πρέπει να έχουν προνομιακή σχέση με τη Σοσιαλιστική κυβέρνηση. Θα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε σαν οποιαδήποτε άλλη ομάδα συμφερόντων, όπως, για παράδειγμα, τον Ιατρικό Σύλλογο» [2]. Kαι o Ludolfo Paramio, διευθυντής του, εξέχουσας σημασίας, πνευματικού ιδρύματος Pablo Inglesias, και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του κόμματος, έγραψε ότι «ένα σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να υποβαθμίσει τα συνδικάτα στο ίδιο επίπεδο με αυτό οποιασδήποτε άλλης ομάδας συμφερόντων όπως οι επαγγελματικοί σύλλογοι ή οι φιλοτελικές ενώσεις» [3]. O αναπληρωτής πρωθυπουργός της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, Narcis Serra, διακήρυξε ότι η κοινωνική εκλογική βάση της κυβέρνησης και του PSOE είναι η μεσαία τάξη και ότι η εργατική τάξη είναι μια τάξη υπό εξαφάνιση και πως το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ είναι ένα κόμμα της μεσαίας τάξης που αξίζει να το αντιγράψουμε [4]. Παρά το ότι οι απόψεις αυτές πίκραναν τη βάση του PSOE, γίνονται ευρέως αποδεκτές από μεγάλο μέρος της ηγεσίας.

Η Ισπανική Σοσιαλιστική κυβέρνηση έγινε επίσης κύριο σημείο αναφοράς σε μιαν άλλη συζήτηση, για την πολιτική μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία που εξελισσόταν στην ανατολική και νότια Ευρώπη και σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Σύμφωνα με τους Brasser, Maravall και Przeworski, οι πιο πετυχημένες μεταβάσεις έγιναν στις χώρες αυτές έγιναν σε χώρες, όπως η Ισπανία, όπου η κυβέρνηση φιλελευθεροποίησε την οικονομία, μείωσαν το ρόλο ενός ισχυρού, και τα πάντα περικλείοντος, κράτους, και διευκόλυνε την πλήρη ανάπτυξη των στριμωγμένων δυνάμεων της αγοράς την ίδια ώρα που ανέπτυσσε ένα δίκτυο ασφαλείας για τη φροντίδα εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που οι οικονομικές αυτές αλλαγές επηρεάζουν περισσότερο [5]. Σύμφωνα με τον Hose Maria Maravall (κορυφαίος θεωρητικός του ΡSOE), η Σοσιαλιστική κυβέρνηση στην Ισπανία κληρονόμησε ένα υπερβολικά παρεμβατικό κράτος που περιόριζε την οικονομική ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα της Ισπανικής οικονομίας. Η κυβέρνηση, ως εκ τούτου, έπρεπε να εκσυγχρονίσει την οικονομία μειώνοντας το ρόλο του κράτους, επιτρέποντας στις δυνάμεις της αγοράς να αναπτυχθούν ευρέως. Ο εκσυγχρονισμός αυτός ( και οι ανθρώπινες θυσίες της συνοδεύουσας ανεργίας και διάλυσης) έγινε ανεκτός από το Ισπανικό εκλογικό σώμα εξαιτίας της ανάπτυξης του κοινωνικού δικτύου που παρέχει μέριμνα για τους περιθωριοποιoύμενους τομείς [6]. Έτσι, το βασικό χαρακτηριστικό της Ισπανικής Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, ως σήμερα αρκετά παράτυπο για σοσιαλ-δημοκρατικές πρακτικές, ήταν η πολιτική του για τη μείωση του οικονομικού ρόλου του κράτους. Αν και πολλές σοσιαλ-δημοκρατικές έχουν ενσωματώσει στις πολιτικές τους μια ολόκληρη σειρά μονεταριστικών και φιλελεύθερων πολιτικών, καμία δεν το έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό όσο η κυβέρνηση του PSOE. Όπως συμπεραίνει στη λεπτομερή του έρευνα για τις σοσιαλ-δημοκρατικές κυβερνήσεις ο Wolfgang Merkel, η κρατική παρέμβαση στην οικονομία μειώθηκε με την κυβέρνηση του PSOE σε επίπεδο άγνωστο για άλλες Ευρωπαϊκές σοσιαλ-δημοκρατίες [7].

Σκοπός αυτού του δοκιμίου είναι να εξηγήσει τις συνέχειες και αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1982-1996 όταν το PSOE ήταν στην κυβέρνηση και να αναλύσει το γιατί οι διαδοχικές Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις επέλεξαν συγκεκριμένες κρατικές πολιτικές και όχι άλλες. Το άρθρο επίσης αναλύει τις αιτίες της επακόλουθης εκλογικής εξασθένισης του PSOE που κατέληξε στην ήττα του το 1996. Ενάντια στις κυρίαρχες ερμηνείες της σοσιαλ-δημοκρατίας σαν κι αυτές των Przeworski και Sprague [8] και στα συμπεράσματά τους, θα δείξουμε ότι η κύρια αιτία για την πτώση της κυβέρνησης του PSOE συγκεκριμένα και της τύχης της Ισπανικής Σοσιαλ-δημοκρατίας γενικότερα ήταν η υιοθέτηση κρατικών πολιτικών που ήρθαν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα μεγάλων τμημάτων του εκλογικού τους σώματος, συμπεριλαμβανομένων τόσο των εργατικών όσο και των μεσαίων τάξεων.

To ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο

Μια από τις λιγότερο αναμενόμενες εξελίξεις της πρόσφατης Ισπανικής ιστορίας ήταν η γρήγορη εκλογική ανάπτυξη του PSOE μετά την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Το PSOE έπαιξε ένα δευτερεύοντα μόνο ρόλο κατά τη διάρκεια του αντι-φασιστικού αγώνα που καθοδηγήθηκε κυρίως από το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCE). Τα λάθη που έκαναν οι ηγέτες του PCE κατά τη δημοκρατική μετάβαση (κατά την οποία το PCE άσκησε μετριοπαθή πολιτική, καθηλώνοντας σε χαμηλό επίπεδο τις λαϊκές προσδοκίες), από κοινού με την ιστορική μνήμη του Ισπανικού πληθυσμού (το PSOE ήταν παραδοσιακά το κόμμα της εργατικής τάξης) εξηγεί την αιφνίδια ώθηση προς τα πάνω της δημοτικότητας του PSOE. Ήδη το 1977, στις πρώτες εκλογές που ακολούθησαν το θάνατο του Φράνκο το PSOE έλαβε το 29,3% των ψήφων ενώ το PCE έλαβε μόνο το 9,4% [9]. Το 1975 το PSOE έλαβε το 30,5% των ψήφων, το PCE το 10,8%.

Η συντριπτική νίκη του PSOE το 1982, όταν έλαβε την υποστήριξη του 48,4% του εκλογικού σώματος, ήταν αποτέλεσμα πολλών αιτιών. Μια από αυτές ήταν η κατάρρευση της Δεξιάς λόγω των τεράστιων αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες τάσεις των μεταρρυθμιστών γνωστών στην Ισπανία ως οι "μετά-Φρανκικές" δυνάμεις. Είχαν συνασπιστεί γύρω από τον Αδόλφο Σουάρεθ, τον ιδρυτή του δεξιού κόμματος UCD, εντός του οποίου είχαν συμπήξει συμμαχία, με κύριο σκοπό να σταματήσουν την Αριστερά, ιδιαίτερα του PCE, Χριστιανοδημοκράτες, φιλελεύθεροι και οπαδοί του Φράνκο. Ήταν κυρίως οι διαφωνίες μέσα στο UCD γύρω από το νόμο περί διαζυγίου, μαζί με τη μεταβίβαση εξουσίας στις περιφέρειες της Καταλονίας και των Βάσκων, που οδήγησε στην κατάρρευση του συνασπισμού. Έλαβε λιγότερο από το 3% του συνόλου των ψήφων. Εκτός από την απορρόφηση των ψήφων των απογοητευμένων από το UCD ψηφοφόρων, το PSOE ωφελήθηκε από τη συμμετοχή το 1982 για πρώτη φορά νεαρών ψηφοφόρων (η συνολική συμμετοχή έκανε άλμα από το 67% το 1979 στο 80% το 1982) που ψήφισαν μαζικά υπέρ της αλλαγής, την οποία ταύτισαν με το PSOE [10].

H πλέον σημαντική αιτία για την επιτυχία του PSOE, εν τούτοις, είναι η μετατροπή του κόμματος στον εκλογικό υποδοχέα της αγανάκτησης της εργατικής τάξης ενάντια στις προσπάθειες για την καταστολή της εργατικής μαχητικότητας που, στο κάτω-κάτω, ήταν τόσο σημαντική για την πραγματοποίηση της μετάβασης στη δημοκρατία. Η Ισπανική εργατική τάξη στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 ήταν η πιο μαχητική στην Ευρώπη, με το μεγαλύτερο αριθμό απεργιών και κινητοποιήσεων της ηπείρου, προωθώντας τη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Από το 1975 ως το 1977, 7.514.000 εργάτες αντιπροσωπεύοντας το 88% όλων των μισθωτών εργαζομένων, συμμετείχαν στις απεργίες [11].Οι εργοδότες ήταν ξεκάθαρα αμυνόμενοι, φοβούμενοι την υποβόσκουσα αμφισβήτηση της κοινωνικής τάξης. Οι μισθοί αύξαναν με μεγαλύτερο ρυθμό από αυτόν της παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου 1975-1977, με πτώσεις στο ποσοστό του κέρδους, των επενδύσεων και στο ρυθμό παραγωγής θέσεων εργασίας [12]. Η εργατική μαχητικότητα είχε επίσης ως αποτέλεσμα μια σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων που χορηγούσαν το δικαίωμα στην απεργία το 1975, την απαγόρευση απολύσεων χωρίς λόγο και χωρίς αποζημίωση (παρέχοντας πληρωμή εξήντα ημερομισθίων για κάθε χρόνο υπηρεσίας) το 1976, και το δικαίωμα ίδρυσης σωματείων και πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCE), το 1977.

Μετά τη μετάβαση στη δημοκρατία, οι αυξήσεις του εργατικού κόστους σε συνδυασμό με τη μείωση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων, ο υψηλός πληθωρισμός και η απαρχή της κατάργησης θέσεων εργασίας ώθησαν το νέο πολιτικό κατεστημένο να αναζητήσει μια νέα κοινωνική συμφωνία που να έχει τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις επιδεινούμενες συνθήκες. Έτσι, το Σύμφωνο της Moncloa (1977) στόχευε στη μείωση του εργατικού κόστους και στην αύξηση των δημιουργούμενων θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Ενώ όμως η εργατική τάξη τίμησε τις δεσμεύσεις της για περιορισμό των μισθολογικών αυξήσεων, οι εργοδότες και η δεξιά κυβέρνηση δεν το έκαναν. Επιπλέον, μια ολόκληρη σειρά νόμων ψηφίστηκαν για να επιτραπούν νέοι τύποι συμβάσεων (για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας). Οι νόμοι αυτοί επέτρεπαν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου - που τα συνδικάτα αποκαλούσαν "σκατο-συμβόλαια" Σ.τ.μ. 1. - τα οποία πρόσφεραν πολύ μικρή κάλυψη και επίπεδα μισθών που βρίσκονταν, μέσες άκρες, στο 40% των μισθών των μόνιμα απασχολούμενων εργαζομένων. Επίσης διευκόλυναν τη διαδικασία απολύσεων μειώνοντας την αποζημίωση σε 45 ημέρες ανά χρόνο υπηρεσίας αντί για 60 στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων με πάνω από 25 εργαζόμενους και σε 22,5 ημέρες σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 25 εργαζόμενους (83% του συνόλου των χώρων εργασίας του ιδιωτικού τομέα). Επίσης, οι απολύσεις εργαζομένων θα αποφασίζονταν κατά περίπτωση από νέους κυβερνητικές εντεταλμένες αντιπροσωπείες αντί να παραπέμπονται στα δικαστήρια, μιας και οι πρώτες είναι πιο πρόθυμες να αποδεχθούν τους επικαλούμενους για τις απολύσεις λόγους απ’ όσο τα δικαστήρια. Παρά τις εργατικές στάσεις και κινητοποιήσεις ενάντια στους νόμους αυτούς (σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περίπου 2,5 εκατομμύρια εργάτες πήραν μέρος στις απεργίες αυτές), οι νόμοι κωδικοποιήθηκαν στην Εργατική Νομοθεσία (Estatudo del Trabajador) που επικυρώθηκε από το Ισπανικό Κοινοβούλιο το 1980 [13]. Ως συνέπεια, η ανεργία τριπλασιάστηκε από 5,32% το 1977 σε 16,45% το 1982, ενώ οι μισθοί και οι αποδοχές μειώθηκαν. Είναι αυτή η κατάσταση του κόσμου της εργασίας που εξηγεί ειδικότερα την τεράστια υποστήριξη της εργατικής τάξης προς το PSOE, το πρόγραμμα του οποίου απαιτούσε τη μαζική δημιουργία θέσεων απασχόλησης μέσω επεκτατικών πολιτικών που συμπεριλάμβανε αυξήσεις των δημοσίων και κοινωνικών δαπανών για την επέκταση του κράτους πρόνοιας : το 85% των ψήφων της εργατικής τάξης πήγε στο PSOE το 1982. Ο λόγος του PSOE - ένας λόγος ταξικής πάλης- ήταν πιο ριζοσπαστικός από αυτόν του PCE το οποίο, εκτός του ο,τι είχε εμπλακεί σε μια αδελφοκτόνα διαπάλη μεταξύ των φατριών του, ήταν η ισχυρότερη φωνή υποστήριξης των Συμφωνιών της Moncloa, ενώ το PSOE κρατούσε κάποιες αποστάσεις[14]. Ο ριζοσπαστικός λόγος του PSOE και ακόμη περισσότερο του Φελίπε Γκονζάλεθ, Γενικού Γραμματέα του PSOE, αντιπαραβαλλόμενος με το μετριοπαθή τόνο που υιοθετήθηκε από το Σαντιάγκο Καρρίλιο, το Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι παράγοντες αυτοί συνετέλεσαν στο να λάβει το Κομμουνιστικό Κόμμα μόνο το 4,1% του συνόλου των ψήφων, και μόνο το 12% των ψήφων της εργατικής τάξης.

Όταν το PSOE κέρδισε τις εκλογές του 1982, η Ισπανική κατάσταση χαρακτηριζόταν από τα παρακάτω στοιχεία :
1) Μια οικονομία σε μεγάλη αναστάτωση, με αρνητικό ρυθμό ανάπτυξης (-1,2% το χρόνο), υψηλή ανεργία (16,2%, περισσότερη από το διπλάσιο του μέσου όρου ΟΟΣΑ κι Ευρώπης[15]), και υψηλό ρυθμό πληθωρισμού (14% κατ’ έτος, πάνω από το μέσο όρο ΟΟΣΑ-Ευρώπης).
2) Ένα υποανάπτυκτο κράτος με ποσοστό δημοσίων υπαλλήλων (4% του συνόλου των απασχολουμένων) πολύ μικρότερο του μέσου όρου ΟΟΣΑ-Ευρώπης (9%), και ύψος δημοσίων δαπανών πολύ χαμηλότερο του μέσου όρου ΟΟΣΑ-Ευρώπης, και με φόρους να πληρώνει μόνο το μισό του απασχολούμενου πληθυσμού. Το κράτος, εκτός από υποανάπτυκτο, ήταν ιδιαίτερα συγκεντρωτικό εξαιτίας της Γιακωβίνικης κληρονομιάς του από το Βοναπαρτιστικό κράτος (από την εποχή που ο Ναπολέων κυβερνούσε την Ισπανία) κι ενισχυμένο λόγω των 40 χρόνων φασισμού που αντέγραψε πολλά στοιχεία από το Ιταλικό φασιστικό κράτος. Για παράδειγμα, το Εθνικό Ινστιτούτο Βιομηχανίας (ΙΝΙ), που ιδρύθηκε το 1945, σχεδιάσθηκε με βάση το Ιταλικό αντίστοιχό του, ο ρόλος του οποίου ήταν να κατευθύνει τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας [16].
3) Ένα κράτος που όχι μόνο ήταν υποανάπτυκτο και συγκεντρωτικό αλλά πολύ αντιδημοτικό λόγω της καταπιεστικής του φύσης και της περιορισμένης κοινωνικής του ευαισθησίας. Το 1975, οι δαπάνες για την κοινωνική πολιτική αντιπροσώπευαν μόνο 9,9% του ΑΕΠ, πολύ χαμηλότερο ποσοστό σε σχέση με το μέσο όρο (24%) της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ένα ακόμη στοιχείο (που όλες οι δημοκρατικές κυβερνήσεις, ακόμη και οι σοσιαλ-δημοκρατικές, δεν μετέβαλαν) ήταν η σύνθεση της δημόσιας διοίκησης. Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι - από τους δικαστές ως τους πανεπιστημιακούς καθηγητές - έπρεπε να υπογράψουν όρκο πίστης στο φασιστικό καθεστώς κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του ‘50, ‘60 και ‘70, αντιπροσωπεύοντας έναν πυρήνα αντίστασης σε οποιαδήποτε αλλαγή στη δημόσια συζήτηση.
4) Μια υποανάπτυκτη οικονομική υποδομή που ήταν κακώς προετοιμασμένη για την ενσωμάτωσή της στην αναπτυσσόμενη Ευρωπαϊκή οικονομία, δεδομένης της μεγάλης επιδότησης των μη κερδοφόρων τομέων από το κράτος. Οι επιδοτήσεις αυτές δικαιολογούνταν στο όνομα της αποφυγής της ανεργίας όμως δεν χρησιμοποιούνταν για την προώθηση της ανασυγκρότησης στο εσωτερικό των οικονομικών τομέων.
5) Με το πιο αρνητικώς προοδευτικό φορολογικό σύστημα, με τα μεγαλύτερα ποσά φορολογικής απάτης, στη Δυτική Ευρώπη.

Όταν οι Σοσιαλιστές κέρδισαν τις εκλογές του 1982, αναμενόταν από πολλές πλευρές ότι θα μετέτρεπαν το κράτος σε στοιχείο-κλειδί για τον οικονομικό μετασχηματισμό, ακολουθώντας ένα ριζοσπαστικό επεκτατικό πρόγραμμα παρόμοιο με αυτό της κυβέρνησης Μιττεράν που εξελέγη στη Γαλλία το 1981. Η Ισπανική Σοσιαλιστική κυβέρνηση, εν τούτοις, επέλεξε να μην ακολουθήσει τη στρατηγική αυτή, υιοθετώντας γρήγορα τη συμβατική ορθότητα περί του αναπόφευκτου της κατά 180 μοίρες στροφής της κυβέρνησης Μιττεράν [17]. Η κυβέρνηση του PSOE αποδέχτηκε επίσης τη συμβατική άποψη ότι η ήττα του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος το 1979 και το 1983 οφειλόταν στην εξάρτησή του από τα συνδικάτα. Oι ερμηνείες αυτές αντανακλούσαν τη σκέψη της οικονομικής ομάδας μέσα στη Σοσιαλιστική κυβέρνηση. Οι περισσότεροι από αυτούς τους επαγγελματίες ήταν αξιωματούχοι των Υπουργείων Οικονομίας και Δημοσίων Οικονομικών που εκ παραδόσεως ήταν πολύ στενά συνδεδεμένοι με την Τράπεζα της Ισπανίας [18]. Είχαν ήδη επιλεγεί στη βάση της εγγύτητάς τους με το χρηματοοικονομικό τομέα ούτως ώστε να καθησυχάσει τον τομέα αυτό και να προωθήσει την περαιτέρω ανάπτυξή του. Κατά συνέπεια, τα περισσότερα μέλη της πρώτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης της Ισπανίας (και ιδιαίτερα τα μέλη των υπουργείων που ήταν αρμόδια για την κατάστρωση κι εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής) δεν είχαν στενή σχέση με τα εργατικά συνδικάτα. Η αποστασιοποίηση από τα συνδικάτα και την εργατική τάξη - μια απόσταση που άγγιζε τα όρια της αλληλοπεριφρόνησης [19] - μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί λόγω της μικροαστικής καταγωγής μεγάλου μέρους της ηγεσίας της Ισπανικής Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, το μεγαλύτερο ποσοστό των μελών της οποίας εκπαιδεύθηκε σε μερικά από τα πιο επίλεκτα ιδιωτικά σχολεία μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας με έντονη ταξική συνείδηση. Το 68% των μελών της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης πήγαν σε ιδιωτικά σχολεία και η περισσότεροι εξ αυτών στέλνουν τα παιδιά του σε ιδιωτικά σχολεία. Τα ποσοστά αυτά είναι ακόμη υψηλότερα ανάμεσα στα μέλη των οικονομικών ομάδων διαδοχικών Σοσιαλιστικών κυβερνήσεων [20].

Όμως πίσω από αυτούς τους παράγοντες, πρέπει να αναφερθεί ότι ένας πρόσθετος καθοριστικός παράγοντας για την τροχιά του PSOE ήταν η αντιλαϊκότητα του κράτους, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν. Η μετατροπή του κρατικού τομέα σε μηχανή του οικονομικού εκσυγχρονισμού θα απαιτούσε έναν σημαντικό μετασχηματισμό του μεγαλύτερου μέρους του κεντρικού διοικητικού κορμού. Αυτό θα οδηγούσε σε βασική σύγκρουση με τα, βαθιά ριζωμένα στη γραφειοκρατία, κορπορατιστικά συμφέροντα - μια ομάδα με την οποία η Σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν είχε πρόθεση να ανταγωνιστεί παρά την πολύ δικαιολογημένη φήμη της ως άκαμπτης, μη φιλικής προς τους χρήστες και αναποτελεσματικής. Καμία βασική μεταρρύθμιση δεν επεβλήθηκε στη κεντρική δημόσια διοίκηση, και σ΄αυτό συνέβαλε καθοριστικά το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό (38%) των μελών του Ισπανικού κοινοβουλίου ήταν δημόσιοι υπάλληλοι οι ίδιοι. Οι βασικές αλλαγές στους κρατικούς μηχανισμούς έλαβαν χώρα στις αυτόνομες περιφέρειες και στους δήμους [21].

Οι παράγοντες αυτοί μας βοηθούν να εξηγήσουμε γιατί η Σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν σκέφτηκε σοβαρά τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής στρατηγικής στην οποία το κράτος θα έπαιζε ένα ρόλο-κλειδί για τον εκσυγχρονισμό του έθνους μέσω ενός δημόσιου βιομηχανικού τομέα ο οποίος προκαλούσε τη συνολική βιομηχανική ανάπτυξη και θα δημιουργούσε νέες θέσεις εργασίας. Αντίθετα, η κυβέρνηση ώθησε το κράτος σ’ ένα δευτερεύοντα και ελαχιστοποιημένο ρόλο.

Οι Πολιτικές των Κυβερνήσεων του PSOE, 1982-6

Ιδιωτικοποίηση
Οι Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις θεώρησαν ότι η εμπειρία της χώρας από τις δημόσιες επιχειρήσεις ήταν ιδιαίτερα αρνητική. Οι περισσότερες δημόσιες επιχειρήσεις ήταν μέρη του ΙΝΙ, το οποίο είχε συσσωρεύσει ένα τεράστιο έλλειμμα κατά τη διάρκεια της φασιστικής περιόδου και μέχρι τη μετάβαση στη δημοκρατία. Η πρωταρχική του λειτουργία ήταν να απορροφά τους υπό κρίση τομείς, όπως η χαλυβουργία και τα ναυπηγεία, ούτως ώστε να αποφευχθεί η αύξηση της ανεργίας. Οι παραγωγικές του δομές ήταν απαρχαιωμένες, αντιπαραγωγικές, και με υπερπληθώρα απασχολουμένων. Ως εκ τούτου, δεν προξενεί τεράστια έκπληξη το ότι οι Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις δεν ευνόησαν οποιαδήποτε περαιτέρω εθνικοποίηση ή επέκταση του δημόσιου τομέα. Όμως η επιτυχία τους να μειώσουν το μέγεθος του δημόσιου τομέα με την ιδιωτικοποίηση μεγάλων δημοσίων βιομηχανιών ακόμη και κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων όπως η SKF Española, Enturba και άλλες. Η μοναδική εξαίρεση ήταν η εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού ομίλου Rumasa του οποίου η επικείμενη κατάρρευση θα είχε καταστροφικές επιδράσεις στην Ισπανική οικονομία. Από τη στιγμή, εν τούτοις, που η Rumasa ξανάγινε κερδοφόρα επανιδιωτικοποιήθηκε. Κατά τ’ άλλα, ο αριθμός των απασχολουμένων σε δημόσιες επιχειρήσεις μειώθηκε, από το 4,9% της συνολικής απασχόλησης το 1981 στο 4,6% το 1985, λόγω της μείωσης του αριθμού των επιχειρήσεων και των απασχολουμένων ανά επιχείρηση.

Συμπληρώνοντας τις ιδιωτικοποιήσεις αυτές, οι Ισπανικές Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις μείωσαν σημαντικά τις επιχορηγήσεις προς τις δημόσιες επιχειρήσεις, από 3,7% του ΑΕΠ το 1984 στο χαμηλότατο 0,7% το 1987, με τον τολμηρό στόχο να εισαχθεί η επιχειρηματικότητα και συστήματα αξιολόγησης που χαρακτήριζαν τον ιδιωτικό τομέα στις δημόσιες επιχειρήσεις, μειώνοντας κατά συνέπεια το ρόλο του κράτους σ’ ένα απολύτως ελάχιστο. Η πρωταρχική μέριμνα αυτών των οικονομικών πολιτικών ήταν να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα του δημόσιου τομέα, όχι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Έτσι εξηγείται γιατί ορισμένοι συγγραφείς έχουν προσδιορίσει τις πολιτικές αυτές ως Θατσερικές [22]. O χαρακτηρισμός αυτός, εν τούτοις, είναι ανακριβής. Η κυβέρνηση του PSOE, υλοποιώντας πολιτικές που αύξαιναν την ανεργία, επέκτειναν τη δημόσια χρηματοδότηση για την ασφάλιση έναντι της ανεργίας από 2,59% του ΑΕΠ το 1982 σε 2,85% το 1985, ενώ η κυβέρνηση της Θάτσερ μείωσε τέτοιες πληρωμές από 1,7% του ΑΕΠ το 1980 σε 1,0% το 1990 (μέσα σε δέκα χρόνια σχεδόν τις υποδιπλασίασε). Επίσης, οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων στην Ισπανία συνοδεύτηκε από προβλέψεις βαθμιαίων απολύσεων και γενναιόδωρες αποζημιώσεις, και με πιστωτικές και δημοσιονομικές πολιτικές που στόχευαν στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων σε προσβληθείσες περιοχές για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης [23].

Οι πολιτικές αυτές, εν τούτοις, δεν επαρκούσαν για να αντιστρέψουν την αυξανόμενη ανεργία. Μεγάλη ήταν η συνεισφορά της Πράξης για την Εκ Νέου Μετατροπή και Εκβιομηχάνιση του 1983 στην καταστροφή θέσεων εργασίας που εκτός από τη μείωση της δημόσιας απασχόλησης προώθησε την ανταγωνιστικότητα του ιδιωτικού τομέα μειώνοντας επίσης την απασχόληση. Οι Ισπανικές επιχειρήσεις έγιναν πιο λιτές και σφιχτές & ως συνέπεια, 70.500 θέσεις εργασίας χάθηκαν στη χαλυβουργία, στα ορυχεία, στα ναυπηγεία και στην κλωστοϋφαντουργία (οι τομείς που αντιμετώπισαν τη μεγαλύτερη κρίση) κατά την περίοδο 1982-1985. Οι κυβερνητικές αυτές πολιτικές συμπληρώθηκαν από άλλες που διευκόλυναν την πρόωρη συνταξιοδότηση (τόσο στο δημόσιο όσο στον ιδιωτικό τομέα) και αύξησαν τα ποσά για αποζημίωση της ανεργίας. Οι πολιτικές αυτές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σκόπευαν στην απάλυνση της σκληρότητας των μεταρρυθμίσεων ενώ διέγειραν την ιδιωτική βιομηχανία, μέσω δημοσιονομικών πολιτικών και επιδοτήσεων, για να επενδύσει και να δημιουργήσει θέσεις εργασίας στις ζώνες που θεωρήθηκαν ότι επλήγησαν ιδιαίτερα από αυτά τα μέτρα (ζώνες επείγουσας εκβιομηχάνισης, ή ZUR), όπως η Γαλικία, η Αστούρια, και η Χώρα των Βάσκων. Παρ’ όλ’ αυτά, τα μέτρα δεν αποδείχτηκαν ιδιαίτερα επιτυχή, καθώς η απασχόληση στις περιοχές αυτές συνέχισε να μειώνεται ως και τα μέσα της δεκαετίας του ‘80.

Oι πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, υλοποιούμενες με αξιοσημείωτη σκληρότητα, σε αντίθεση με την απαλότητα της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης έναντι των εδραιωμένων στη δημόσια διοίκηση και στον ιδιωτικό τομέα ισχυρών ομάδων. Για παράδειγμα, οι Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις ποτέ δεν ήρθαν αντιμέτωπες με τα μονοπώλια του χρηματοπιστωτικού και του ενεργειακού τομέα που ευθύνονταν για μερικές από τις πλέον υψηλές τιμές στο χώρο της επικοινωνίας και των επικοινωνιών και τις υψηλότερες αποδόσεις κεφαλαίου στην Ευρώπη [24]. Η έμφαση που δίνεται στην ενίσχυση της ευελιξίας της αγορά εργασίας, που συνεχιζόταν κατά τη διάρκεια ολόκληρης της χρονικής περιόδου μέχρι το 1996 (σε σημείο που η Ισπανία να έχει φτάσει στα υψηλότερα ποσοστά προσωρινής απασχόλησης και ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση), δεν συνοδεύθηκε από περικοπές των προνομίων των καλώς εδραιωμένων οικονομικών ομάδων [25]. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τη UCD μπορούσε να εντοπίσει κανείς μια στενή σχέση ανάμεσα στο γεγονός της οικονομικής ενίσχυσης της USD από τις εταιρείες του ενεργειακού τομέα και στο γεγονός της αύξησης των λογαριασμών του ηλεκτρικού, που ρύθμιζε η κυβέρνηση [26]. Ένας παράγοντας που συνέβαλε στην απροθυμία της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης να έρθει αντιμέτωπη με τα μονοπώλια του χρηματοπιστωτικού και του ενεργειακού τομέα ήταν γενναία οικονομική υποστήριξη που επίσης προσέφεραν οι ομάδες αυτές στις εκλογικές εκστρατείες του PSOE. Οι τραπεζικές και οι εταιρείες ηλεκτρισμού βρίσκονταν ανάμεσα στους βασικούς χρηματοδότες όλων των πολιτικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του Σοσιαλιστικού κόμματος (αποκλειομένου όμως του Κομμουνιστικού Κόμματος), κατά τη διάρκεια της δημοκρατικής μετάβασης αλλά και αργότερα. Προσέφεραν από το 1977 ως το 1986 στα πολιτικά αυτά κόμματα 20 δισ. πεσέτες, το δε μεγαλύτερο μέρος της βοήθειας αυτής πήγαινε στο κυβερνητικό κόμμα. Ο Jose Sevilla Segura, κορυφαίος αξιωματούχος του Υπουργείου Οικονομικών κατά τη διάρκεια της θητείας της πρώτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, παραδέχθηκε ότι οι οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης είχαν πολύ παρόμοια εστίαση με αυτήν των προηγούμενων δεξιών κυβερνήσεων. Η κύρια έμφαση δόθηκε στην επιβολή της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και στην αντιμετώπιση των συνδικάτων, αφήνοντας παράλληλα στο απυρόβλητο την αδιαλλαξία των μεγάλων εργοδοτών, που συνέχιζαν να συμπεριφέρονται ολιγοπωλιακά κι ευθύνονταν για το υψηλό κόστος της ενέργειας, των επικοινωνιών και του χρήματος [27]. Η διαφοροποιημένη αντιμετώπιση με τον καιρό προκάλεσε μεγάλη πικρία στα μέλη και τους οπαδούς του PSOE.

Πολιτικές δημοσίων δαπανών

Ενώ η δημόσια απασχόληση μειώθηκε κατά τη διάρκεια της θητεία της πρώτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν σημαντικά, από 38,1% του ΑΕΠ το 1982 σε 42,30% το 1985. Από τις δαπάνες αυτές, οι πιο ραγδαία αυξανόμενες ήταν οι κοινωνικές μεταβιβάσεις, ιδιαίτερα στα κρατικά ταμεία συντάξεων που αυξήθηκαν από 9,10% του ΑΕΠ το 1982 στο 9,93% το 1985. Οι δαπάνες του τομέα Υγείας, εν τούτοις, μειώθηκαν από 4,7% του ΑΕΠ το 1982 σε 4,60% το 1985 (βλ. Πίνακα 1). Η Σοσιαλιστική κυβέρνηση ακολούθησε, παρά την εξαίρεση αυτή, πολιτικές επέκτασης των δημοσίων δαπανών στις κοινωνικές μεταβιβάσεις και στις υπηρεσίες.

Πίνακας 1 : Δημόσιες Δαπάνες (% ΑΕΠ) στην Ισπανία (σταθερές τιμές)


1980
1982
1985
1986
1988
1990
1992
Δημόσια Αγαθά







Άμυνα
1,99
2,25
1,99
2,28
2,00
1,71
1,56
Γενικές Υπηρεσίες
3,29
3,58
4,06
3,97
4,10
4,50
4,70
Αγαθά και Υπηρεσίες







Εκπαίδευση
3,29
3,01
3,56
3,55
3,80
4,14
4,30
Υπηρεσίες Υγείας
4,55
4,70
4,60
4,54
4,50
4,99
5,42
Στέγαση και λοιπά
1,16
1,40
1,83
1,81
1,79
1,50
1,60
Κοινωνικές Μεταβιβάσεις







Συντάξεις
8,62
9,10
9,93
9,80
10,0
10,6
10,9
Ασφάλιση Ανεργίας
2,24
2,74
2,85
2,68
2,49
2,65
3,13
Οικονομικές Δαπάνες
5,5
8,26
8,28
7,64
7,78
8,30
8,95
Τόκοι επί Χρέους
0,73
0,97
3,20
4,08
3,70
3,82
4,50
Σύνολο Δημοσίων Δαπανών
33,32
38,10
42,30
42,17
41,93
43,69
46,77
Σύνολο Κοινωνικών Δαπανών
21,76
23,04
24,77
24,20
24,36
25,37
27,06
(Πηγή : Πίνακας 9.39 «Clasificacion Funcional del Gasto de Administraciones Publicas. Participacion sobre el P.I.B. (%)» in G. Rodrigo Cabrero, «Politicas de Rentas» Capitulo 9 del Informe Sociologico la Situacion Social en Espana, Fundacion FoESSA, Vol.2, 1995, σελ. 1458.)


Οι επεκτατικές αυτές πολιτικές, εν τούτοις, αντιστράφηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας της δεύτερης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης, με τη μείωση των δημοσίων δαπανών συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών δαπανών. Aπό το 1985 ως το 1988, οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν από 42,30% του ΑΕΠ σε 41,93% και οι κοινωνικές δαπάνες από 24,77% του ΑΕΠ σε 24,36%. Μειωμένες κοινωνικές δαπάνες σήμαινε στασιμότητα στις δαπάνες για συντάξεις (με σημαντική μείωση των κατά κεφαλήν συντάξεων λόγω της αύξησης του αριθμού των ηλικιωμένων, μείωση που διευκολύνθηκε από την Πράξη Μεταρρύθμισης Συνταξιοδοτήσεων του 1985) & μείωση των δαπανών για την ανεργία & και συνέχιση της μείωσης των δαπανών για τη δημόσια περίθαλψη σε σχέση με αυτές που είχαν καταβληθεί κατά την προηγούμενη περίοδο (1982-1985). Η μείωση αυτή των δαπανών συνέπεσε με την επέκταση της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας για την κάλυψη ολόκληρου σχεδόν του πληθυσμού (επεκτεινόμενη από το 88% στο 98% του πληθυσμού), αποτέλεσμα του Γενικού Νόμου για την Υγεία που ενέκρινε το Ισπανικό κοινοβούλιο το 1986. Η επεκταθείσα αυτή κάλυψη μαζί με τις μειωμένες δαπάνες σήμαινε εντυπωσιακή μείωση των δαπανών δημόσιας περίθαλψης ανά κεφαλήν, με χειροτέρευση της ποιότητας των υπηρεσιών (ιδιαίτερα έντονη στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, τη Σταχτοπούτα των υπηρεσιών υγείας) και των συνθηκών εργασίας του προσωπικού υπηρεσιών περίθαλψης, που προκάλεσε ιδιαίτερα μαζικές απεργίες των εργαζομένων στις υπηρεσίες περίθαλψης το 1988 [28].

H κυβέρνηση δικαιολόγησε αυτά τα μέτρα λιτότητας ως αναγκαία για τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος και του πληθωρισμού και για την καλύτερη προετοιμασία της χώρας εν όψει της ένταξής της στην Ε.Κ. το 1986. Η μείωση των δημοσίων και των ιδιωτικών δαπανών, παράλληλα με την πτώση του διαθεσίμου εισοδήματος των εργαζομένων και τη συνεχιζόμενη αύξηση της ανεργίας, προκάλεσε μεγάλες διαμαρτυρίες, που αποκορυφώθηκαν στη γενική απεργία του 1988 την οποία οργάνωσαν οι υπό Κομμουνιστική καθοδήγηση Εργατικές Επιτροπές (CCOO) και η υπό Σοσιαλιστική καθοδήγηση Γενική Ένωση Εργαζομένων (UGT). Για μια ολόκληρη ημέρα η χώρα σταμάτησε να λειτουργεί. Ήταν η πρώτη γενική απεργία ενάντια σε Σοσιαλιστική κυβέρνηση στην Ισπανία, και σηματοδότησε την οριστική ρήξη μεταξύ του συνδικαλιστικού κινήματος και του PSOE. Ως αποτέλεσμα της τεράστιας λαϊκής υποστήριξης στη γενική απεργία, ο Alfonso Guerra, αναπληρωτής Πρωθυπουργός της κυβέρνησης του PSOE, απηύθυνε έκκληση για μείζονα αναπροσαρμογή των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών της κυβέρνησης. Από το 1989 ως το 1992 (περίοδος της τρίτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης), οι δημόσιες δαπάνες επεκτάθηκαν από 42,77% σε 46,77% (του ΑΕΠ) και οι κοινωνικές δαπάνες αυξήθηκαν από 24,78% σε 27,06%, φτάνοντας επίπεδα δαπανών συγκρίσιμα με αυτά των περισσότερων χωρών της Ε.Κ. Οι αυξήσεις αυτές των δαπανών διευκολύνθηκαν από την οικονομική ανάπτυξη που επήλθε με την ενσωμάτωση της Ισπανίας στην Ε.Κ. το 1986, επιταθείσα από μεγάλη αύξηση των ξένων επενδύσεων.

Η αύξηση των κοινωνικών δαπανών συνεχίστηκε στην περίοδο 1992-1996. Επρόκειτο για ανταπόκριση στη συνεχή πίεση - που εκφραζόταν μέσα από κινητοποιήσεις και απεργίες - από έναν πληθυσμό ακόμη απογοητευμένο από την υπανάπτυξη του Ισπανικού κράτους πρόνοιας. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 69% του Ισπανικού πληθυσμού πιστεύει ότι οι καταβαλλόμενες συντάξεις είναι πάρα πολύ χαμηλές, το 69% πιστεύει ότι τα επιδόματα ανεργίας δεν είναι επαρκή, και το 72% πιστεύει ότι η Εθνική Υπηρεσία Υγείας υποχρηματοδοτείται [29]. Οι παρεχόμενες από την κυβέρνηση και τους φορείς εθελοντών στατιστικές στηρίζουν με αποδείξεις την κοινή αυτή γνώμη. Πενήντα-δυο τοις εκατό των δικαιούμενων σύνταξη χηρών και 71% των δικαιούχων, χωρίς συνεισφορά, ασφάλιση έναντι της ανεργίας ελάμβαναν συντάξεις μικρότερες από τον ελάχιστο βασικό μισθό, και οι δαπάνες περίθαλψης ανά κεφαλή είναι μεταξύ των χαμηλότερων στην Ε.Ε. [30]

Φορολογικές πολιτικές

Μια ένδειξη της ταξικής φύσης του φασισμού ήταν οι δημοσιονομικές πολιτικές του Φρανκικού καθεστώτος, που χαρακτηρίζονταν από το πλέον αντιστρόφως προοδευτικό σύστημα φορολόγησης στην Ευρώπη, χειρότερο από αυτά της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, και το χαμηλό επίπεδο δημοσίων εσόδων. Το 1975, τα έσοδα του κράτους (συμπεριλαμβανομένης της Κοινωνικής Ασφάλισης) αντιπροσώπευαν το 21% του ΑΕΠ, πολύ χαμηλότερο ποσοστό από το μέσο όρο (34%) των χωρών ΟΟΣΑ-Ευρώπης [31]. Tα περισσότερα από τα έσοδα αυτά προήλθαν από την έμμεση και αντιστρόφως προοδευτική φορολόγηση : από φόρους επί πωλήσεων το 31% , από φόρους μισθωτών υπηρεσιών το 47% όλων των φορολογικών εσόδων & ο φόρος εισοδήματος, πολύ περιορισμένης προοδευτικότητας αντιπροσώπευε μόνο το 14% όλων των φορολογικών εσόδων. Η δημοσιονομική απάτη ήταν η μεγαλύτερη σ’ όλη την Ευρώπη. Οι δυο κύριες δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις μετά το 1975, η πρώτη υλοποιήθηκε από την κυβέρνηση Suares-UCD και η δεύτερη από την κυβέρνηση PSOE του 1982, άλλαξαν κάπως αυτή την εικόνα. Κατά το 1986, τα έσοδα από φόρους αντιπροσώπευαν το 32,1% του ΑΕΠ, ενώ οι φόροι εισοδήματος αντιπροσώπευαν το 19% όλων των φόρων. Oι φόροι επί πωλήσεων και μισθωτών υπηρεσιών συνέχιζαν να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό των κρατικών εσόδων (73% όλων των κρατικών εσόδων: 33% φόροι επί των πωλήσεων και 40% φόροι μισθωτών υπηρεσιών). Κατά το 1990, τα έσοδα εκ φόρων αντιπροσώπευαν το 35% του ΑΕΠ, με τη φορολόγηση εισοδήματος να αντιπροσωπεύει 33% του συνόλου των εσόδων εκ φόρων, σημαντική αύξηση εσόδων προερχόμενων από αυτή την πηγή (ο μέσος όρος για τις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 45%) [32]. Το φορολογικό σύστημα παρέμεινε ιδιαίτερα αντιστρόφως προοδευτικό & η Ισπανία διέθετε ακόμη ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα κρατικών εσόδων στην Ε.Κ. Και η φοροδιαφυγή συνέχισε να είναι η μεγαλύτερη στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Εγχωρίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, ο μέσος εργοδότης δηλώνει λιγότερο εισόδημα απ’ όσο ο μέσος εργάτης, ενώ ο μέσος επαγγελματίας δηλώνει το ίδιο εισόδημα με τον τελευταίο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου της λιτότητας υπό τη δεύτερη Σοσιαλιστική κυβέρνηση όταν σημαντικές περικοπές έγιναν στις κοινωνικές δαπάνες ούτως ώστε να μειωθεί το έλλειμμα, το ίδρυμα Foessa που χαίρει γενικής εκτίμησης υπολόγισε ότι τα χαμένα λόγω φοροδιαφυγής έσοδα ανέρχονταν σε ποσοστό μεγαλύτερο από το ήμισυ (68%) του δημοσίου ελλείμματος στην περίοδο αυτή [33]. Η κατάσταση αναγνωρίστηκε από τον τότε Υφυπουργό Οικονομικών (Secretario de Estado), J. Borell [34]. Η προετοιμασία του Ισπανικού κράτους για είσοδο στην Ε.Κ. σήμαινε θυσίες πρώτ’ απ’ όλα για τους μισθοσυντήρητους τομείς της κοινωνίας, ενώ για τα ελεύθερα επαγγέλματα, τους εισοδηματίες και τους εργοδότες τα εισοδήματα αυξήθηκαν σημαντικά, παρ’ όλο που αυτή η αύξηση δεν φάνηκε στις επιστροφές φόρου εισοδήματος. Όλ’ αυτά αντανακλούσαν την περιορισμένη φύση της μεταρρύθμισης του Ισπανικού κράτους : παρ’ όλες τις βελτιώσεις όπως η σημαντική αύξηση του ποσοστού των κρατικών εσόδων που προέρχονταν από φόρους εισοδήματος, το μοντέλο των σχέσεων εξουσίας εντός του κράτους άλλαξε ελάχιστα.

Πολιτικές απασχόλησης

Το 1982 η κυβέρνηση του PSOE κληρονόμησε ένα πολύ υψηλό ποσοστό ανεργίας της τάξης του 18%, που όμως αυξήθηκε ακόμη περισσότερο κατά την περίοδο 1982-1985, φθάνοντας το εντυπωσιακό 21,1% κατά το τέλος της πρώτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Η αύξηση αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας συνεχιζόμενης καταστροφής θέσεων απασχόλησης τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, αποτέλεσμα της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων επιχειρήσεων όπως προηγουμένως αναλύθηκε. Η οικονομία ήταν στάσιμη στην περίοδο αυτή. Μόνο μετά την είσοδο της Ισπανίας στην Ε.Κ. υπήρξε αντιστροφή στην τάση της καταστροφής των θέσεων εργασίας. Η επακόλουθη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, που διευκολύνθηκε από την οικονομική επέκταση του καπιταλιστικού κόσμου την εποχή εκείνη, αύξησε το ρυθμό δημιουργίας θέσεων εργασίας κατά 2% το χρόνο, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανάπτυξης ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Παρ’ όλ’ αυτά, ο υψηλός αυτός ρυθμός αύξησης θέσεων απασχόλησης δεν ανταποκρινόταν στην ακόμη πιο υψηλή ζήτηση εργασίας λόγω της μαζικής εισόδου νέων και γυναικών κατά την περίοδο αυτή στην αγορά εργασίας. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1980, η γυναικεία απασχόληση αυξήθηκε κατά 5% ενώ η ανδρική απασχόληση μειώθηκε κατά 1,1%. Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των θέσεων εργασίας των γυναικών έλαβε χώρα στον ιδιωτικό τομέα, σε αντίθεση με την εμπειρία των περισσότερων χωρών του ΟΟΣΑ και της Ευρώπης όπου η δημιουργία γυναικείων θέσεων εργασία έλαβε χώρα κυρίως στο δημόσιο τομέα και ιδιαίτερα στις κοινωνικές υπηρεσίες, κατάσταση που και σήμερα συνεχίζει να υφίσταται [35]. Στην Ισπανία, εν τούτοις, η κυβέρνηση δεν διέθετε πολιτική δημόσιας απασχόλησης μέσω της επέκτασης των τομέων των κοινωνικών υπηρεσιών, παράλειψη που ήταν ιδιαίτερα εκπληκτική δεδομένου του υψηλότερου ποσοστού ανεργίας ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ και της Ευρώπης και της υπανάπτυξης του κράτους πρόνοιας. Πολλά από τα καθήκοντα που εκτελεί το κράτος πρόνοιας σε άλλες χώρες της ΕΕ, στην Ισπανία, ανήκουν ακόμη στην ευθύνη των οικογενειών - δηλαδή, των γυναικών. Κοινοτικές και οικιακές κοινωνικές υπηρεσίες προς τους ηλικιωμένους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι πρακτικά ανύπαρκτες στην Ισπανία, αφήνοντας το φορτίο των λειτουργιών αυτών στους ώμους των γυναικών, θυγατέρων και μητέρων. Κατά συνέπεια, η εμφάνιση συνδεόμενων με το στρες ασθενειών ανάμεσα στις γυναίκες που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα των 35-55 ετών είναι συχνότερη απ’ όσο σε άλλες ηλικιακές ομάδες, ανδρικές ή γυναικείες [36].

Στην πλειοψηφία των χωρών του ΟΟΣΑ και της Ευρώπης, εν τούτοις, η αύξηση της απασχόλησης στους κοινωνικούς τομείς ήταν και συνεχίζει να είναι η κύρια πηγή της αύξησης των θέσεων εργασίας τα τελευταία 15 χρόνια. Αντί να επεκτείνει αυτόν τον τύπο της απασχόλησης (η αύξηση της δημόσιας απασχόλησης ανάμεσα στο 1982 και στο 1992 ήταν μόνο 1,2% το χρόνο), η Σοσιαλιστική κυβέρνηση στήριξε όλες τις πολιτικές της για την απασχόληση στη νεοφιλελεύθερη άποψη ότι το υψηλό κόστος εργασίας και η ακαμψία της εργασίας ήταν οι πρωταρχικές αιτίες για της αργής παραγωγής θέσεων εργασίας. Η θεωρία που υποστηριζόταν από τους οικονομικούς υπουργούς και τον υπουργό Εργασίας ήταν ότι η τιμή της εργασίας ήταν πολύ υψηλή, και ότι η αύξηση των μισθών θα πρέπει να είναι χαμηλότερη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Η θέση αυτή ήταν μια σταθερά των πολιτικών για την οικονομία που επέβαλαν οι Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις παρά το γεγονός ότι οι μειούμενοι μισθοί και η αυξανόμενη παραγωγικότητα (και τα δυο μεγέθη υψηλότερα από αυτά άλλων χωρών της Ε.Ε.) συνοδεύονταν από το μεγαλύτερο ρυθμό καταστροφής θέσεων εργασίας απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη [37]. Ο έτερος των στόχων των πολιτικών απασχόλησης των Σοσιαλιστικών κυβερνήσεων ήταν να αυξηθεί η ευελιξία της αγοράς εργασίας, που ήταν εξαιρετικά άκαμπτη κατά τη διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος και του πατερναλιστικού και κορπορατιστικού τύπου εργασιακών σχέσεων που είχε υιοθετήσει. Τα Σύμφωνα της Moncloa και οι επακόλουθες κυβερνητικές παρεμβάσεις άλλαξαν το μοντέλο εργασιακών σχέσεων, δημιουργώντας μιαν ιδιαίτερα ευέλικτη αγορά εργασίας με ένα από τα υψηλότερα επίπεδα επισφαλών θέσεων εργασίας στην Ε.Ε. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘80, το ποσοστό των επισφαλών εργασιών (συμβόλαια δίχως ασφάλιση εργασίας) βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο όλων των εποχών : 38%, το υψηλότερο της Ευρώπης. Συγκεκριμένα, οι περισσότερες από τις νέες θέσεις εργασίας κατά την περίοδο αυτή ήταν επισφαλείς, κατάσταση που συνεχίστηκε στη δεκαετία του ‘90. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τους νόμους για την ευελιξία της εργασίας που ψηφίστηκαν στη δεκαετία του ‘80, ο ρυθμός καταστροφής θέσεων εργασίας παρέμεινε ο ίδιος, αντιστράφηκε δε μόνο στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ‘80 όταν αυξήθηκε σημαντικά ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης. Παρ’ όλ’ αυτά, κατά τη διάρκεια της ύφεσης των ετών 1991-1993 το επίπεδο της ανεργίας αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας στο υψηλότερο ποσοστό όλων των εποχών: 23% [38]. Επιδεινώνοντας την κατάσταση, οι Σοσιαλιστικές κυβερνήσεις εφάρμοσαν ιδιαίτερα περιοριστικές πολιτικές που στόχευαν στη μείωση του ποσοστού του πληθωρισμού, ενός από τους πιο σημαντικούς στόχους του Υπουργείου των Οικονομικών, οι πολιτικές του οποίου από αυτήν την άποψη εξέφραζαν αυτές της Τράπεζας της Ισπανίας. Παρά τις ρητορικές χειρονομίες της κυβέρνησης, η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν έγινε ποτέ πρωταρχικός στόχος των κυβερνητικών πολιτικών εκτός (με έμμεσο και όχι ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο) από το να προκαλέσει κάποιο εν δυνάμει ενδιαφέρον για δημιουργία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Το μοντέλο της δημιουργίας και της καταστροφής θέσεων εργασίας ακολουθούσε τους οικονομικούς κύκλους, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση για τη μείωση της ανεργίας. Ήταν αυτή η ίδια η παθητικότητα του δημόσιου τομέα μπροστά στο σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας που χαρακτήρισε τις πολιτικές απασχόλησης και των τεσσάρων Ισπανικών Σοσιαλιστικών κυβερνήσεων.

Το PSOE και τα Συνδικάτα

Η νίκη του PSOE οδήγησε στη σύναψη ενός κοινωνικού συμφώνου μεταξύ των δυο κύριων εργοδοτικών ενώσεων - μεγάλων (CEOE) και μικρών (CEPYME) εργοδοτών - και της UGT και των CCOO, με εκκίνηση την Πρώτη Διασυνομοσπονδιακή Συμφωνία (AL) το 1983. Αυτή ακολουθήθηκε από μια τριμερή συμφωνία το 1984 που συμπεριλάμβανε την κυβέρνηση : η Κοινωνική και Οικονομική Συμφωνία (Acuerdo Economico y Social ή AES). Αυτός ο τρίχρονος διακανονισμός εμπεριείχε την αποδοχή τόσο των μισθολογικών οδηγιών που υπαγορεύθηκαν από τη Σοσιαλιστική κυβέρνηση όσο και περαιτέρω μέτρα ευελιξίας της εργασίας, καθώς και την υιοθέτηση ενός προγράμματος δημιουργίας θέσεων εργασίας χρηματοδοτούμενου από τους μισθοσυντήρητους τομείς του πληθυσμού. Οι εργοδότες συμφώνησαν να μειώσουν τις υπερωρίες που απαιτούσαν από τους υπαλλήλους τους και να αυξήσουν τις παράγουσες θέσεις εργασίας επενδύσεις τους, ενώ η κυβέρνηση αυτοδεσμεύθηκε να επεκτείνει την επιδότηση των ανέργων και να αυξήσει τις παράγουσες θέσεις εργασίας δημόσιες επενδύσεις. Από τα τρία μέρη της ΑΕS, τα συνδικάτα ήταν το μόνο μέρος που επίμονα και σταθερά συνεχώς τηρούσε τους όρους από τη δική του πλευρά, κρατώντας χαμηλούς τους μισθούς και συνεργαζόμενο για την επεξεργασία μέτρων εργασιακής ευελιξίας, αναλαμβάνοντας το κόστος της πράξης αυτής που ήταν η ουσιαστική μείωση της συνδικαλιστικής πυκνότητας κατά τη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων. Τόσο η κυβέρνηση όσο και οι εργοδότες, από την άλλη πλευρά, παρέλειψαν να τηρήσουν τις περισσότερες από τις υποσχέσεις τους. Αντιθέτως, και όπως αποδείχθηκε παραπάνω, οι δημόσιες και οι κοινωνικές δαπάνες μειώθηκαν κατά την περίοδο 1984-1986, ενώ συνεχίστηκε η καταστροφή θέσεων εργασίας τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Η παράλειψη αυτή της τήρησης των υποσχέσεων και η συνεχιζόμενη επιδείνωση των όρων εργασίας (παρά τις κάποιες βελτιώσεις μετά το 1986) είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της απογοήτευσης που εξερράγη με τη γενική απεργία του 1988. Οι εντάσεις μεταξύ των συνδικάτων και της κυβέρνησης δε μειώθηκαν και η βαθιά δυσπιστία των συνδικάτων για τη Σοσιαλιστική κυβέρνηση έχει τις ρίζες της στην ιστορία αυτή.

Με τις συμφωνίες αυτές, τα συνδικάτα συμφώνησαν ότι δέχονται ρυθμούς μισθολογικών αυξήσεων χαμηλότερους από τους ρυθμούς αύξησης του πληθωρισμού, οι εργοδότες συμφώνησαν να αυξήσουν τις παράγουσες θέσεις εργασίας επενδύσεις, και η κυβέρνηση συμφώνησε να αυξήσει τα κατώτατα όρια συντάξεων στο επίπεδο του κατώτερου μισθού και να αυξήσει το επίπεδο της κάλυψης των ανέργων (μόνο το 38% των ανέργων καλύπτονταν την εποχή εκείνη. Οι εργοδότες, εν τούτοις, δεν αύξησαν τις επενδύσεις τους. Η ουσιαστική βελτίωση των ποσοστών κερδών τους και του γενικού επιπέδου του κέρδους δεν μεταφράστηκε σε δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αλλά μάλλον σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Επιπλέον, η κυβέρνηση διευκόλυνε τις νομικές διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθήσουν οι εργοδότες για να απολύουν εργαζόμενους και επέτρεπε μια πολύ διευρυμένη ερμηνεία του νόμων που προέβλεπαν τη σύναψη των "σκατο-συμβολαίων". Η ανεργία έφτασε σε ένα ακόμη υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών 10 1985 : 22,2%. Για να επιδεινώσει την κατάσταση, η κυβέρνηση εισήγαγε στο Κοινοβούλιο (όπου είχε την πλειοψηφία) νομοθεσία αναθεώρησης του νόμου για τις συντάξεις, με την οποία αυξανόταν ο αριθμός των ετών των εργατικών εισφορών που απαιτούνταν για την απόλαυση των συντάξεων. Το σημείο αυτό ερμηνεύτηκε από τις CCOO ως εκκίνηση της μείωσης του κράτους πρόνοια από την κυβέρνηση, που οδήγησε το 1985 σε έκκληση για γενική απεργία - μια απεργία που είχε διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας ανάλογα με τις διαφορετικές περιοχές της Ισπανίας.

Η επικέντρωση στη μείωση της τιμής της εργασίας και στην αύξηση της εργασιακής ευελιξίας ως των δυο πυλώνων της πολιτικής για την απασχόληση έχασε ουσιαστικά την αξιοπιστία της για το εκλογικό σώμα του PSOE και τα συνδικάτα. Από την άποψη αυτή είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι ο Maravall και άλλοι Σοσιαλιστές ηγέτες επιμένουν να κατηγορούν τα εργατικά συνδικάτα για μη αλληλέγγυη και κορπορατίστικη συμπεριφορά, βάζοντας τα συμφέροντά τους πάνω από τα συμφέροντα του έθνους. Πράγματι, τόσο η UGT όσο και οι CCOO αποδέχθηκαν τον έλεγχο των μισθών και την εργασιακή ευελιξία καθ’ ολόκληρη τη διάρκεια της θητείας της πρώτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Η εργατική τους πειθαρχία, δεχόμενα την αύξηση των μισθών με μικρότερους ρυθμούς από την αύξηση της παραγωγικότητας, ήταν μέρος της συνεισφοράς τους στη δημοκρατική μετάβαση και στην επιτυχία των πρώτης αριστερής κυβέρνησης που εξελέγη μετά τη μετάβαση αυτή.

Η UGT δεν συμμετείχε στην απεργία, αλλά η σχέση μεταξύ της UGT και της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης άρχισε κι αυτή να χειροτερεύει. Ο Nicolas Redondo, Γενικός Γραμματέας της UGT, παραιτήθηκε από τη θέση του ως Σοσιαλιστής Μέλος του Κοινοβουλίου. Λίγο πριν την αποχώρησή του, η UGT έχασε τις εκλογές προς όφελος των CCOO, που το 1987 αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο συνδικάτο. Το 1986 βασικές αλλαγές ακολούθησαν την είσοδο της Ισπανίας στην Κοινή Αγορά. Ελκυόμενη από τους χαμηλούς μισθούς και έντονη εργασιακή ευελιξία, μια τεράστια ροή ξένων επενδύσεων ώθησε (μέσω του αυξανόμενου ανταγωνισμού) τους Ισπανούς εργοδότες να κάνουν επενδύσεις. Με αρχή το 1986, για πρώτη φορά από το 1977 υπήρξε μια πραγματική αύξηση μισθών και ημερομισθίων, αυξάνοντας το διαθέσιμο εργατικό εισόδημα & οι μισθοί αυξήθηκαν με υψηλότερο ρυθμό από αυτόν του πληθωρισμού. Η ανεργία επίσης μειώθηκε με τη δημιουργία 1.500.000 θέσεων εργασίας κατά την περίοδο 1985-1989, αυτή όμως οφειλόταν κυρίως στην αύξηση των θέσεων εποχιακής απασχόλησης. Η προσωρινή οικονομική άνθιση ενίσχυσε την εργασία, που σταθεροποιήθηκε ακόμη περισσότερο με την ενότητα στην πράξη των κύριων συνδικάτων, της UGT και των CCOO. Από κοινού μπόρεσαν να αντιταχθούν στην κυβέρνηση και στους εργοδότες, ιδιαίτερα διαδηλώνοντας την αντίθεσή τους στις σημαντικές περικοπές των δημοσίων και των κοινωνικών δαπανών, καταλήγοντας στη γενική απεργία της 14ης Δεκεμβρίου 1988, γενική απεργία που επέβαλε τη μεγάλη κοινωνική στροφή των πολιτικών της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης.

Δεν ήταν όμως αρκετή η στροφή για να αποκατασταθεί η ζημιά που είχε επέλθει από το συνολικό στρατηγικό προσανατολισμό του PSOE από την εκλογή του το 1982 και ύστερα. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Στατιστικής Εργασίας του Ισπανικού Υπουργείου Εργασίας, το διαθέσιμο εισόδημα του τομέα μισθωτών του εργατικού δυναμικού μειώθηκε κατά 1,5% κατά τη διάρκεια των τελευταίων 15 χρόνων [39]. Η ανεργία αυξήθηκε κατά 58% και η φτώχεια - αν και μειώθηκε λόγω της γενίκευσης της παροχής των συντάξεων και των υπηρεσιών υγείας - αφορά ακόμη το 20,7% του πληθυσμού [40].

Η Εκλογική Εξασθένιση του PSOE


Όπως έχουμε δει, παρά κι ενάντια στο πρόγραμμα με το οποίο εξελέγη, η πρώτη Σοσιαλιστική κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στον έλεγχο του πληθωρισμού και του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού της βιομηχανίας κατά την προετοιμασία της ένταξης στην Ε.Κ. Συνεχίστηκε έτσι η καταστροφή θέσεων εργασίας, και οι καπιταλιστές ήταν φανερά απρόθυμοι να κάνουν επενδύσεις. Ως τα έτη 1986 και 1987 δεν υπήρξε καμία σημαντική αύξηση σε παράγουσες θέσεις εργασίας επενδύσεις και ακόμη και τότε οι περισσότερες έγιναν μέσω των ξένων επενδύσεων. Οι δημόσιες δαπάνες, εν τούτοις, συνέχισαν να επεκτείνονται στους δύο εκείνους τομείς που είχαν σχέση με εκλογικούς σκοπούς : συντάξεις και ασφάλιση ενάντια στην ανεργία - αν και το ποσοστό των ανέργων που καλύπτονταν μειώθηκε λόγω της μεγάλης αύξησης της ανεργίας.

Στις εκλογές του 1986 για άλλη μια φορά το PSOE απέκτησε σαρωτική πλειοψηφία, αν και το ποσοστό του μειώθηκε από 48,4% το 1982, σε 44,4%. Αν και ακόμη είχε την πλειοψηφία της εργατικής ψήφου, δυο σημαντικοί δείκτες της εργατικής δυσαρέσκειας από τις πολιτικές της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης έκαναν την εμφάνισή τους : η σημαντική αύξηση της εκλογικής αποχής στις τάξεις των εργαζομένων και η μεγάλη μείωση των εργατικών ψήφων προς το PSOE. Το PCE, προς γενική έκπληξη, επωφελήθηκε ελάχιστα από τη διάλυση των αυταπατών των εργαζομένων. Η άλλη βασική αλλαγή στις εκλογές του 1986 ήταν η διστακτική ψήφος των μεσαίων τάξεων προς το PSOE, από το φόβο μιας νίκης της δεξιάς υπό τον Manuel Fraga, υποψήφιο πρωθυπουργό του Συντηρητικού Κόμματος που είχε διατελέσει υπουργός κατά τη διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος. Οι παλιές αναμνήσεις διατηρήθηκαν ζωντανές κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του PSOE κι έκαναν τη δουλειά. Η δυσφήμιση της Δεξιάς, θεωρούμενης ακόμα ως ισχυρού πολιτικού διαδόχου του φασιστικού καθεστώτος, ήταν το καλύτερο χαρτί για το PSOE που το έπαιξε σωστά στις εκλογές του 1986 & και ήταν η αδυναμία της Δεξιάς από κοινού με αυτήν των Κομμουνιστών που άνοιξε το δρόμο για τη δεξιόστροφη μεταβολή της κυβέρνησης του PSOE.

To PSOE νίκησε για άλλη μια φορά στις εκλογές του 1989, με σημαντικά χαμηλότερο όμως ποσοστό (38,7%). Θα φανεί ίσως παράδοξο ότι μόλις ένα χρόνο μετά από μια εξαιρετικά επιτυχή απεργία το εκλογικό σώμα ξανάστειλε στην εξουσία το PSOE. Η νίκη ήταν εν μέρει το αποτέλεσμα της κοινωνικής στροφής που επέβαλε η απεργία στην κυβέρνηση, δημιουργώντας την εντύπωση μιας νέας ευαισθησίας στα αιτήματα της εργατικής τάξης. Επίσης το διαθέσιμο εισόδημα αυξανόταν ύστερα από μια μακρά περίοδο μείωσης, ενώ ο δείκτης ανεργίας έπεφτε. Παρ’ όλ’ αυτά, η υποστήριξη της εργατικής τάξης προς το PSOE συνέχισε να μειώνεται. Επιπλέον, είχαν λάβει χώρα δυο νέες και αξιοσημείωτες εξελίξεις. Τα στρώματα της μεσαίας τάξης καθησυχάστηκαν με τις αλλαγές στο κόμμα της δεξιάς, το Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ), όταν ο Fraga αντικαταστάθηκε από τον Jose Maria Aznar. O Aznar, αν και ήταν ένας μη χαρισματικός φοροεισπράκτορας, παρ’ όλ’ αυτά ήταν ένα νέο πρόσωπο χωρίς σχέσεις με το προηγούμενο φασιστικό καθεστώς [41]. To ΡΡ αύξησε σημαντικά τις ψήφους του φτάνοντας το 32% το 1989, και το PCE (ανασυγκροτημένο πλέον στο πλαίσιο μιας συμμαχίας με αριστερές δυνάμεις και ομάδες δυσαρεστημένων στην Izquierda Unida, ή ΙU - την Ενωμένη Αριστερά) άρχισε επιτέλους να επωφελείται από τη δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης με τη Σοσιαλιστική κυβέρνηση, κερδίζοντας το 9% των ψήφων. Όμως καθώς συνεχιζόταν η απογοήτευση, υπήρχε μια γενική προ-εκλογική άποψη ότι στις εκλογές του 1993 το PSOE θα έχανε. Η άποψη αυτή κέρδισε κι άλλο έδαφος με την πολύ κακή εμφάνιση του Gonzalez σε μια δημόσια συζήτηση με τον Aznar. Για πρώτη φορά από το 1982 φαινόταν πως θα κέρδιζε η μετα-Φρανκική δεξιά - αντιπροσωπευόμενη από το ΡΡ. Πανικός απλώθηκε στην Αριστερά, κι ακούστηκε η μαχητική κραυγή "no pasaran" ("δεν θα περάσουν!"), η αντιστασιακή έκκληση των Δημοκρατικών δυνάμεων στην πολιορκούμενη, κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, Μαδρίτη. Στις εκλογές όμως προς έκπληξιν όλων το PSOE ξανακέρδισε, κυρίως επειδή - όπως έδειξαν οι δημοσκοπήσεις που διενεργήθηκαν έξω από τα εκλογικά τμήματα - πολλοί αριστεροί πολίτες που σκόπευαν να μην ψηφίσουν ή να ψηφίσουν την IU, άλλαξαν γνώμη την τελευταία στιγμή και ψήφισαν το PSOE. Πήρε το 38,7% των ψήφων και το ΡΡ το 35%. Η ΙU ήταν ο χαμένος της υπόθεσης από τις αλλαγές πρόθεσης ψήφου της τελευταίας στιγμής : στην πράξη έλαβε το ίδιο ποσοστό (9,6%) με το 1989. Όμως το μήνυμα ήταν σαφές : ο αριστερός ψηφοφόρος δεν ήθελε το ΡΡ στην κυβέρνηση αλλά αριστερή στροφή της Σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αυτή ήταν η επιθυμία της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που απείχαν.

Αντί να συμμαχήσει όμως η κυβέρνηση του PSOE με την IU, συμμάχησε με το κεντρο-δεξιό εθνικιστικό Καταλανικό κόμμα, πιέζοντας για νέα μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας που θα αύξαινε περισσότερο την ευελιξία της. Η πρόταση αυτή αποκρούστηκε από τα συνδικάτα, που απηύθυναν έκκληση για μια ακόμη γενική απεργία που είχε σημαντική επιτυχία στους κλάδους της βιομηχανίας και των κατασκευών. Στις Ευρωεκλογές του 1994, το ΡSΟΕ έχασε 3,5 εκατ. Ψήφους, φθάνοντας στο χαμηλότερο ποσοστό του από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Η εργατική τάξη απείχε μαζικά, αν και το ποσοστό της IU αυξήθηκε σε 13% και για πρώτη φορά ένας σημαντικός αριθμός (πάνω από 14%) εργατών ψήφισε το ΡΡ, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Οι μόνοι τομείς που παρέμειναν πιστοί στο ΡSOE ήταν οι συνταξιούχοι (25% από αυτούς ψήφισαν το PSOE) και οι μικροί αγρότες (πάνω από τους μισούς), οι κύριοι ωφελημένοι από την επέκταση του συνταξιοδοτικού συστήματος και της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας.

Πίνακας 2 : Εκλογική Συμπεριφορά με βάση το Επάγγελμα και το Μέγεθος της Πόλης στις Εκλογές του 1996

Εκλογική Συμπεριφορά με βάση το Επάγγελμα στις Εκλογές του 1996
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΚΟΜΜΑ
PSOE IU PP
Εργοδότες
20%
6%
63%
Αγρότες
32%
2%
52%
Ελεύθερα Επαγγελματίες
30%
7%
51%
Βιομηχανικοί Εργάτες
40%
15%
26%
Διοικητικό Προσωπικό
38%
14%
32%
Δημόσιοι Υπάλληλοι
26%
12%
51%
Ανειδίκευτοι Εργάτες
48%
12%
32%
Άνεργοι
38%
18%
32%
Συνταξιούχοι
48%
4%
38%
Νοικοκυρές
49%
6%
39%
Φοιτητές
32%
20%
34%

Eκλογική Συμπεριφορά με βάση το Μέγεθος της Πόλης στις εκλογές του 1996
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ PSOE IU PP
Μικρότερος από 10.000
42%
8%
35%
50.000-100.000
38%
12%
38%
Μεγαλύτερος από 500.000
32%
13%
45%

(Πηγή : El Pais, 6 Απριλίου 1996, σελ. 14.)

Στις εκλογές της 3ης Μαρτίου 1996, το ΡΡ κέρδισε επιτέλους με το 38,78% των ψήφων ενώ το PSOE πήρε το 37,62%. Το ΡΡ έλαβε 9.700.863 ψήφους έναντι 9.419.530 ψήφων του PSOE, διαφορά μόλις 281.333 ψήφων & το συνολικό αριστερό εκλογικό σώμα όμως αριθμούσε ως πλειοψηφία του συνολικού εκλογικού σώματος ένα εκατομμύριο (51,2%) ψήφους παραπάνω από αυτό της δεξιάς, υπολογίζοντας τις ψήφους των αριστερών κομμάτων των περιφερειών. Το PSOE και η IU πήραν συνολικά 48,1% των ψήφων, σχεδόν το ίδιο με το σύνολο των ψήφων τους του 1993 (48,4%). Έλαβε χώρα μεταφορά ψήφων από το PSOE προς την IU, και στο βαθμό που το εκλογικό σύστημα ευνοεί τα μεγάλα κόμματα σε σχέση με τα μικρά[42], ο αριθμός των εκλεγμένων αριστερών αντιπροσώπων ήταν αρκετά μικρότερος το 1996 από αυτόν του 1993, μειωμένος από 177 σε 162. Έτσι εξηγείται γιατί το ΡΡ ευνόησε την ΙU έναντι του PSOE κατά την προεκλογική περίοδο. Ο έντονος σεχταρισμός της Αριστεράς την οδήγησε στην ήττα. Αν οι ψηφοφόροι της IU είχαν υποστηρίξει τους υποψηφίους του PSOE στις εκλογικές περιφέρειες εκείνες όπου δεν είχαν ελπίδα εκλογής οι υποψήφιοι της IU και αντίστροφα, το PSOE θα κέρδιζε εύκολα [43]. Παρ’ όλ’ αυτά, για τον Julio Anguita, πρόεδρο της IU και Γενικό Γραμματέα του PCE, της μεγαλύτερης πολιτικής δύναμης μέσα στην ΙU, ο κύριος "εχθρός" (όρος που χρησιμοποιούσε συχνά) ήταν το PSOE και όχι το ΡΡ. Ο πίνακας 2 δείχνει την κατά επαγγέλματα και περιοχές υποστήριξη προς την IU, το PSOE και το ΡΡ. Oι κύριοι υποστηρικτές του PSOE συνέχιζαν να είναι οι συνταξιούχοι, οι ανειδίκευτοι εργάτες, οι βιομηχανικοί εργάτες και οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών. Το PSOE έχασε σε όλες τις αυτόνομες περιφέρειες εκτός από την Ανδαλουσία και την Καταλονία.

Το ΡΡ διεξήγαγε μια προεκλογική εκστρατεία αυτοεμφανιζόμενο ως κόμμα του "κέντρου", αποκηρύσσοντας μερικές από τις πιο ακραίες θέσεις του στις εκλογές του 1993 όπως η ιδιωτικοποίηση της Κοινωνικής Ασφάλισης και της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας. Το ΡΡ εμφανίσθηκε ως το κόμμα της Γιακωβίνικης Ισπανίας με αντι-Καταλανικές και Αντι-Βασκικές θέσεις, απευθύνοντας έκκληση για την υποστήριξη την Ισπανόφωνη εργατική τάξη των μεταναστών στην Καταλονία και στη Χώρα των Βάσκων. Εν τούτοις, το κύριο πλεονέκτημα του ΡΡ ήταν η αντιδημοτικότητα της κυβέρνησης του PSOE. Την ημέρα των εκλογών, το 35% των υποστηρικτών του ΡΡ δήλωσαν ότι ψήφισαν ΡΡ για να ρίξουν την κυβέρνηση του PSOE. Μια σημαντική ομάδα που εγκατέλειψε το PSOE κατά κύματα ήταν οι νέοι. Στις εκλογές του 1982 οι νέοι (18-27) αντιπροσώπευαν το 25% των ψήφων του PSOE & το 1996 αντιπροσώπευαν μόνο το 16%. Για πρώτη φορά από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην Ισπανία, περισσότεροι νέοι άνθρωποι ψήφισαν υπέρ του ΡΡ αντί του PSOE [44].

Η IU δεν επωφελήθηκε πολύ από την αντιδημοτικότητα του PSOE. Το μερίδιό του από το σύνολο των ψήφων αυξήθηκε ελαφρώς από το 9% στο 11%. Η έκβαση αυτή ήταν κυρίως αποτέλεσμα της θέσης που πήρε η ηγεσία του PCE, η κύρια δύναμη της IU της οποίας η αντι-PSOE στρατηγική (η κατηγορία ενάντια στην ηγεσία του PSOE ότι είναι ο κύριος εχθρός της προόδου στην Ισπανία) ευνόησε έμμεσα το ΡΡ. Η θέση αυτή απομάκρυνε σημαντικά τμήματα της βάσης του PSOE τα οποία, παρά τη διαφωνία τους με τις οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης του PSOE, δεν αποδέχονταν τη θέση του Anguita ότι η σοσιαλ-δημοκρατική κυβέρνηση θα ήταν χειρότερη από μια κυβέρνηση του ΡΡ. Η συστηματική αντι-PSOE πολιτική της ΙU ευθυνόταν για την εκλογή ενός ακροδεξιού μέλους του ΡΡ (μέλος της φασιστικής ομάδας Πολεμιστές του Χριστού) ως κυβερνήτη της Αστούρια, της Ισπανικής περιφέρειας με τα ανθρακωρυχεία και το κύριο προπύργιο της Αριστεράς στη χώρα. Τόσο ο αντικομμουνισμός του Felipe Gonzalaz όσο και ο αντισοσιαλισμός του Anguita προκάλεσαν αισθήματα αηδίας σε πολλούς ψηφοφόρους αμφοτέρων των κομμάτων. Την ημέρα των εκλογών ο αριθμός των ψήφων διαμαρτυρίας (λευκά ψηφοδέλτια) ενάντια στο σεχταρισμό αμφοτέρων των κομμάτων της Αριστεράς ήταν μεγαλύτερος (367.198 λευκά ψηφοδέλτια) από τη διαφορά με την οποία το ΡΡ νίκησε το PSOE (281.333 ψήφοι). Κατά τη διάρκεια των εκλογών του 1996, ο Anguita δήλωσε ότι ο πρωταρχικός στόχος του PCE ήταν να νικήσει την κυβέρνηση του PSOE καθιστώντας δυσδιάκριτη τη διαφορά του από το ΡΡ [45].

Η εκλογή της κυβέρνησης του ΡΡ με τη στήριξη των κεντρο-δεξιών εθνικιστικών κομμάτων της Καταλονίας και της Χώρας των Βάσκων τόνισε ακόμη περισσότερο τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές που ξεκίνησε η προηγούμενη Σοσιαλιστική κυβέρνηση, προσθέτοντας νέες κρατικές πολιτικές που στόχευαν στη μείωση, ακόμη και στη διάλυση, του μάλλον υπανάπτυκτου Ισπανικού κράτους πρόνοιας. Η Τράπεζα Santander, η δεύτερη σε μέγεθος τράπεζα της Ισπανίας, και ο κύριος χρηματοδότης του ΡΡ, απηύθυνε έκκληση για την πλήρη ιδιωτικοποίηση του Ισπανικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, όπως έγινε στη Χιλή κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Πινοσέτ [46].

Eπιπλέον, η νίκη του ΡΡ έχει ενισχύσει τη δεξιά, συμπεριλαμβανομένων των φασιστών, σε σημαντικό βαθμό. Ανοιχτές εκφράσεις φασιστικού πάθους και δηλώσεις υποστήριξης του φασισμού έχουν γίνει ανεκτές από το ΡΡ. Λίγο πριν από τις εκλογές της 3ης Μαρτίου 1996, για παράδειγμα, ένας δημοτικός σύμβουλος από το Albacete της Ανδαλουσίας εναντιώθηκε στον εορτασμό των 60 χρόνων από την άφιξη των Διεθνών Ταξιαρχιών αποκαλώντας τα μέλη τους εγκληματίες, φονιάδες, χασάπηδες και κατακάθια της γης, χωρίς να λογοκριθεί από την ηγεσία του ΡΡ [47]. Το ελεγχόμενο από το ΡΡ δημοτικό συμβούλιο της Μalaga αποφάσισε την απόρριψη λαϊκής πρότασης για τη μετονομασία ενός δρόμου της πόλης για χάρη ενός από τους πιο φημισμένους "γιους" της, του Πάμπλο Πικάσσο, επειδή ήταν "κόκκινος". Και ο κ. Medina, Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Σεβίλλης τιμηθείς με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, μίλησε πρόσφατα με υπέρμετρο ζήλο υπέρ του Φράνκο, του Χίτλερ, του Μουσσολίνι και του Πινοσέτ αναφερόμενος στο φασισμό ως το υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης της κοινωνίας [48]. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η εθνική ηγεσία του ΡΡ παρέμενε σιωπηλή. Ενώ το ΡΡ ήθελε να εμφανισθεί ως ένα μετριοπαθές κεντρώο κόμμα, οι δυνάμεις της ακροδεξιάς και των Φρανκιστών δούλεψαν προεκλογικά υπέρ του κόμματος και ο προεδρικός του υποψήφιος καλοδέχτηκε την υποστήριξή τους. Απέφυγε να κρατήσει αποστάσεις από την εποχή του Φράνκο και απέρριψε τις αντι-Φρανκικές διακηρύξεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος ως υπερβολικές και αθεμελίωτες. Όταν ρωτήθηκε σε μια συνέντευξη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1996 εάν το 1936 θα είχε υποστηρίξει τον Azaña επικεφαλής της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης των Δημοκρατικών) ή το Jose Antonio Primo de Rivera (ιδρυτής του φασιστικού κόμματος), ο Aznar απάντησε ότι ευτυχώς που δε ζούσε τότε και δεν χρειάστηκε να επιλέξει. Όταν ο συνεντευκτής επέμεινε και ρώτησε αν ο Φράνκο υπήρξε θετική ή αρνητική δύναμη στην Ισπανική ιστορία, ο Aznar απάντησε ότι δεν μπορεί να κρίνει αυτός το Φράνκο αλλά η ιστορία. Η δική του έντονα συντηρητική φιλο-Καθολική αντίληψη υπήρξε το σήμα κατατεθέν της εκστρατείας του & απηύθυνε έκκληση προς τους «άνδρες που γνωρίζουν την έννοια της ευθύνης και τις γυναίκες που γνωρίζουν τη θέση τους ως γυναίκες στην κοινωνία» [49]. Στο οικονομικό επίπεδο, τα κύρια χρηματοπιστωτικά κέντρα, που ασκούν ιδιαίτερη επίδραση στην ηγεσία του ΡΡ, υποστήριξαν τη διάλυση του Ισπανικού κράτους πρόνοιας [50]. Και η οικονομική ομάδα της κυβέρνησης μοιάζει με ένα Who is Who του κόσμου των Ισπανών μεγαλοεργοδοτών [51]. Το ΡΡ διόρισε Υπουργό Εσωτερικών, την ακροδεξιά Margarita Mariscal, ανεξάρτητη δικηγόρο και κόρη ενός πασίγνωστου δεξιού δικαστή που υπεράσπισε τις φασιστικές ομάδες της Ισπανικής εθνοφρουράς η οποία σχεδίασε το (αποτυχημένο) πραξικόπημα της 23ης Φεβρουαρίου 1982. Τρία ακόμη μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου ανήκουν στην ακροδεξιά θρησκευτική οργάνωση Opus Dei, συμπεριλαμβανομένου του υφυπουργού του νεοιδρυμένου Υφυπουργείου Θρησκευτικών Υποθέσεων [52].

Το γεγονός ότι το ΡΡ προσέλκυσε την υποστήριξη του φασιστικού κινήματος της Ισπανίας, που υπολογίζεται ότι εκπροσωπεί το 1/3 των ψήφων του ΡΡ, εξηγεί γιατί η Ισπανία είναι η μόνη χώρα της Νότιας Ευρώπης που δεν διαθέτει ανοιχτά φασιστικό κόμμα. Έτσι ερμηνεύεται επίσης η μη τήρηση αποστάσεων του ΡΡ από το Φρανκικό φασιστικό καθεστώς. Η οικονομική ομάδα το ΡΡ, όμως, ανήκει στη φιλελεύθερη πτέρυγα του κόμματος και έχει στρατευθεί υπέρ του σκοπού της περαιτέρω αύξησης της ευελιξίας της αγοράς εργασίας και της μείωσης της κοινωνικής προστασίας της εργατικής τάξης, χωρίς όμως να φτάνει στα άκρα όπως προτείνουν μεγάλα κομμάτια του συνδέσμου των εργοδοτών που απηύθυναν έκκληση για διάλυση του κράτους πρόνοιας. Το Χριστιανικό Δημοκρατικό Κόμμα Καταλονίας (CIU) υποστηρίζει τον περιορισμό αυτό γιατί φοβάται ότι τέτοια μέτρα θα απειλήσουν την κοινωνική γαλήνη στην Ισπανία.

Ως τώρα, το ΡΡ έχει μειώσει τη φορολογία των μερισμάτων και του πλουσιότερου 20% του Ισπανικού πληθυσμού & έχει ιδιωτικοποιήσει τις βασικές δημόσιες επιχειρήσεις & έχει απορυθμίσει τις αστικές ζώνες (κυβερνητική ευθύνη στην Ισπανία) ευνοώντας ιδιαίτερα τα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων & έχει μειώσει τις κοινωνικές δαπάνες (εκτός από τις συντάξεις) & κι έχει φιλελευθεροποιήσει ακόμη περισσότερο τις αγορές κεφαλαίου και εργασίας. Για το τελευταίο αυτό μέτρο η κυβέρνηση του ΡΡ διαθέτει την υποστήριξη όλων των προηγουμένων Υπουργών Εθνικής Οικονομίας των διαδοχικών Σοσιαλιστικών κυβερνήσεων [53]. Υπάρχει, συνεπώς, μια ξεκάθαρη συνέχεια στις οικονομικές πολιτικές των κυβερνήσεων του ΡΡ και του PSOE, αν και είναι πιθανόν το ΡΡ να προχωρήσει σε άρση περισσότερων περιορισμών. Οι σπόροι όμως των πολιτικών αυτών φυτεύτηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας των κυβερνήσεων του PSOE.

Ερμηνεία της Πτώσης της Ισπανικής Σοσιαλδημοκρατίας

Η εμπειρία της Ισπανικής Σοσιαλιστικής κυβέρνησης μας καθιστά ικανούς να ελέγξουμε τις κύριες ερμηνείες της παρακμής της Ευρωπαϊκής σοσιαλ-δημοκρατίας. Oι Przeworski και Sprague [54] αποδίδουν την πτώση της σοσιαλ-δημοκρατίας στην παρακμή των βασικών της κοινωνικών συνιστωσών, της εργατικής τάξης και των συνδικάτων και της συνακόλουθης προσπάθειάς της να προσεγγίσει τη μεσαία τάξη για να διατηρήσει την εκλογική της βάση. Εν τούτοις, αυτή η προσέγγιση προς τη μεσαία τάξη αποξενώνει την, συρρικνούμενη αλλά ακόμη ουσιαστική, εργατική βάση και θέτει τα Σοσιαλιστικά αυτά κόμματα μπροστά σε μια απίθανη κατάσταση. Σύμφωνα με τη θέση αυτή, η πτώση της Ισπανικής Σοσιαλιστικής κυβέρνησης θα ήταν το αποτέλεσμα της παρακμής της Ισπανικής εργατικής τάξης και της συμμαχίας του κόμματος με το εκλογικό σώμα των μεσαίων τάξεων.

Πίνακας 3 : Εξέλιξη της Πρόθεσης Ψήφου Διαφόρων Τάξεων στην Ισπανία, 1986 και 1992
ΤΑΞΕΙΣ ΚΟΜΜΑ ΕΤΟΣ
1986 1993
Παλιές μεσαίες τάξεις*
PP
20,8
17,5

PSOE
20,2
19,9

IU
1,7
3,6
Νέα Μεσαία Τάξη**
PP
14,4
16,0

PSOE
42,1
26,3

IU
3,3
7,8
Εργατική Τάξη
PP
5,1
11,5

PSOE
45,1
36,1

IU
2,9
5,8
Μικροί αγρότες και εργάτες γης
PP
16,0
12,0

PSOE
33,0
56,0

IU
0,0
0,0
Μη ενεργοί στο εργατικό δυναμικό (κυρίως συνταξιούχοι)
PP
13,1
16,0

PSOE
25,0
25,2

IU
0,8
1,9
(Πηγή : J.F. Tezanos, Tabla 9, "Socialismo y Clases Medias", Sistema, Nov. 1994, σελ. 29.)


* Ιδιοκτήτες μικρών βιομηχανικών, αγροτικών επιχειρήσεων και εταιρειών του τομέα των υπηρεσιών, ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι.
** Διοικητικοί υπάλληλοι, εμποροϋπάλληλοι και μισθωτοί επαγγελματίες.

Η εξήγηση των Przeworski και Sprague είναι λαθεμένη από πολλές και διαφορετικές πλευρές. Πρώτ’ απ’ όλα, ο ορισμός τους για την εργατική τάξη ως «μισθωτών που χρησιμοποιούν χειρωνακτική εργασία στον εξορυκτικό, στο βιομηχανικό, στον κατασκευαστικό τομέα και στους των μεταφορών και της γεωργίας, και των μη ενεργών μελών των οικογενειών τους» [55] είναι εξαιρετικά στενός. Αποκλείει τους εργάτες των υπηρεσιών, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, κομμάτι-κλειδί της εργατικής τάξης. Εν τούτοις, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο του στενού ορισμού της εργατικής τάξης, η πολύ αργή μείωση των τομέων αυτών στην Ισπανία ήταν μικρότερη από την πτώση της υποστήριξης των εργατών στο PSOE. Στην πράξη, η εργατική τάξη της Ισπανίας, σύμφωνα τόσο με δομικούς όσο και με υποκειμενικούς ορισμούς, επεκτεινόταν αντί να μειώνεται. Ανάμεσα στο 1975 και στο 1992, το ποσοστό του εργαζόμενου πληθυσμού που αυτοπροσδιοριζόταν ως εργατική τάξη αυξήθηκε από 39,8% σε 50%, ενώ το ποσοστό αυτών που αυτοπροσδιορίζονταν ως μεσαία τάξη μειώθηκε από 60% σε 45% [56]. Επιπλέον, ενώ το ποσοστό του εργαζόμενου πληθυσμού που ήταν συνδικαλισμένο έπεφτε κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού της δεκαετίας του ‘80 (και συνέπιπτε με τη συμφωνία των συνδικάτων με τη Σοσιαλιστική κυβέρνηση), το ποσοστό αυτό αυξήθηκε αργότερα όταν τα συνδικάτα πήραν μια πιο μαχητική στάση. Το πιο μαχητικό από αυτά, οι CCOO, απέκτησαν πολλά νέα μέλη και έγινε το κυρίαρχο συνδικάτο της Ισπανίας. Ήταν ακριβώς στα χρόνια αυτά που αναπτύχθηκαν τα συνδικάτα, όταν η υποστήριξη της εργατικής τάξης προς το PSOE μειώθηκε.

Επιπλέον, η περίοδος της μέγιστης εργατικής υποστήριξης προς το PSOE συνέπεσε με την περίοδο της μέγιστης υποστήριξης της μεσαίας τάξης προς το PSOE (Πίνακας 3). Για την πλειοψηφία της εργατικής τάξης(διοικητικό προσωπικό, μισθωτοί επαγγελματίες, εμποροϋπάλληλοι) η μείωση της υποστήριξης προς το PSOE είναι παράλληλη με τη μείωση της υποστήριξης της εργατικής τάξης προς το PSOE, αν και η μείωση της υποστήριξης της μεσαίας τάξης ήταν κάπως βραδύτερη. Δεν υπήρξε, συνεπώς, αντιστάθμιση των εργατών με μέλη της μεσαίας τάξης.

Καμία από τις θέσεις των Przeworski και Sprague δεν αποδεικνύεται ορθή, στην περίπτωση της Ισπανίας. Όπως αποδεικνύεται στο άρθρο αυτό, η πτώση της Ισπανικής Σοσιαλ-δημοκρατικής κυβέρνησης είναι κυρίως πολιτικό και όχι δομικό πρόβλημα. Οφείλεται στην εφαρμογή κρατικών πολιτικών, όπως καταδείχτηκαν παραπάνω, που συγκρούσθηκαν με μεγάλα κομμάτια της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Το κράτος πρόνοιας και οι παράλληλες πολιτικές του για πλήρη απασχόληση, παραδείγματος χάριν, μπορεί να ωφελήσει και τις δυο τάξεις όταν βασίζεται σε οικουμενικές πολιτικές με τις οποίες οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και υπηρεσίες παρέχονται ως δικαιώματα των πολιτών, και όταν η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων αυτών είναι προοδευτική και όχι αντιστρόφως αναδρομική - παλινδρομική, και το επίπεδο των ωφελειών ικανοποιεί τα κριτήρια της μεσαίας τάξης [57]. Όμως η κυβέρνηση του PSOE με τις πολιτικές της ήρθε αντιμέτωπη τόσο με την εργατική όσο και με τη μεσαία τάξη. Αν και η κυβέρνηση δεν άξιζε το παρατσούκλι "Θατσεροσοσιαλιστική“, εφάρμοσε πολιτικές που πλησίαζαν περισσότερο στα συμφέροντα του κεφαλαίου παρά της εργατικής και της μεσαίας τάξης. Αρκετά τη γλύτωσε όσο η εργατική και η μεσαία τάξη απεχθάνονταν τη δεξιά εναλλακτική λύση. Δεν μπορούσε όμως να αποφύγει την πολιτική και εκλογική παρακμή που αναπόφευκτα συνοδεύει ένα σοσιαλ-δημοκρατικό κόμμα που ενστερνίζεται τα κύρια οικονομικά δόγματα του νεο-φιλελευθερισμού.
[1] Έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε ότι ενώ τα νοτιοευρωπαϊκά σοσιαλ-δημοκρατικά κόμματα (Ισπανίας, Γαλλίας, Ελλάδας και Πορτογαλίας) κέρδιζαν τις κυβερνητικές εκλογές, το γενικότερο επίπεδο της εκλογικής υποστήριξης (32,9%) που απολάμβαναν ήταν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερο από την εκλογική υποστήριξη που απολάμβαναν τα βορειοευρωπαϊκά σοσιαλ-δημοκρατικά κόμματα (Σουηδίας, Νορβηγίας, Δανίας και Αυστρίας), και μόνο ελαφρώς υψηλότερο από αυτό (28,6%) των κεντροευρωπαϊκών σοσιαλ-δημοκρατικών κομμάτων (Δυτικής Γερμανίας, Βελγίου, Ολλανδίας και Ελβετίας) - Βλ. W.Merkel, «Evolución Electoral de los Partidos Social Democratas», Final de la Social Democracía ? (Edicions Alfons el Magnamin, 1995), Tabla 3, σελ.62.
[2] «Declaraciones de Solchaga», El Pais, 15 January 1989.
[3] L.Paramio, «El Socialism y Los Sindicatos Hacia el Divorcio ?», Sistema, No.82, 1988.
[4] «Declaraciones del Vicepresidente Serra», El Pais, 28 October 1988, σελ.12.
[5] Βλ. L.C.Bresser, J.M. Maravall and A. Przeworski, Economic Reforms in New Democracies : A Social Democratic Approach (Cambridge University Press, 1993).
[6] J.M. Maravall, «Politics and Policy : Economic Reforms in Southern Europe» στο L.C. Bresser, et al, o.ε.π.Βλ. επίσης Los Resultados de la Democracia : Un Estudio del Sur y del Este de Europa (Allianza Editorial, 1995).
[7] W.Merkel, ο.ε.π., σελ. 227.
[8] A. Przeworski and J. Sprague, Paper Stones : A History of Electoral Socialism (University of Chicago Press, 1986).
[9] Υπάρχει μια εκτενής βιβλιογραφία για την Ισπανική μετάβαση. Οι πιο γνωστές αφηγήσεις είναι των : P. Preston, The Triumph of Democracy in Spain (Methuen, 1987), και J.M. Maravall, The Transition to Democracy in Spain (Crook Helm, 1982). Bλ. επίσης και κεφάλαιο 21, «The End of Authoritarian Regimes in Western Europe» στο D. Sassoon, One Hundred Years of Socialism (Ι.B. Taurus, 1996). Eν τούτοις, η εξήγηση του Sassoon στηρίζεται πάρα πολύ στις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις προσωπικότητες που εμπλέκονταν στη μετάβαση, χωρίς να αναλύει το βασικό ρόλο που έπαιξαν οι λαϊκές κινητοποιήσεις.
[10] Το PSOE έλαβε ουσιώδη οικονομική βοήθεια από τη Σοσιαλιστική Διεθνή και από το Γερμανικό SPD που το βοήθησε να εγκαταστήσει ένα εντυπωσιακό δίκτυο τοπικών γραφείων σε όλη τη χώρα. Βλ. το κεφάλαιο για την Ισπανία στο P. Anderson and P. Camiller, Mapping the West European Left (Verso, 1994).
[11] J. Albarracin, «La Politica de los Sindicatos y la Dinamica del Movimento Obrero» στο M. Etxezaretta, La Restructuración del Capitalismo en España 1970-1990 (Icaria, 1991), σελ. 467.
[12] Εξαιτίας των δυσκολιών στη διαδικασία απολύσεων εργατών κατά τη διάρκεια των χρόνων αυτών, η σημαντική αύξηση της ανεργίας στην περίοδο αυτή ήταν αποτέλεσμα νέων εγγραφών στους καταλόγους των εισερχομένων στην αγορά εργασίας (300.000 νέοι που αναζητούσαν εργασία) : γυναίκες, ιδιαίτερα, που το ποσοστό συμμετοχής τους στο εργατικό δυναμικό ήταν ιστορικά πολύ χαμηλό & νέοι και νέες οι αριθμοί των οποίων αυξήθηκαν ουσιαστικά εξαιτίας της έκρηξης των γεννήσεων στη δεκαετία του ‘60 & και Ισπανοί μετανάστες που επέστρεψαν στην Ισπανία καθώς η Ευρώπη βίωνε την πρώτη μετα-πολεμική ύφεση μετά το 1973.
Σ.τ.μ. 1. Ο Navarro γράφει επί λέξει : «shit contracts». Η Ισπανική φράση είναι «contratos basura» που σημαίνει «σκουπιδο-συμβόλαια» με βάση το μικρό Ισπανικό-Αγγλικό Λεξικό του εκδοτικού οίκου HarperCollins, Γλασκόβη, 1990, σελ.40.
[13] F. Miguelez and C. Prieto (eds.), Las Relaciones Laborales en España Siglo XXI, 1991, σελ. 82.
[14] Ο ριζοσπαστικός λόγος του PSOE και η συνακόλουθη συντριπτική εκλογική νίκη στην αρχή φόβισε τη μοναρχία και το Ισπανικό κατεστημένο. Ο Βασιλιάς είχε ήδη εκφράσει την ανησυχία του για την αυξανόμενη δημοτικότητα του PSOE κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της UCD, αποστέλλοντας μια επιστολή την 22α Ιουνίου 1977 προς το Σάχη του Ιράν ζητώντας ένα δώρο 10 εκατομμυρίων δολαρίων για την UCD ούτως ώστε να ενισχυθεί το κόμμα του Σουάρεθ, «του εγγυητή της μοναρχίας και της σταθερότητας της Ισπανίας και της μόνης δύναμης αναχαίτισης του σοσιαλισμού». Βλ. A. Missé, «La financiancion de los partidos», Memorias de la Transicion, No. 23, El Pais, 1966, σελ. 413. Ο Σάχης του Ιράν αποκρίθηκε ότι προτιμούσε να απαντήσει στο Βασιλιά της Ισπανίας προφορικά καλύτερα και όχι γραπτά.
[15] Το 1982, ο ενεργός πληθυσμός περιλάμβανε 13.237.000 ενήλικες από τους οποίους οι 2.120.000 ήταν άνεργοι.
[16] Έχει σημασία να τονίσουμε ότι το κράτος του Φράνκο ήταν όντως φασιστικό κράτος, παρά τον κυρίαρχο Ισπανικό πολιτικό λόγο (που υιοθετούν τα κύρια πολιτικά κόμματα) που αναφέρεται στο φασιστικό αυτό κράτος ως κράτος του Φράνκο και στο φασιστικό καθεστώς ως καθεστώς του Φράνκο. Πρόκειται για πολιτικό σχέδιο το οποίο επανερμηνεύει το καθεστώς αυτό ως προσωπική δικτατορία του Στρατηγού Φράνκο, που αρνείται ή τουλάχιστον υποβαθμίζει την ταξική του φύση. Στην πραγματικότητα, το Ισπανικό κράτος κατά την περίοδο αυτή ήταν μια δικτατορία που στήριζε την άκρως καταπιεστική ταξική κυριαρχία σε συνεργασία με σύμμαχα κοινωνικά στρώματα που μοιράζονταν τον έλεγχο του κράτους. Η μετά τον Φράνκο μεταβατική περίοδος που ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας ανάμεσα σε αριστερές και δεξιές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις η οποία άφησε τον κρατικό μηχανισμό ουσιαστικά αμετάβλητο, συμπεριλαμβανομένης και της δημόσιας διοίκησής του. Οι δημοκρατικοί θεσμοί ήταν συμπληρωματικοί της δημόσιας διοίκησης που συνέχιζε απαράλλακτη. Η διατήρηση της μοναρχίας ήταν ένα σύμβολο της συνέχειας αυτής. Στο σημείο αυτό αξίζει να δώσουμε έμφαση λόγω των πρόσφατων αποπειρών αμφισβήτησης του ταξικού χαρακτήρα του φασισμού και του φασιστικού χαρακτήρα του Ισπανικού καθεστώτος. (Για μια συζήτηση του θέματος βλ. V. Navarro, «Fascism and Antifascism: Yesterday and Today», Monthly Review, Vol. 47, No. 8, 1996, σ.σ. 14-27). Oι κύριοι υποστηρικτές του φασιστικού πραξικοπήματος και του φασιστικού κινήματος βρίσκονταν στην καπιταλιστική τάξη, τόσο στο εκσυγχρονιστικό τμήμα αυτής της τάξης (στον τραπεζικό τομέα και στη βιομηχανία) όσο και στο ολιγαρχικό τμήμα που βασιζόταν στην ιδιοκτησία της γης (μαζί με την Εκκλησία και τις μεσαίες τάξεις). Ο βασικός χρηματοδότης του φασιστικού πραξικοπήματος ήταν ο κεφαλαιούχος Joan March που ήταν ηγετικό στέλεχος του Φιλελεύθερου Κόμματος και ιδρυτής της φιλελεύθερης εφημερίδας Libertad (Eλευθερία), και παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημοκρατίας ως το μοντέλο του εκσυγχρονιστή επιχειρηματία. Όταν ο March αισθάνθηκε να απειλείται από την επέκταση της εξουσίας της εργατικής τάξης, χρηματοδότησε το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα με τη βοήθεια του συνεργάτη του John Olrich, υψηλόβαθμο διοικητικό στέλεχος της Exxon Oil Company, και με την έγκριση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ. Ο John March ήταν ο κύριος υποστηρικτής και υπερασπιστής του καθεστώτος του Φράνκο. Σήμερα η οικογένειά του συνεχίζει να κυριαρχεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα της Ισπανίας και χρηματοδοτεί το φιλελεύθερο Ίδρυμα March, που περιλαμβάνει στην ηγεσία του (ως συμπράττοντα διευθυντή του Ερευνητικού Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών του Ινστιτούτου) τον John Maria Maravall, έναν από τους πλέον σημαίνοντες θεωρητικούς του PSOE και ο οποίος υπήρξε Υπουργός Παιδείας κατά τη διάρκεια της θητείας της πρώτης Σοσιαλιστικής κυβέρνησης.
[17] Τα γεγονότα στη Γαλλία είχαν πάντοτε μεγάλη επίδραση στην Ισπανία, κυρίως λόγω των κοινών παραδόσεων, εν μέρει επειδή το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κατεστημένου εκ παραδόσεως μιλούσε τη Γαλλική και όχι την Αγγλική ως δεύτερη γλώσσα. (Η κατάσταση αυτή άλλαξε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80 καθώς τα Αγγλικά έγιναν η κύρια ξένη γλώσσα, με τον Economist και την International Herald Tribune να αντικαθιστούν ταχέως τη Le Monde ως εφημερίδες με τη μεγαλύτερη επιρροή ανάμεσα στα μέλη του πολιτικού κατεστημένου.) Οι αρχικές πολιτικές του Μιττεράν, στην πράξη, ευθύνονταν για το ότι η Γαλλία είχε μόνο 2% ανεργία σε σχέση με το 4% της ΕΟΚ (και το 5% της Δυτικής Γερμανίας). Επίσης, το δημόσιο έλλειμμα στη Γαλλία ήταν το μικρότερο σε σχέση με των υπολοίπων χωρών του G7 και το ισοζύγιο πληρωμών ήταν το 2% του ΑΕΠ, παρόμοιο με το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Αν και ο πληθωρισμός αύξαινε, εναλλακτικές πολιτικές μπορούσαν να εφαρμοστούν αντί των πολιτικών λιτότητας και να αντιστρέψουν την τάση, συμπεριλαμβανομένης της πιο προοδευτικής φορολόγησης και της λήψης μέτρων για τη μείωση των υψηλών ρυθμών κατανάλωσης των πλουσίων και ευπόρων. Αντίθετα, η κυβέρνηση Μιττεράν ακολούθησε πολιτικές λιτότητας που επέδρασαν αρνητικά κυρίως στην εργατική τάξη και στις λαϊκές μάζες, αυξάνοντας την ανεργία και τις κοινωνικές ανισότητες. Όπως ο Ροκάρ, ο οποίος μαζί με το Ζακ Ντελόρ ήταν από τους πρώτους υποστηρικτές των μεταρρυθμίσεων αυτών, αργότερα παραδέχτηκε «μια εισοδηματική αναδιανομή έλαβε χώρα με μια σημαντική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των λαϊκών τάξεων, με σημαντική ανεργία και εργασιακή ανασφάλεια ... όλα προς όφελος του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου που κέρδισε εξ ολοκλήρου ! ». Βλ. Μ. Rocard, «L’ heure de verité», France, 25 April 1993, σελ. 2.
[18] Ακόμη και υπό τους Σοσιαλιστές η Τράπεζα θεωρούσε ως μοναδικό λόγο λειτουργίας της τον έλεγχο του ύψους του πληθωρισμού & ποτέ δεν θεωρούσε τη μείωση της ανεργίας ως έναν από τους κύριους σκοπούς της.
[19] Η στάση αυτή απέναντι στα συνδικάτα σημαντικών στοιχείων εντός του PSOE έχει επισημανθεί από πολλούς παρατηρητές ως μια ιδιαίτερα παράξενη και μη χαρακτηριστική θέση για σοσιαλιστές ηγέτες. Βλ., για παράδειγμα, τα σχόλια της Μargaret Hodge προς τα μέλη της ηγεσίας του PSOE, στο κείμενο του M. Escudero στο συλλογικό έργο που επιμελήθηκε ο D. Miliband, Reinventing the Left (Polity Press, 1994), σελ. 245.
[20] Βλ. «Quienes son muestros governantes», El Pais Semanal, 22 August 1994, σελ.12.
[21] Η απασχόληση στις πρώτες αυξήθηκε από 3,85% της συνολικής δημόσιας απασχόλησης το 1982 σε 34,97% το 1996 και στις δεύτερες - στις δημοτικές διοικήσεις - αυξήθηκε από 14,47% το 1982 σε 23,96% το 1996. «El Estado de Bienestar Exige Màs Funcionarios», La Vanguardia, 4 February 1996, σελ.18.ááá
[22] Βλ. ειδικά J. Petras, «The rise and decline of southern European socialism», New Left Review, 146, 1984, σ.σ. 37-52.
[23] C.A. Zaldibar and M. Castells, España Fin de Siglo (Alianza Editorial, 1992), σελ. 79.
[24] World Competitiveness Institute, 1994.
[25] M. Extezaretta, o.ε.π., σελ. 45.
[26] Α. Missé, «La financiacion de los partidos», Memorias de la Transicion, El Pais, Vol. 23, March 1996, σελ. 416.
[27] J.V. Sevilla Segura, Economía Política de la Crisis Española Critica, Capitulo 5, 1985, σελ. 123.
[28] V. Navarro and J. Elola, «Las Politicas Sanitarias en España 1970-1995», Sistema, Vol. 102, 1995.
[29] Βλ. G. Rodrigo Cabrero, Informe Sociologico sobre la Sityacio Social en España, Capitulo 5, 1995, σελ. 1450. Τα κύρια παράπονα σχετίζονται με τη φτωχή ποιότητα της ξενοδοχειακής πλευράς των υπηρεσιών των νοσοκομείων, τη γραφειοκρατική διοίκηση και την αναισθησία της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας απέναντι στους χρήστες, και τον ελάχιστο χρόνο που οι γιατροί πρωτοβάθμιας περίθαλψης αφιερώνουν στους ασθενείς (3 λεπτά κατά μέσο όρο).
[30] S. Sarasa and L. Moreno (eds.), El Estado de Bienestar en la Europa del Sur (Conselio Superior de Investigaciones Cientificas, 1995), σελ. 70.
[31] Revenue Statistics of OECD Member Countries 1965-1985 (OECD, Paris 1986), σελ. 83 & and OECD España 1988-89, M.66.
[32] Presión Fiscal y Componentes en % del PIB : Comparación Internacional, στο M. Etxerarreta, ο.ε.π., σελ. 194.
[33] G. Rodriguez Cabrero, «La distribución de la Renta en España en la Decada de los Años Ochenta. Las Politicas de Redistribución Fiscal desde la Fiscalidad» στο Informe Sociologico Sobre la Situacion Social en España (Fundacion Foessa, 1994), σελ. 1433.
[34] J. Borell, «De la Constitución a Europa : Una Decada de Politica Fiscal», Información Commercial Española, Vol. 680, 1990, σ.σ. 9-37.
[35] Employment Survey, OECD, 1995.
[36] Εncuesta Nacional de Salud, Ministerio de Sanidad y Consumo de España, Tabla 5.
[37] C. A. Zaldibar and M. Castells, ο.ε.π., σ.σ. 320, 99.
[38] R. Marimon, ed., La Economía Española (Antoni Bosch Editions, 1996), σελ. 23.
[39] «El poder adquisitivo de los salarios cedio un 1.5% durante los últimos quince años», Cinco Dias, 12 January 1996, σελ. 14.
[40] Informe FOESA, 1993.
[41] Παρ’ ότι σε μια άνευ προφυλάξεων δήλωσή του προς τον τύπο το 1980 ο Aznar άσκησε κριτική στη Γκουέρνικα, τη Βασική πόλη που κατέστρεψαν τα Ναζιστικά βομβαρδιστικά και την αποθανάτισε ο Πικάσσο στον πίνακα που φέρει το όνομά της, γιατί αφαίρεσε από τις οδούς της πόλης τα ονόματα του Στρατηγού Φράνκου και του ιδρυτή του φασιστικού κόμματος Jose Antonio Primo de Rivera.
[42] C. A. Zaldibar and M. Castells, ο.ε.π.
[43] "Votos de IU en favour del PP", El Pais, 4 March 1996, σελ. 19.
[44] J. Montero, L. Nuño and S. Paloma, "El comportamiento electoral de los jovenes: Reflexiones sobre las elacciones legislatives de 1996", Temas, No.19, 1996, σελ. 24.
[45] "Anguita situa a Gonzalez como el autentico enemigo de la izquierda", El Pais, 27 February 1996.
[46] "Botin colseja les pensions" , Els Temps, 4 March 1996, σελ. 28.
[47] "Un concejal del PP tacha de "asesinas" a la Brif\gadas Internacionales", El Pais, 26 February 1996.
[48] "Elogio del fascismo", El Pais, 10 May 1996, σελ. 30.
[49] Συνέντευξη με τον Jose Maria Asnar, El Tiempo, 24 February 1996, σελ. 1. Στις εκλογές της 3 Μαρτίου 1996, οι νέες γυναίκες (25-44) ευνόησαν το PSOE έναντι του ΡΡ με υψηλότερο περιθώριο διαφοράς (3 προς 2).
[50] "Un libro contra un estado", El Pais, 16 June 1996, σελ. 49.
[51] "Nombramientos made in PP", El Pais, 17 June 1996, σελ. 62.
[52] "Los nuevos ministros", El Pais, 5 May 1996, σελ. 19
[53] "Cuatro ex-ministros de economia debaten las perspectivas de la union monetaria", El Pais, 12 July 1996, σελ. 62.
[54] A. Przeworki and J. Sprague, o.ε.π.
[55] Ιbid, σ.σ. 34-35. Για μια παρόμοια κριτική του πολύ στενού ορισμού της εργατικής τάξης που χρησιμοποιούν οι Przeworski και Sprague, βλ. L. Panitch, "Capitalism, Socialism and Revolution", Socialist Register 1989, (Merlin Press, 1989), σελ. 20.
[56] F. Tezanos, "Socialismo y Clases Medias", Sistema, Vol. 123, Nov 1994, σελ. 24.
[57] Για μια επεξεργασμένη άποψη αυτού του επιχειρήμαος βλ. V. Navarro, "La Economia y el Estado de Bienestar", El Futuro del Socialismo, (Fundacion Sistema, 1995).

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Τρίτη 31/10 στην εκπομπή "ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ" ο Χρήστος Τσιλώνης (Πρόεδρος ΣΣΕΜ) με θέμα Όψεις του Ασφαλιστικού Ζητήματος.

Αντίο Τρύφωνα!