Η κρίση του κομματικού συστήματος και η ελληνική αριστερά

Η κρίση του κομματικού συστήματος και η ελληνική αριστερά

του Θανάση Τσακίρη

Η ιστορία του ελληνικού κομματικού συστήματος φθάνει στη δική της «κρίσιμη καμπή». Η εξάντληση των «ιδεολογικών καυσίμων» των κομματικών μηχανών όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα από την επισώρευση των συνεπειών των διαιρετικών τομών του 20ού αιώνα -και κυρίως του εμφυλίου πολέμου- και που οδήγησαν στη δημιουργία των τριών μεγάλων κομματικών οικογενειών (δεξιά, κέντρο, αριστερά) προκαλεί τη μεγαλύτερη κρίση ταυτότητας των κομμάτων τα οποία πρέπει να προσαρμοστούν σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, σε μιαν ανοιχτή, πλέον, κοινωνία που διασυνδέεται καθημερινά μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άλλων διεθνικών διακρατικών σχηματισμών με τα ιδεολογικο-πολιτικά ρεύματα τα οποία διατρέχουν την πολιτική σκέψη σε πλανητικό επίπεδο. Πώς όμως το ελληνικό κομματικό σύστημα και μέσα από ποιες ιδιαίτερες διαδρομές έφτασε στο σημείο καμπής και άρχισε να απορρυθμίζεται; Τι σημαίνει «κρίση» στην ελληνική περίπτωση; Ποιες είναι οι διαστάσεις της; Ποιες εναλλακτικές στρατηγικές και με ποια κοινωνικο-πολιτικά υποκείμενα προτείνονται;

Το ερώτημα περί του «πότε αρχίζει η κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος» είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Οι ιδιαίτερες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν για τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, η ιδιαιτερότητα της κοινωνικο-ταξικής δομής ο ρόλος και η θέση της χώρας στις γεωπολιτικές συντεταγμένες, η πολιτική κουλτούρα που διαμορφώθηκε ιστορικά και που δεν έχει ακόμα απειληθεί από τις νέες τάσεις σε τέτοιο βαθμό που να ανατραπούν στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές του παρελθόντος, είναι στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη αν θέλουμε να είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε τις βασικότερες αιτίες που προσδιορίζουν την κρίση του ελληνικού κομματικού συστήματος καθώς και τις βραχυπρόθεσμες και μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές άρθρωσης ενός νέου πολιτικού λόγου και συγκρότησης νέων πολιτικο κοινωνικών κινημάτων.

Το ζήτημα της κρίσης είχε αρχίσει να τίθεται στην ημερήσια διάταξη της πολιτικο-θεωρητικής συζήτησης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ήδη στην Ευρωπαϊκή και Αμερικανική συζήτηση το θέμα είχε τεθεί από την αρχή της θεσμικής καθιέρωσης των κομμάτων ως κύριων εκπροσώπων των κοινωνικών ομάδων και των πολιτών στην φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Η κεντρική ιδέα πίσω από τη διαπίστωση αυτή είναι η κατάπτωση των ίδιων των πολιτικών κομμάτων που εξακολουθούν να δρουν αποκλειστικά στο επίπεδο του εκλογικού συστήματος και του κοινοβουλευτισμού, σε ένα επίπεδο επομένως που δεν είναι πια δυνατό να σχηματιστεί, να εκπροσωπηθεί και να ασκηθεί μία συλλογική θέληση που αναφέρεται σε θέματα αρχών
.
Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται από την τάση που τη διακρίνει για «αυταρχικό κρατισμό» (Ν.Πουλαντζάς, 1982, σ.σ.291-355), δηλαδή «εντεινόμενη μονοπώληση από το Κράτος του συνόλου των τομέων της οικονομικο-κοινωνικής ζωής, μονοπώληση που σπονδυλώνεται με την οριστική παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και με τον δρακόντειο και πολύμορφο περιορισμό αυτών των λεγόμενων «τυπικών ελευθεριών» που ανακαλύπτουμε-τώρα που καταβαραθρώνονται- την πραγματικότητά τους».Μία από τις πλέον συνηθισμένες πρακτικές της κρατικής εξουσίας είναι η έκδοση διαταγμάτων που «υλοποιούν» το γράμμα και το πνεύμα των γενικών νόμων-πλαισίων που ψηφίζει το κοινοβούλιο συνήθως υπό το καθεστώς του επείγοντος της διαδικασίας. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια πρακτική μεγαλύτερου αποκλεισμού των μαζών από τα κέντρα των πολιτικών αποφάσεων, διεύρυνσης της απόστασης ανάμεσα στους πολίτες και στον κρατικό μηχανισμό την ίδια στιγμή που αγκαλιάζει το σύνολο σχεδόν της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Τα διάφορα κόμματα αντανακλούν μεν πραγματικές αντιφάσεις εντός του κυρίαρχου συνασπισμού εξουσίας και μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου, όμως δεν είναι οι πραγματικοί τόποι χειρισμού των αντιφάσεων αυτών, αλλά τα μέσα διάδοσης των αντιφάσεων που εκδηλώνεται στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών της εκτελεστικής εξουσίας. Το σύστημα δεν χρειάζεται πια το νομιμοποιητικό ρόλο που του πρόσφεραν τα πολιτικά κόμματα στο παρελθόν, ο ρόλος αυτός ανατίθεται στα μέσα μαζικής επικοινωνίας που προωθούν τη γενίκευση της κοινωνικής συναίνεσης στο τεχνοκρατικό αυταρχικό κράτος. Η εξέλιξη αυτή αφορά και τα κυβερνητικά και τα αντιπολιτευτικά κόμματα στο βαθμό που τα μεν πρώτα ενσωματώνονται όλο και πιο πολύ στο εσωτερικό των κρατικών μηχανισμών, τα δε αντιπολιτευόμενα αδυνατούν να συλλάβουν το νόημα των επερχόμενων πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων και των σχέσεων που εμπεδώνονται. Ο κυβερνητισμός διαβρώνει και τα αριστερά και τα εργατικά κόμματα που, έχοντας κατακτήσει θέσεις στην περιφέρεια του κράτους, ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο να βρεθούν στην καρδιά του κράτους, με συνέπεια να δημιουργείται πολιτικό κενό στις σχέσεις εκπροσώπησης των αριστερών κομμάτων με τα εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα . Το κενό αυτό αναλαμβάνουν να καλύψουν εν μέρει τα νέα κοινωνικά κινήματα που, παρά το γεγονός ότι ενδεχομένως και να δημιουργούνται στα πλαίσια της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας, διευρύνουν τη θεματολογία ξεπερνώντας συχνά τα πλαίσια αυτά - θεματολογικές συγγένειες ανιχνεύονται ανάμεσα στις CO.BAS. στην Ιταλία και στις ανεξάρτητες εργατικές συσπειρώσεις στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσαετίας. Το κομματικό σύστημα μπαίνει σε μία κρίση με άγνωστα αποτελέσματα και δίχως ορατή διέξοδο.

Ως την φάση έναρξης της κρίσης, η εκλογική αποτελεσματικότητά τους ήταν συνάρτηση του μαζικού τους χαρακτήρα ( M.Spourdalakis, 1996) και της μαζικής κινητοποίησης που σήμαινε δράση και παρέμβαση στο τοπικό και κλαδικό επίπεδο (πόρτα-πόρτα) και μεγάλες συγκεντρώσεις και πορείες σε κεντρικό και περιφςερειακό επίπεδο Οι υπόλοιπες μορφές επικοινωνίας που στηρίζονταν στο εκάστοτε πιό πρόσφορο τεχνολογικά μέσον (ραδιόφωνο,τηλεόραση , γιγαντοαφίσσες) χρησιμοποιούνταν μονάχα ως συμπλήρωμα της δράσης και τα μυνήματα που εκπέμπονταν ήταν το αποτέλεσμα της εθελοντικής δουλειάς των μελών του κόμματος. Τώρα τα κόμματα απεύθύνονται στους ψηφοφόρους έσω των talk-shows της ιδιωτικής -και λιγότερο της κρατικής- τηλεόρασης , των διαφμηιστικών spots, ραδιοφωνικές σφήνες, έντυπες καταχωρίσεις στον αστικό τύπο. Ειδικές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν ως διαφήμιση την κομματική προβολή αναλαμβάνουντη δουλειά που έκαναν ως το πρόσφατο παρελθόν τα κομματικά μέλη.Αποτέλεσμα αυτής της επικοινωνιακής λογικής είναι το κόμμα να απευθύνεται σε άτομα-ψηφοφόρους που ομαδοποιούνται με διαφημιστικά κριτήρια (target groupς) και όχι σε πολίτες μέλη τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων : έτσι εντείνεται η παθητικοποίηση των ψηφοφόρων και η συναισθηματικοποίηση στις προσεγγίσεις τους. Από την άλλη εκταμιεύονται μεγάλα ποσά από τα ταμεία των κομμάτων χωρίς προηγούμενο γιά τη πληρωμή των επαγγελματιών και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. ΄Οτανο εθελοντισμός και η πρωτοβουλία των μελών απουσιάζουν τότε αναλαμβάνουν οι επ’ αμοιβή τεχνοκράτες της πολιτικής και οι τεχνικές εντάσεως κεφαλαίου αντί της συλλογής οικονομικών πόρων από τη βάση του κόμματος.


Μετά από τα όσα παρατέθηκαν ελπίζω ότι έγινε φανερή η τάση και των ελληνικών κομμάτων που κυριάρχησαν κατά τη μεταπολίτευση να μετατραπούν σε «κόμματα-καρτέλ» σύμφωνα με το πρότυπο των Katz and Mair που αναλύσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Ομως η τ’αση αυτή δεν είναι οριστική και αμετάκλητη. Τα ελληνικά κόμματα όσο κι αν «κρατικοποιήθηκαν» είναι πάντοτε φορείς που αποτελούνται από άτομα που διαθέτουν βούληση και αναζητούν διεξόδους. Όσο τα αδιέξοδα της κρίσης πληθαίνουν τόσο θα υπάρχουν άτομα που θα αναλαμβάνουν το ρόλο του αντιστεκόμενου πολίτη, προσπαθώντας να συγκροτήσουν εναλλακτικές προτάσεις πολιτικής παρέμβασης. Η τελευταία εικοσεατία στην Ελλάδα και τριακονταετία στη Δ.Ευρώπη και Β.Αμερική ήταν γεμάτες από συγκρούσεις ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα, ανάμεσα στα κυρίαρχα κόμματα και στα νέα κοινωνικο-πολιτικά κοινήματα αλλά και ανάμεσα στην αριστερά και στα κινήματα αυτά.


Ως τώρα εξετάσαμε την κρίση σε σχέση με τα κυρίαρχα κόμματα του συστήματος που έχουν αποδεχθεί το κοινοβούλιο ως τον κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικό της λαϊκής θέλησης θεσμό. Με την έννοια αυτή δεδομένη δεν αναφερθήκαμε στην ελληνική εκδοχή της Αριστεράς που ως τη μεταπολίτευση εκφράστηκε σχεδόν αποκλειστικά από την κομμουνιστική της συνιστώσα.

Κατ’αρχήν επικράτησε μιά «εργαλειακή αντίληψη» γιά το κράτος ως όργανο που το χρησιμοποιεί το κεφάλαιο και η αστική τάξη κατά το δοκούν γιά να βοηθάει στην εκματέλλευση του προλεταριάτου με την άμεση ή έμμεση καταπίεσή του. Οι πολιτικές συνέπειες της αντίληψης αυτής ήταν καταλυτικές γιά το κόμμα: άρνηση συμμαχιών γιά τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής εξουσίας, στρατηγική πολέμου κινήσεων γιά την κατάληψη του κράτους και αντικατάστασής του από τη «δικτατορία του προλεταριάτου» που με τα μέτρα και σταθμά της εποχής ισοδυναμούσε με δικτατορία της Κεντρικής Επιτροπης επί του προλεταριάτου όπως στη Σοβιετική ΄Ενωση (Σ.Μπετελέμ 1975, Ε.Μπαλιμπάρ 1978). Η αντίληψη γιά το αστικό κράτος ήταν ανθρωπομορφική και παραπλανητική στο βαθμό που εθεωρείτο ότι αρκούσε η αντικατάσταση των κρατικών διαχειριστών από τους «επαγγελματίες επαναστάτες» του κόμματος γιά να προωθηθεί μέσω διαταγμάτων η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η μεταβολή στην ηγεσία και η προώθηση της νέας γραμμής που πρόβαλλε ο Ν.Ζαχαριάδης γιά γοργή μετατροπή της «αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε σοσιαλιστική» δεν γίνεται αμέσως αντιληπτή από τα μέλη. Η ηγεσία κατόρθωσε με την εφαρμογή του αντι-δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στην οργάνωση και λειτουργία του κόμματος να μπολιάσει τα μέλη με τη νοοτροπία του «αλάθητου» της Κεντρικής Επιτροπής, με τη λογική της συνωμοτικής επαγρύπνησης γιά τον εντοπισμό των, αληθινών ή ψεύτικων, πρακτόρων του ταξικού αντιπάλου και την επιβολή του νόμου της σιωπής. Το κόμμα εθεωρείτο ως «κόρη οφθαλμού» που έπρεπε να διαφυλαχτεί πάση θυσία, ως η «εκκλησία» που «καίει στην πυρά τους αιρετικούς». Τέλος η αντι-δημοκρατική αυτή κουλτούρα σε συνδυασμό με τη νομοτελειακή «θεωρία των σταδίων» δημιούργησε στα μέλη του κόμματος μιά «χιλιαστική» νοοτροπία περί ενός «επερχόμενου αταξικού δίκαιου κόσμου» στον οποίο θα λύνονταν όλα τα βασικά προβλήματα του ατόμου και της κοινωνίας. Συνεπώς δεν έπρεπε να τίθεται σήμερα όποιο πρόβλημα θα εμπόδιζε την πραγμάτωση του ονείρου γιά μιά «αταξική κοινωνία» αύριο. Το κλασικό σχήμα γιά τη ζωή του αριστερού προτύπου επαναστάτη ήταν: με τα συνδικάτα γιά τους μισθούς, με το κόμμα γιά την επανάσταση.

Μιά πολιτική κουλτούρα που διαπνέεται από αυτές τις αρχές και στάσεις απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα δύσκολα γίνεται αποδεκτή από την κοινωνική πλειοψηφία που με την πάροδο του χρόνου αποδέχεται στον ένα ή στον άλλο βαθμό τις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας και του ανταγωνισμού. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως η Ελληνική αριστερά είχε συνολικά τέτοιες αντιλήψεις. Όπως επισημαίνει η ανάλυση περί «πολιτιστικού δυαδισμού», το σύνδρομο του καταδιωκόμενου με ό,τι αυτό συνεπάγεται γιά τη δημοκρατική κουλτούρα δεν είναι «προνόμιο» μονάχα της κομμουνιστικής αριστεράς. Ουσιαστικά η κρίση της αριστεράς είναι διαρκής. Απλώς η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και η εισβολή στην ελληνική πολιτική ζωή του νέου πολιτικού κόμματος που οικειοποιήθηκε το λόγο και το όραμα της αριστεράς , δηλ.το ΠΑΣΟΚ, έκανε ορατή τη «γύμνια του βασιλιά».

Η αναποτελεσματικότητα του αντιπολιτευτικού λόγου προς το σύστημα και της δράσης της αριστεράς άνοιξε το δρόμο γιά την ανάδειξη των νέων κοινωνικών κινημάτων που είτε με μονοθεματική αναφορά είτε ως εκφράσεις ιδιαίτερων ταυτοτήτων (πχ. Γυναικείο, νεολαίας κλπ) διεκδικήσαν τα δικαιώματα των μελών τους ως πολιτών ανεξάρτητα από τη δράση των υπαρχόντων κομμάτων.

Ως εκ τούτου η Αριστερά γιά να έχει λόγο ύπαρξης οφείλει να επαναθεμελιώσει τον πολιτικό της λόγο και την ταυτότητά της μέσα από τη ριζική αναθεώρηση των ιδεών και αντιλήψεων που καθήλωσαν την ανατρεπτικότητα και το ριζοσπαστισμό των μαζών στην αναμονή μιάς «επερχόμενης επανάστασης» και παρέλυσαν τα μαζικά κοινωνικά κινήματα. Εχει χρέος να αντιληφτεί ότι τα κοινωνικά κινήματα έχουν το δικό τους χαρακτήρα και την αυτονομία τους και ότι ο ρόλος του επαναστατικού κόμματος δεν είναι αυτός του «αλάθητου και αδιαμφισβήτητου οργανωτή και διαχειριστή της αλήθειας» αλλά αυτός του συντονιστικού οργάνου επιμέρους κοινωνικών αγώνων και κινημάτων που αναζητούν μιά διαφορετική πολιτική από ην αστική. Με αυτήν την έννοια η αριστερά θα χρειαστεί να στοχαστεί εκ νέου γιά τη φύση των πολιτικών της στόχων : «φύση διαιτητική, περίπλοκη, ασταθής, αμφισβητούμενη, γιατί υποχρεωτικά συγκρουόμενο είναι το σύνολο των αξιών και των προσδοκιών - ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, αλληλεγγύη - που συναπαρτίζουν το ιδεολογικό φορτίο της ιστορικής αριστεράς». Η ανάγκη να υπάρξει μιά τέτοια «νέα αριστερά» είναι εμφανής: γιά να διευρυνθεί η έννοια της ισότητας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης.


Η «νέα αριστερά» θα παίξει το στοίχημα : υπέρβαση της κρίσης των κομμάτων μέσα από την αναθεώρηση των βασικών αρχών του κοινοβουλευτικού συστήματος και των κομμάτων προς την κατεύθυνση της άρθρωσης ενός εναλλακτικού λόγου και της διεύρυνσης των κοινωνικών ορίων τους ή θα υποταχθεί στους κανόνες ενός παιχνιδιού που συνεχώς απορρυθμίζεται χωρίς να προβλέπεται διέξοδος.



Gallagher, M., Laver, M. and Mair, P. (2005) Representative Government in Western Europe. New York: McGraw-Hill [4 th Ed.].
Katz, R. and Mair, P. (1995) Changing Models of Party Organisation and Party Democracy: The Emergence of the Cartel Party, in: Party Politics, 1: 5-28
Katz, R. and Mair, P. (2002) The Ascendancy of the party in public office. Party organisational change in twentieth-century democracies, in: Gunther, R., J.R. Montero and J.J. Linz (eds.) (2002), Political Parties. Old Concepts and New Challenges, Oxford, Oxford University Press.

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00