Φαινομενολογία, δραματουργία και κριτική θεωρία




Ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Άλφρεντ Σουτς ξεκινά με βάση το έργο του Βέμπερ για τους «ιδεότυπους» και το επεκτείνει αναθεωρώντας ορισμένες παραδοχές του.[1] Θεωρεί ότι ο «ιδεότυπος» είναι μια υπερβολικά επιστημονική έννοια και ότι πρέπει να «γειώνεται» στις πράξεις συμβολοποίησης και προτυποποίησης που εκτελούν τα συνηθισμένα απλά μέλη της κοινωνίας. Ο κοινωνικός επιστήμονας απλώς συγκροτεί πρόσθετες ή δευτέρας τάξεως προτυποποιήσεις με βάση αυτές που έχουν ήδη δημιουργήσει στην καθημερινή τους ζωή οι άνθρωποι. Ο Σουτς χρησιμοποιεί τον όρο «βιόκοσμος» για να εκφράσει την έννοια της «καθημερινής ζωής».[2] Η αρχική έννοια του Χούσερλ παραπέμπει στην προσέγγιση της γνώσης που εστιάζει στην εμπειρία που έχουμε για τα πράγματα, ανεξαρτήτως του αν αυτά υπαρκτά ή όχι, ή είναι οπτικές αυταπάτες ή από τι αποτελούνται. Έτσι ο βιόκοσμος είναι ο κόσμος της λεγόμενης «κοινής λογικής». Ο Σουτς αναφέρεται στον κοινωνικό κόσμο τον οποίο ερμηνεύουμε και που του αποδίδουμε νόημα μέσω των συμβολοποιήσεων-προτυποποιήσεών μας. Όταν τα χαράματα χτυπάει η πόρτα και ανοίγοντας βλέπουμε ένα άτομο ντυμένο με στολή αστυφύλακα, θεωρούμε ότι πρόκειται για όργανο της τάξης και συμπεριφερόμαστε ανάλογα. Μπορεί, βέβαια, να είναι ληστής που παριστάνει τον αστυφύλακα ή έφηβος που γυρνάει από αποκριάτικο μπαλ-μασκέ και χτύπησε λάθος πόρτα. Άρα, αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε τον κόσμο με βάση ένα «απόθεμα γνώσεων» που διαθέτουμε και για το οποίο δεν προβληματιζόμαστε συχνά.[3] Στο έργο του «Ο ξένος» τονίζει ότι ζούμε εντός πολλαπλών κοινωνικών ταυτοτήτων, σύμφωνα με τη φύση των γνώσεών μας για τους ανθρώπους, τα μέρη κ.ο.κ. Μπορούμε να φτιάξουμε ομόκεντρους κύκλους ανθρώπων που γνωρίζουμε και με τους οποίους έχουμε πολύ στενές σχέσεις, ανθρώπων που (ανα)γνωρίζουμε ή που ξέρουμε τα ονόματά τους, ανθρώπων που έχουμε δει μόνο στην τηλεόραση κ.ο.κ.

Ο Σουτς δεν ήταν αποκλειστικής και πλήρους απασχόλησης ακαδημαϊκός και έγραψε μόνο δοκίμια. Παρ’ όλα αυτά, το όνομά του γνώρισε δόξες στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960-70 με την έκρηξη των ριζοσπαστικών μορφών πολιτικο-κοινωνικής διαμαρτυρίας των φοιτητικών και των εναλλακτικών κινημάτων που ανέδειξαν το ζήτημα των πολλαπλών κοινωνικών ταυτοτήτων (φεμινιστικό, οικολογικό, νεολαιίστικο, ομοφυλοφίλων κλπ.). Ο ίδιος δε θεωρούσε τον εαυτό του πολιτικό ή πνευματικό ριζοσπάστη αλλά έκρινε ότι το έργο του ήταν συμπληρωματικό στις λειτουργιστικές κοινωνιολογικές και νεοκλασικές οικονομικές θεωρίες. Προσθέτει, επομένως, όπως ο ίδος τόνισε, ένα σημείο σύνδεσης της καθημερινής κοινής λογικής κοινωνικής κατανόησης με την πιο συστηματική ανάλυση.

Όταν ο Σουτς μετανάστευσε τελικά στις ΗΠΑ, εκτός από τους οπαδούς του Χούσερλ, συνδέθηκε με τον αμερικανικό πραγματισμός που, όπως γνωρίζουμε, εξέφραζαν ο Μηντ και η Σχολή του Σικάγο. 



Ο Erving Goffman, ο οποίος πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από την Κοινωνιολογική Σχολή του Σικάγο (έκανε έρευνα πεδίου ήταν στα Σκοτσέζικα νησιά Σέτλαντ), θεωρεί ότι η έννοια της «παράστασης» (performance) ή «εκτέλεσης των κοινωνικών ρόλων σημαίνει αυτό ακριβώς. Δηλαδή στην καθημερινή μας ζωή «είμαστε στη σκηνή» κινούμενοι μεταξύ προσκηνίου και παρασκηνίου. Η μεγαλύτερη συμβολή του Goffman στην κοινωνική θεωρία και την κοινωνιολογία είναι η θεώρηση της συμβολικής διαντίδρασης ως δραματουργική προοπτική σε μια προσπάθεια διόρθωσης των λαθών της.[4] Για τον Γκοφμαν η κοινωνία δεν είναι μια ενιαία κατασκευή. Πρέπει να δρούμε ανάλογα με το πλαίσιο μέσα στο οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε. Το πλαίσιο το οποίο πρέπει να κρίνουμε δεν είναι η κοινωνία γενικώς αλλά το συγκεκριμένο. Υπάρχει, όμως, το ευρύτερο πλαίσιο που αποτελεί τη βάση των κανονικών καθημερινών ανταλλαγών μας πρόσωπο με πρόσωπο, αυτών των «θεατρικών κινήσεων». Η ζωή είναι ένα θέατρο. Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή κι εμείς απλοί ηθοποιοί. Στην καθημερινή μας ζωή εκπέμπουμε δύο σήματα-σινιάλα στις κοινωνικές διαντιδράσεις μας. Η εκφραστικότητα του ατόμου εμφανίζεται να αποτελείται από δύο διαφορετικά είδη σημάτων: την έκφραση που δίνει και την έκφραση που εκπέμπει. Ντυνόμαστε για να προξενήσουμε εντύπωση και συνεχώς παρακολουθούμε και αξιολογούμε τις εντυπώσεις που δημιουργούμε. Συμμετέχουμε διαρκώς σε μια «ιεροτελεστία» διαντιδράσεων. Έτσι όπως δεχόμαστε τους επισκέπτες και τους δείχνουμε ορισμένα δωμάτια αλλά μερικά τα κρατάμε ερμητικά κλειστά από το δημόσιο βλέμμα, έτσι παρουσιάζουμε ορισμένα κομμάτια του εαυτού μας και κρύβουμε άλλα.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η σχέση μεταξύ της παράστασης (performance) και του προσκηνίου. Αντίθετα με άλλους συγγραφείς που έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη μεταφορά ο Γκόφμαν μοιάζει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα στοιχεία της ηθοποιίας. Δηλαδή, ότι ένα ηθοποιός (δρων υποκείμενο) ερμηνεύει ένα ρόλο μέσα σε ένα σκηνικό που κατασκευάζεται και αποτελείται από προσκήνιο και παρασκήνιο, χρησιμοποιεί τα επί σκηνής αντικείμενα, παρακολουθείται από ένα κοινό αλλά ταυτόχρονα είναι ο ίδιος το κοινό της παράστασης των θεατών του.   Σύμφωνα με τον Γκόφμαν, το κοινωνικό δρων υποκείμενο έχει την ικανότητα να επιλέγει τη σκηνή και τα αντικείμενά του, καθώς και τα κουστούμια που θα φορέσει ενώπιον ενός κάθε φορά συγκεκριμένου κοινού. Ο κύριος σκοπός του ηθοποιού είναι να διατηρήσει τη δική του λογική συνοχή και να προσαρμόζεται στο σκηνικό που του προσφέρεται.  Αυτός ο σκοπός επιτυγχάνεται με την διαντίδρασή του με τους άλλους ηθοποιούς. Ως ένα σημείο, αυτή η θεώρηση γεφυρώνει τη δομή και τη δράση, καθώς ενδυναμώνει τη μία (δηλαδή τη συμμετοχή) και περιορίζει την άλλη (δηλαδή τη δομή). Πέραν τούτων, ο Γκόφμαν ασχολείται με τη θεμελιώδη σημασία του συμφωνημένου εκ των προτέρων ορισμού της κατάστασης σε μια δεδομένη διαντίδραση, έτσι ώστε να αποδώσει συνοχή στην διαντίδραση. Ενδέχεται, σε ορισμένες διαντιδράσεις ή παραστάσεις τα εμπλεκόμενα μέρη να είναι ταυτόχρονα μέλη του κοινού και παρουσιαστές. Οι δρώντες συχνά ενισχύουν τη δημιουργία εντυπώσεων  που αντανακλούν καλά πάνω στους εαυτούς τους και ενθαρρύνουν τους άλλους να αποδεχθούν τον προτιμώμενο ορισμό τους. Αναγνωρίζει ο συγγραφέας ότι όταν ο συμφωνηθείς ορισμός καταρρεύσει, ορισμένοι ή όλοι οι δρώντες μπορεί να υποκρίνονται ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε αν πρόκειται να έχουν κέρδος ή δεν θέλουν να διαταράξουν την ηρεμία.




Διαβάστε το πλήρες κείμενο...
https://sites.google.com/site/sociologist2007/tsakthan7.doc?attredirects=0
https://sites.google.com/site/sociologist2007/

Συνεχίζεται....


Θανάσης Τσακίρης


[1] Schutz A. (1967) The Phenomenology of the Social World.  Evanston, Il: Northwestern University Press.
[2] Τον δανείστηκε από το έργο του φιλόσοφου Edmund Husserl, o οποίος ορίζει τη φαινομενολογία ως την αναστοχαστική μελέτη της ουσίας της συνείδησης όπως βιώνεται από την οπτική γωνία του πρώτου προσώπου. Βλ. Χούσερλ, Ε. (2005) Φαινομενολογία, Αθήνα: Εκδ. Κριτική.
[3] Βλ. Schutz, A. (1962) Collected Papers I: The Problem of Social Reality, The Hague: Martinus Nijhoff.
[4] Βλ. Goffman, E. (1956) The Presentation of Self in Everyday Life. Edinburgh, UK: University of Edinburgh [ελλ. έκδ. Γκόφμαν, Ε.  (2006) Η παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή. Αθήνα: Εκδ. Αλεξάνδρεια].



Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00