Σημειώσεις σχετικά με τις απόψεις του καθηγητή Ίαν Γκαφ

Σημειώσεις σχετικά με τις απόψεις του καθηγητή Ίαν Γκαφ

Ο Ίαν Γκαφ είναι καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ του Ηνωμένου Βασιλείου. Ασχολείται με την κοινωνική πολιτική στις χώρες του ΟΟΣΑ και στις αναπτυσσόμενες χώρες σε παγκόσμιο επίπεδο.

Προτού προχωρήσουμε στην παρουσίαση των απόψεων του Ίαν Γκαφ θα πρέπει να θυμίσουμε ορισμένες βασικές έννοιες για την καλύτερη παρακολούθηση της συζήτησης.

H πρώτη έννοια είναι αυτή του «κράτους πρόνοιας» ή «κοινωνικού κράτους». Κράτος πρόνοιας είναι ένας σύνθετος πολιτικο-κοινωνικός σχηματισμός που αποσκοπεί στην ανακατανομή ενός διευρυνόμενου συνόλου υλικών και πολιτιστικού χαρακτήρα αγαθών και την παροχή τους σε ομάδες του πληθυσμού μιας κοινωνίας ή και στο σύνολό του. Η διαδικασία αυτή αποτελεί σειρά παρεμβάσεων του κοινωνικού κράτους με την οικονομική και κοινωνική πολιτική. Σύμφωνα με τον προσδιορισμό του βρετανού ιστορικού Asa Briggs η κυβέρνηση του κράτους πρόνοιας παρεμβαίνει και διορθώνει ορισμένες από τις κοινωνικές επιπτώσεις της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας: «Πρώτον, με το να εγγυάται στα άτομα και τις οικογένειες ένα ελάχιστο εισόδημα ανεξάρτητα από την αγοραία αξία της εργασίας τους ή την περιουσία τους˙ δεύτερον, με το να μειώνει το βαθμό ανασφάλειας καθιστώντας ικανά τα άτομα και τις οικογένειες ώστε να αντιμετωπίζουν ορισμένες έκτακτες κοινωνικές ανάγκες (π.χ. ασθένεια, γήρας και ανεργία) που αλλιώς θα κατέληγαν σε ατομικές και οικογενειακές κρίσεις˙ και, τρίτον, με το να διασφαλίζει ότι σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από κοινωνική θέση ή τάξη θα παρέχονται τα υψηλότερα ποιοτικά επίπεδα ορισμένων συμφωνημένων κοινωνικών υπηρεσιών .» Η «κοινωνική πολιτική» (social policy) αφορά τις κατευθύνσεις για τη δημιουργία, τη διατήρηση ή την αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης που προάγουν την ανθρώπινη ευημερία. Επομένως, η «κοινωνική πολιτική» είναι μέρος της «δημόσιας πολιτικής» που έχει να κάνει με τα κοινωνικά ζητήματα. Ως «δημόσια πολιτική» (public policy) εννοούμε την «πολιτική του κράτους» με την έννοια της διαδικασίας εκπόνησης και εφαρμογής προγραμμάτων δημόσιας δράσης των πολιτικο-διοικητικών μηχανισμών που συντονίζονται κανονικά γύρω από δεδηλωμένους στόχους. Η κοινωνική πολιτική αποσκοπεί στη βελτίωση της ανθρώπινης πρόνοιας/ευημερίας και την ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών εκπαίδευσης, υγείας, στέγασης και κοινωνικής ασφάλειας. Στο χώρο των κοινωνικών επιστημών, η κοινωνική πολιτική ως κλάδος αφορά τη μελέτη του κράτους πρόνοιας» και το εύρος της κλίμακας της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών. Η οικονομική πολιτική, από την άλλη, είναι σημαντικός παράγοντας της ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους πρόνοιας.

Στις ημέρες μας η κοινωνική πολιτική συμπεριλαμβάνει, εκτός των προαναφερθέντων τα παρακάτω ζητήματα:
¨ Αμβλώσεις – ρύθμιση των πρακτικών της
¨ Ευθανασία – νομική θέση της
¨ Γάμος, διαζύγιο και υιοθεσία
¨ Φτώχεια, ευημερία, έλλειψη στέγης και άστεγοι
¨ Ψυχότροπες ουσίες και άλλα φάρμακα για ψυχαγωγική χρήση – νομική θέση
¨ Πορνεία – νομική θέση

Σε γενικές γραμμές, η κοινωνική πολιτική μπορεί να επηρεάζεται από τη θρησκεία και τα πιστεύω πολιτικών προσώπων και ομάδων. Στην κλίμακα δεξιάς – αριστεράς συναντάμε μια υποκλίμακα πολιτικού συντηρητισμού και πολιτικού φιλελευθερισμού. Στο ένα άκρο της κλίμακας, ο συντηρητισμός προκρίνει τις αξίες της παραδοσιακής προσέγγισης που ευνοεί την ατομική πρωτοβουλία και την ιδιωτική επιχειρηματικότητα στην κοινωνική πολιτική. Στο άλλο άκρο βρίσκεται ο πολιτικός φιλελευθερισμός (σύμφωνα με την αμερικανική ορολογία) ή ριζοσπαστισμός (σοσιαλδημοκρατία, κομμουνισμός, αναρχισμός) που ευνοεί την καθιέρωση και εγγύηση ίσων δικαιωμάτων και κοινωνικών παροχών σε όλους τους ανθρώπους (ή, έστω, μόνο στους πολίτες) ενώ διαφορές υφίστανται όσον αφορά το βαθμό εγγύησης και υποστήριξης αυτών των δικαιωμάτων από το κράτος.

Στην Ευρώπη και στον Καναδά, η κοινωνική πολιτική αναφέρεται συνήθως στις πολιτικές που επηρεάζουν τις κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες ζουν οι άνθρωποι, δηλαδή:
¨ Στην ασφάλεια υγείας
¨ Στην ασφάλεια από ατυχήματα
¨ Στην ασφάλεια απέναντι στην ανεργία
¨ Στην ασφάλεια της σύνταξης
¨ Στη ρύθμιση της εργασίας
¨ Στην εκπαίδευση

Επομένως, η κοινωνική πολιτική, ασχολείται με τα λεγόμενα «επικίνδυνα» προβλήματα, σύμφωνα με τους Rittle και Webber, που τα χαρακτηριστικά τους είναι τα εξής:
1. Δεν υπάρχει οριστική διαμόρφωση ενός τέτοιου προβλήματος...
2. Δεν έχουν μηχανισμό απόφασης για το κατά πόσο πρέπει να συνεχιστεί ή να τερματιστεί μια διαδικασία στη βάση της παρούσας κατάστασης και των παρελθόντων συμβάντων και που σχεδόν πάντοτε θα οδηγεί σε μια απόφαση διακοπής σε κάποια φάση (stopping rule).
3. Οι λύσεις τους δεν έχουν την έννοια του αληθούς-ή-ψευδούς αλά το καλύτερου-ή-χειρότερου.
4. Δεν υπάρχει άμεση ούτε τελική δοκιμασία μιας λύσης τέτοιου προβλήματος.
5. Κάθε λύση σε ένα τέτοιο πρόβλημα είναι λύση «μια κι έξω» (one-shot function), επειδή δεν υπάρχει ευκαιρία μάθησης με βάση τη λογική «δοκιμή-και-λάθος», κάθε απόπειρα είναι πολύ σημαντική.
6. Δεν έχουν ένα μετρήσιμο (ή ένα εξαντλητικά περιγραφόμενο) σύνολο πιθανών λύσεων, ούτε υπάρχει ένα σαφώς περιγραφόμενο σύνολο επιτρεπτών λειτουργιών που να μπορεί ενσωματωθεί στο σχέδιο.
7. Κάθε τέτοιο πρόβλημα είναι ουσιαστικά μοναδικό.
8. Κάθε τέτοιο πρόβλημα μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωμα άλλου προβλήματος.
9. Η ύπαρξη αισθητής διαφοράς ή αντίφασης που απεικονίζει ένα τέτοιο πρόβλημα μπορεί να εξηγηθεί ποικιλοτρόπως. Η επιλογή της εξήγησης καθορίζει τη φύση της λύσης του προβλήματος.
10. Ο σχεδιαστής δεν έχει δικαίωμα να κάνει λάθος (οι σχεδιαστές είναι υπεύθυνοι για τις συνέπειες των ενεργειών που προκαλούν).


Η βασική ιδέα του Ian Gough στηρίζεται στην έννοια των «κοινωνικών αναγκών» και των «μέσων ικανοποίησης» των αναγκών (satisfiers). Κοινή ανάγκη του κεφαλαίου είναι η κερδοφορία αλλά οι θεσμικές δομές και οι σχεδιασμοί των πολιτικών (policies), δηλαδή τα συγκεκριμένα μέσα που συνεισφέρουν στην ικανοποίηση αυτής της ανάγκης ενδεχομένως διαφέρουν και όντως ποικίλουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να αναπτύσσονται διαφορετικές μορφές καπιταλισμού που στηρίζονται σε διαφορετικά ηθικά θεμέλια και επιφέρουν διαφορετικά προνοιακά αποτελέσματα. Ο Γκαφ δίνει ιδιαίτερη και περισσότερη έμφαση στις εθνικές ποικιλίες καπιταλισμών αντανακλώντας έτσι την πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, η ιδιοκτησία, οι αγορές και οι επιχειρήσεις είναι ριζωμένες στις ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις. Επιπλέον, τονίζει ότι η αυξανόμενη δομική ισχύς του κεφαλαίου αυξάνεται σε διεθνικό επίπεδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 με κύριες προωθητικές μηχανές τις θεωρητικές προσεγγίσεις του νεοφιλελευθερισμού και του νεοσυντηρητισμού που είναι εχθρικές απέναντι στις πολιτικές των κοινωνικών δαπανών, αδιάφορες ως προς την κοινωνική ανισότητα και αδικία και εκφράζουν σκεπτικισμό συνολικά απέναντι στο «δημόσιο πεδίο» όσον αφορά την κοινωνική πολιτική.


Ας δούμε τώρα την βασική εργασία του Ίαν Γκαφ για την «πολιτική οικονομία του κοινωνικού κράτους. Στο βιβλίο αυτό ο Ι. Γκαφ αναλύει την αλληλεξάρτηση των πολιτικών του κοινωνικού κράτους και του καπιταλιστικού συστήματος. Δείχνει ότι η ανάπτυξη του κοινωνικό κράτος αντανακλά τη μεταβαλλόμενη φύση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Από τη μια θέτει νέους οικονομικούς και πολιτικούς φραγμούς στο σύστημα και από την άλλη απειλεί την καπιταλιστική συσσώρευση και τις πολιτικές ελευθερίες.

Στην ειδική εισαγωγή του στην ελληνική έκδοση, ο Ι. Γκαφ επισημαίνει -και ορθώς κατά τη γνώμη μου- ότι, στο βαθμό που όλα τα κοινωνικο-οικονομικά και τα πολιτικά δεδομένα έχουν μεταβληθεί στη διάρκεια της τριακονταετίας από την πρώτη βρετανική έκδοση του βιβλίου, έχουν αλλάξει μαζί με το γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο και οι δικές του απόψεις και ιδέες. Σύμφωνα με την πρώτη έκδοση δύο ήταν οι βασικές θέσεις του Ι. Γκαφ. Πρώτον, ότι το κοινωνικό κράτος εκφράζει θετικά και αρνητικά γνωρίσματα στο εσωτερικό μιας αντιφατικής ενότητας. Δεύτερον, ότι η επέκταση των κοινωνικών κρατών του δυτικού καπιταλισμού είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας επιπλέον αντίφασης, μεταξύ της απαίτησης του συστήματος για ολοένα και εντονότερη κρατική παρέμβαση από τη μια και της έλλειψης πραγματικών δυνατοτήτων ανταπόκρισης στις αυξανόμενες αυτές απαιτήσεις από την άλλη. Η πρόταση του συγγραφέα ήταν να μεταφερθεί το κόστος που προκύπτει από τις επιπρόσθετες υπηρεσίες πρόνοιας από την Εργασία στο Κεφάλαιο –και πάλι ορθώς κατά τη γνώμη μου.

Τι άλλαξε, λοιπόν, στο μεταξύ; Χωρίς να απομακρύνεται από το δομικό μαρξισμό και την ανάλυση της πολιτικής οικονομία του καπιταλισμού της εποχής της «παγκοσμιοποίησης», ο Ίαν Γκαφ θεωρεί ότι πρέπει να συσχετίζονται οι δομές και οι δράσεις κατά την εξήγηση ιστορικών διαδικασιών, δηλαδή να μην μένουμε μόνο στην ανάλυση των δομών των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών αλλά να προχωράμε στην ανάλυση των κοινωνικών δρώντων που είναι οι κοινωνικές τάξεις. Επιλέγοντας για το σκοπό αυτό μεταξύ των πιο σύγχρονων μεθόδων ανάλυσης στα πλαίσια της νέας θεσμικής προσέγγισης, προκρίνει την «ιστορική-θεσμική προσέγγιση.» Επισημαίνει ότι αν η σημερινή κυρίαρχη τάση, που δίνει βάρος στην ανάδειξη σε πρώτο πλάνο των αδιόρατων μηχανισμών εξουσίας στην καθημερινή ζωή, των πολιτισμικών διαδικασιών, της θρησκείας, του συναισθήματος, της βίας και των συνηθειών και που παραγνωρίζει τον καπιταλισμό και τις κοινωνικές τάξεις, επεκταθεί στην κοινωνική πολιτική, τότε είναι σαν να παραδίδεται αμαχητί η υπόθεση των μεγάλων ζητημάτων της ανισότητας, της φτώχειας, του ελέγχου και της αυτονομίας, των αναγκών και των επιθυμιών.”

Η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και η διεύρυνση των ικανοτήτων των ανθρώπων είναι η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ανταπόκριση μιας κοινωνίας στα κριτήρια του κοινωνικού κράτους. Με την αναβίωση των οικουμενικών σκοπών που παρατηρείται μπορούν να επιτευχθούν οι Αναπτυξιακοί Στόχοι της Χιλιετίας, που αποτελεί ένα φιλόδοξο σχέδιο του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών και που προβλέπει την επίτευξη των εξής επιμέρους στόχων:
· Μείωση του ποσοστού των ανθρώπων που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας κατά 50% μεταξύ 1990 και 2015.
· Εγγραφή όλων των παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως το 2015.
· Εξάλειψη των βάσει φύλου διακρίσεων σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως το 2005.
· Μείωση της βρεφικής και της παιδικής θνησιμότητας κατά 2/3 και των θανάτων γυναικών στη γέννα κατά 3/4 μεταξύ 1990 και 2015.
· Παροχή πρόσβασης σε όλους/ες όσους/ες χρειάζονται υπηρεσίες αναπαραγωγικής υγείας ως το 2015.

O συγγραφέας, έχοντας την θεωρητική και πολιτική θεώρηση που ανάγεται στην μαρξιστική θεωρία προβαίνει σε μια ολοκληρωμένη ιστορική καταγραφή του κράτους πρόνοιας. Όμως, η προσέγγισή του είναι αντίθετη από αυτή των (Νέων) Εργατικών της Βρετανίας όσον αφορά την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η κοινωνική πολιτική. Ενώ οι Νέοι Εργατικοί υποστηρίζουν την κατεύθυνση από την πρόνοια στην εργασία (from welfare to workfare), o Γκαφ αντιπαραθέτει την κατεύθυνση από την πρόνοια στην ευτυχία/ευημερία (from welfare to well-being). Αυτό αντανακλά σε ένα βαθμό το νέο ενδιαφέρον και τον νέο λόγο περί ευτυχία, ευ-ζην και ευημερίας που βασίζεται σε ηδονιστικές, ευδαιμονιστικές ιδέες για την ανθρώπινη ευζωία.

Οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες είναι οικουμενικές αλλά τα μέσα ικανοποίησής τους είναι χωροχρονικά περιορισμένα και συγκεκριμένα. Οι ανάγκες, σήμερα, απειλούνται τόσο από την απόρριψη της ανθρώπινης οικουμενικότητας εν ονόματι των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων όσο και από την αυθαίρετη επιβολή αδιαφοροποίητων (one size fits all) πολιτικών από τους παγκόσμιους οργανισμούς που δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες τοπικές πραγματικότητες. Στον σημερινό χαοτικό κόσμο οι βασικές αξίες και ανάγκες είναι σχετικές και τοπικές αλλά τα μέσα και οι πολιτικές είναι παγκόσμιες και οικουμενικές. Όσον αφορά τα θεσμικά μέσα, πολυάριθμες μελέτες έχουν δείξει ότι:
· Οι αδιαφοροποίητες πολιτικές δεν φέρνουν αποτελέσματα.
· Σπάνια μπορούν οι κοινωνικές πολιτικές να μεταφερθούν με επιτυχία.
· Οι κοινωνικές πολιτικές πρέπει να διαμορφώνονται στο τοπικό επίπεδο και να προσαρμόζονται στα εθνικά καθεστώτα πρόνοιας.
· Τοποθετούν τη βοήθεια και τις κοινωνικές πολιτικές στο ευρύτερο προνοιακό δείγμα.
· Μελετούν τους τοπικούς στόχους και τις ατομικές ικανοποιήσεις και δυσαρέσκειες των ανθρώπων.
· Μελετούν το ρόλο των σχέσεων στον καθορισμό της πρότασης σ’ αυτό το προνοιακό μίγμα.
· Μπορούν να αρχίσουν να προβλέπουν τις αθέλητες συνέπειες των από πάνω προς τα κάτω πολιτικών πρωτοβουλιών.

Είναι διατηρήσιμο το κράτος πρόνοιας; Στο μεταξύ το μοντέλο «ανάπτυξη και πρόνοια» του Βορρά αντιμετωπίζει προβλήματα και πρέπει να προσαρμοστεί. Μπορεί να διατηρηθεί; Η κλιματική αλλαγή και τα λοιπά διλήμματα της βιωσιμότητας εγείρουν νέα ερωτήματα σχετικά με την οικονομική πολιτική. Στο παρελθόν η ποσοτική ανάπτυξη γινόταν ευρέως αντιληπτή ως ένα μέσο με το οποίο όλοι κερδίζουν (win-win) για την επίτευξη άλλων στόχων ενώ τώρα μάλλον τους απειλεί αυτούς τους στόχους. Αν, όμως, διαχωρίσουμε τους στόχους από τα μέσα, δεν θα μπορεί να απαντηθεί το ερώτημα σωστά.

Ο Γκαφ στην μελέτη του για το χωρισμό των καθεστώτων προνοίας διαιρεί τον πλανήτη σε ορισμένες ζώνες.

Στην πρώτη ζώνη τοποθετεί τα κράτη πρώτο-πρόνοιας (καθεστώς Α) που στο διάστημα της έρευνας, μεταξύ 1990 και 2000, αποδείχθηκαν πολύ σταθερά. Aυτά είναι παρόμοια με αυτά των δυτικών κρατών πρόνοιας.

Ση ζώνη των καθεστώτων άτυπης κοινωνικής ασφάλειας (καθεστώς B). Χαρακτηριστικά στοιχεία αυτών των καθεστώτων είναι οι μέτριες προνοιακές παροχές και οι χαμηλές κρατικές δαπάνες (κυρίως στην κοινωνική ασφάλιση). Η ασφάλεια και η φτώχεια μετριάζονται από άτυπους εγχώριους μη κρατικούς μηχανισμούς. Αυτά τα καθεστώτα συνέχισαν να αναπαράγονται ως το 2000 έχοντας, όμως, υποστεί κάποια φθορά λόγω, α) της αυξανόμενης σπουδαιότητας των εμβασμάτων ως πηγών άτυπης κοινωνικής ασφάλειας και, β) της μείωσης του προσδόκιμου ορίου ζωής λόγω της επιδημίας του ιού του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (AIDS) σε χώρες όπως η Νότια Αφρική, η Μποτσουάνα και η Ζιμπάμπουε.

Στη ζώνη των καθεστώτων «αναλφάβητης ανασφάλειας» (καθεστώς G). Σε αυτήν ο μισός νεανικός πληθυσμός είναι αναλφάβητος και μόνο μία γυναίκα εγγράφεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το 1990 διαιρούνταν σε δύο περιοχές, την Ινδική υποήπειρο (συμπεριλαμβανομένης της Ακτής του Ελεφαντοστού) και στις λοιπές κεντροαφρικανικές χώρες, σημειώθηκε βελτίωση στο προσδόκιμο όριο επιβίωσης στην Ινδία και παρέμεινε στάσιμο στις άλλες. Παρ’ όλα αυτά τα ποσοστά αναλφαβητισμού στη νεολαία παραμένουν υψηλά

Στη ζώνη των καθεστώτων «νοσηρότητας ανασφάλειας» (καθεστώτα F) όπου το ελάχιστο προσδόκιμο όριο ζωής είναι πολύ χαμηλό λόγω της πανδημίας του AIDS. Τα καθεστώτα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά διαφοροποιούνται ανάλογα με τα ποσοστά εκπαίδευσης και αλφαβητισμού. Όπως και τα καθεστώτα G έτσι και ετούτα έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα δημόσιας ασφάλειας και στηρίζονται περισσότερο σε εξωτερικές ροές βοήθειας και εμβασμάτων.

Όλα αυτά τα καθεστώτα και οι ποικιλίες τους δεν ακολουθούν μια γραμμική σειρά κατάταξης αλλά τείνουν να σχηματίζουν συστάδες καθεστώτων. Αυτό σημαίνει ότι η εξουσία, η δημοκρατία ή το κράτος πρόνοιας δεν είναι άμεσα συσχετιζόμενα και σχεσιακά δομημένα φαινόμενα. Οι ιστορικές ρίζες του κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη απλώνονται βαθιά μέσα στους αιώνες. Κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα, λόγω του χαμηλού εισοδήματος οι περισσότεροι κάτοικοι δεν είχαν τα αναγκαία χρήματα για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους (φαγητό, ένδυση, στέγαση), πόσο μάλλον την ιατρική περίθαλψη και την εκπαίδευση. Έτσι, από τις πόλεις-κράτη της Ιταλίας και την Φλάνδρα άρχισε η αργόσυρτη οικοδόμηση προνοιακών θεσμών, όπως η δημόσια μισθοδότηση ιατρών, δασκάλων και χειρουργών για τους φτωχούς (Μιλάνο 1288, Βενετία 1324, 1630 Φλωρεντία και Πίζα κ.α.). Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία σημαντικό ρόλο στην ανάληψη της ευθύνης για τη δημόσια περίθαλψη φτωχών ασθενών πρωτοξεκίνησε από την εκκλησία με τη Σύνοδο της Καρθαγένης (398 μ.Χ.) που δημιούργησε ξενώνες-άσυλα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού, δημιουργήθηκαν οι πρώτοι βασικοί κρατικοί θεσμοί ασφάλισης και πρόνοιας, όπως τα συστήματα ασφάλισης κατά των επαγγελματικών ατυχημάτων, η (περιορισμένη) ασφάλιση γήρατος και ασθενείας, ενώ κατά τα μεταπολεμικά χρόνια καλύφθηκαν νέοι κίνδυνοι, όπως αυτός της ανεργίας και επεκτάθηκε η κάλυψη των κινδύνων σε πολύ μεγαλύτερους πληθυσμούς και σε περισσότερες χώρες. Μετά το τέλος του Β΄ΠΠ όλες σχεδόν οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες είχαν ισχυρά συστήματα και προγράμματα κάλυψης των αναγκών της ασφάλισης κατά επαγγελματικών ατυχημάτων, ανεργίας, γήρατος και ασθενείας. Η «χρυσή εποχή» του κράτους πρόνοιας άρχιζε.
Σύμφωνα με τον G. Esping-Andersen υπάρχουν τέσσερις συστάδες καθεστώτων πρόνοιας στην Ευρώπη που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικό χρόνο το καθένα. Η Σκανδιναβική με το σοσιαλδημοκρατικό κράτος πρόνοιας, η συντηρητική που αντιστοιχεί στην ηπειρωτική Ευρώπη, η φιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατική (Η.Β.) και η Νοτιοευρωπαϊκή. Στο σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο, κυρίαρχη έννοια είναι αυτή της «κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη» (social citizenship). Πρόκειται, δηλαδή, για μια οικουμενιστική προσέγγιση που αφορά σε ένα κράτος χρηματοδοτούμενο από τη φορολογία, βασίζεται στην προϋπόθεση της μόνιμης κατοικίας στη συγκεκριμένη χώρα, και προσφέρει υψηλά επίπεδα παροχών με από τα πάνω προς τα κάτω σχήματα που διατηρούν μια ορισμένη διαφοροποίηση. Συνεπώς, αυτό το σύστημα, λόγω της δαπανηρότητάς του, προϋποθέτει υψηλά επίπεδα απασχόλησης και φορολόγησης.
Το συντηρητικό καθεστώς προσφέρει ένα μεγάλο εύρος βάσει νόμου παροχών, στηριζόμενο στην κοινωνική ασφάλιση ως κύριο τρόπο οργάνωσης και παροχής υπηρεσιών, με επαγγελματικά διαφοροποιημένες υπηρεσίες που προσφέρονται από «παρα-κρατικά» ιδρύματα. Υπάρχει, επίσης, ένα σύνολο συμπληρωματικών παροχών σε άτομα που έχουν αποδεδειγμένα χαμηλά εισοδήματα (means tested benefits) ή που βρίσκονται εκτός ασφαλιστικού συστήματος.
Το φιλελεύθερο σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς του Η.Κ. αποτελεί μίγμα φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών αντιλήψεων. Οι δεύτερες κυριάρχησαν μετά το 1960. Τα δικαιώματα στις βάσει νόμου παροχές είναι αδύναμα. Η χρηματοδότηση του συστήματος αποτελεί μίγμα εισφορών και φορολόγησης. Μόνο οι παροχές υγείας μέσω του ΕΣΥ είναι οικουμενικές/καθολικές. Οι υπόλοιπες παροχές υπόκεινται σε έλεγχο οικονομικής κατάστασης του αιτούντος (means tested). Επίσης, η διαφοροποίηση βάσει επαγγέλματος και κοινωνικής θέσης (status) είναι μικρή. Υπάρχει εκτεταμένη ιδιωτική επιχειρηματικότητα στον τομέα παράλληλα με τον συγκεντρωτικό κρατικό τομέα.
Το νοτιοευρωπαϊκό μοντέλο αποτελεί λιγότερο αναπτυγμένο ομοίωμα του συντηρητικού καθεστώτος. Υπάρχουν, όμως, ορισμένες διακριτές διαφορές, οι οποίες ενθαρρύνουν τις ξεχωριστές κατηγοριοποιήσεις. Κατά πρώτον, υπάρχει χαμηλό επίπεδο κάλυψης του πληθυσμού, με ελάχιστη ή καθόλου κάλυψη αυτών που βρίσκονται εκτός πλαισίου. Κατά δεύτερον, η διαφοροποίηση των παροχών είναι πολύ έντονη και πολύ πιο άνιση σε σχέση με την μισθολογική κατάσταση των διαφορετικών επαγγελμάτων, δημιουργώντας, έτσι, προνομιούχες ομάδες. Τρίτον, η έντονη ασυμμετρία των συνταξιοδοτικών δαπανών συμβαδίζει με λιγότερο αναπτυγμένα συστήματα επιδομάτων ανεργίας και ανεπαρκή οικουμενικά/καθολικά εθνικά συστήματα υγείας. Τέταρτον, η διοίκηση των «παρα-κρατικών» οργανισμών είναι αδιαφανής και σε ορισμένες περιπτώσεις μέσω της φορολογίας υπάρχει σημαντική επιδότηση ειδικών κατηγοριών με πελατειακό τρόπο.
Όμως, οι καιροί αλλάζουν και το 1979 είναι μακριά. Το 2008, ο κόσμος είναι πλέον διαφορετικός και αγνώριστος. Έχει μεταβληθεί η πραγματικότητα, έχει αλλάξει το πνευματικό περιβάλλον, ακόμη και οι ιδέες του Γκαφ, ο οποίος καταγράφει τις παρακάτω αλλαγές:
1. το κράτος πρόνοιας συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη θετικών και αρνητικών χαρακτηριστικών σε μια όλο και πιο αντιφατική ενότητα
2. οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες απαιτούν αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούν να αντέξουν ένα αυξανόμενο βαθμό κρατικής παρέμβασης στα πεδία της πρόνοιας

Η φύση και το εύρος της κοινωνικής πολιτικής επηρεάζεται και κινητοποιείται από δύο πρωταρχικές καταστάσεις:
Α) τα απρόβλεπτα αποτελέσματα της κοινωνικής πολιτικής της δυναμικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων υπό την καπιταλιστική μορφή της οικονομίας
Β) την ταξική πάλη

Για να απαντηθεί σωστά το ερώτημα του αν είναι δυνατό ένα μέλλον του κοινωνικού κράτους πρόνοιας, πρέπει να συνδυαστούν οι παραπάνω θέσεις στο πλαίσιο της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα κράτη πρόνοιας είναι αναπόφευκτα άτσαλες και ασαφείς διευθετήσεις που ενσωματώνουν συγκρουόμενα συστήματα αξιών.

Η αντιφατική επίδραση του κράτους πρόνοιας καταγράφεται ως εξής:
1. οι κρατικές δαπάνες πρέπει να αυξάνονται για να ισορροπεί το κράτος πρόνοιας
2. η επίδραση του κοινωνικού μισθού είναι αντιφατική καθώς από τη μια ενισχύει τη ζήτηση αλλά από την άλλη αυξάνει το κόστος.

Θα μπορούσε, όμως, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αυτή η υπερβάλλουσα δαπάνη για την ύπαρξη των δημοσίων προνοιακών καθεστώτων να περάσει από τα κέρδη στο μισθό, δηλαδή από το κεφάλαιο στην εργασία; Αυτό το ερώτημα απάντησαν ο νεοφιλελευθερισμός και ο κορπορατισμός ως διακριτές καπιταλιστικές στρατηγικές.
Η «Πολιτική Οικονομία του Κοινωνικού Κράτους» προσπάθησε να σχετίσει τις δομές και τη δράση στην εξήγηση των ιστορικών διαδικασιών. Για τις δύο αυτές οπτικές γωνίες υπάρχουν σήμερα διάδοχες θεωρίες που έχουν τη δική τους βάση.
1. Οι θεωρίες περί οικονομικής παγκοσμιοποίησης που διατηρούν την συστημική και δομική οπτική γωνία.
2. Οι θεωρίες περί νέας θεσμικής προσέγγισης και προνοιακού καθεστώτος αναζωογόνησαν τη άποψη των σύνθετων κοινωνικών σχηματισμών και της σύγκρουσης συμφερόντων.

Κατά τον Γκαφ, αυτό που κάνει τη μαρξιστική θεωρία να ξεχωρίζει είναι η θέση ότι όποιος κι αν είναι ο κάτοχος των θέσεων του κράτους περιορίζεται από τις επιταγές της διαδικασίας της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Αυτή η έμφαση στη δομική εξουσία σε σχέση με την δύναμη της δράσης χαρακτηρίζει πολλές από τις κυρίαρχες ιδέες περί οικονομικής παγκοσμιοποίησης, όπως υποστηρίζει ο Meghnad Desai.
Το καινούργιο στοιχείο που προσθέτει η δομική προσέγγιση είναι αυτή ακριβώς η ενίσχυση της δύναμης του κεφαλαίου στο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και η μείωση των δυνάμεων των λαϊκών στρωμάτων που βλέπουν τις ανάγκες τους να πέφτουν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις ανάγκες της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Η αντιφατικότητα, όμως, του κράτους πρόνοιας εκφράζεται με την ανάμικτη υποστήριξη της παγκοσμιοποίησης μέσω των εγχώριων και διεθνών θεσμών, των συμφερόντων και των ιδεών. Η «νέα θεσμική προσέγγιση» τονίζει ότι υπάρχουν ανθεκτικά συστήματα καθιερωμένων και κυριάρχων κανόνων που δομούν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Οι θεσμοί λειτουργούν μέσω της ενσωμάτωσης των κανόνων σε κοινά συστήματα σκέψης και καθημερινής συμπεριφοράς που ουσιαστικά δημιουργούν περιορισμούς και κίνητρα δράσης με συγκεκριμένους τρόπους. Διαμορφώνουν και αλλάζουν βλέψεις, φιλοδοξίες, προσδοκίες και προτιμήσεις. Είναι ταυτόχρονα δομές και υποκειμενικές αφετηρίες ανθρώπινης δράσης.

Κατά τον Γκαφ, χρειάζεται μια νέα θεωρητική σύνθεση που να συνδυάζει στοιχεία των παραπάνω προσεγγίσεων.
¨ Πρώτον, για να τοποθετούμε τους θεσμούς και τους δρώντες στο πλαίσιο των δομών του παγκοσμιούμενου καπιταλισμού.
¨ Δεύτερον, για την αναγνώριση της σύγκλισης αλλά και της ύπαρξης εθνικών διαφορών των μορφών καπιταλισμού που έχουν ιστορική προέλευση.
¨ Τρίτον, για να βλέπουμε στις κοινές τάσεις στις κοινωνικές πολιτικές αλλά και τις ανθεκτικές διαφορές των προνοιακών καθεστώτων.

Το πολύ σημαντικό ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας είναι αν σήμερα πρέπει να οδηγηθούμε ταχέως στον αποχαιρετισμό της Πολιτικής Οικονομίας, όπως κάποτε μας έσπρωχναν να πούμε Αντίο στο Προλεταριάτο; Μετά το 1990 ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη που έχει τη μορφή ενός «τρίτου κύματος ιστορικής κοινωνιολογίας» που απειλεί ως τσουνάμι να σαρώσει τα προηγούμενα στο πέρασμά του. To κύμα αυτό αντικαθιστά τα δύο προηγούμενα: το πρώτο, αυτό της δομολειτουργικής προσέγγισης και της εκσυγχρονιστικής θεωρίας που θεωρείται βεμπεριανής προέλευσης αλλά και τους αντιρρησίες προς αυτές (π.χ. Barrington Moore, Reinhardt Bendix, Shmuel Eisenstadt, Neil Smelser, πρώιμος Charles
Tilly) καθώς και το δεύτερο, ως επί το πλείστον, μαρξιστικό κύμα των στοχαστών που επέμεναν στις ιδιαιτερότητες της ταξικής και κοινωνικής πάλης απέναντι στις λογικές της αυτόματης εκδίπλωσης της ιστορίας. Αντιθέτως, το τρίτο δίνει έμφαση στις κυριαρχούμενες (subaltern) ομάδες, τις μικρο-διαδικασίες της εξουσίας στην καθημερινή ζωή, στη θρησκεία, στα συναισθήματα, τη βία και τη συνήθεια. Αντί της συγκριτικής έρευνας βασισμένης σε ανεξάρτητες περιπτώσεις εκθειάζει την έρευνα των διαδικασιών σε πραγματικό ιστορικό χρόνο.

Δεν είναι, όμως, για πέταμα η πολιτική οικονομία και η διορατικότητά της, ισχυρίζεται ο Γκαφ. Όταν το κεφάλαιο γενικά και συνολικά αναπτύσσει και συγκεντρώνει άνευ προηγουμένου οικονομικές εξουσίες και δύναμη σε τεράστιες περιοχές του πλανήτη, όταν ορισμένα έθνη-κράτη ασκούν άνευ προηγουμένου διοικητική και στρατιωτική εξουσία, όταν νέοι παγκόσμιοι θεσμοί δημιουργούνται για τη διαχείριση και προσαρμογή των διαδικασιών της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, όποια θεωρία παραγνωρίζει τον καπιταλισμό και τις κοινωνικές τάξεις και επεκταθεί στην κοινωνική πολιτική, τότε είναι σαν να παραδίδεται αμαχητί η υπόθεση των μεγάλων ζητημάτων της ανισότητας, της φτώχειας, του ελέγχου και της αυτονομίας, των αναγκών και των επιθυμιών.


Θανάσης Τσακίρης

Comments

Popular posts from this blog

Την Τρίτη, 21/3/2017 o Ν. Σερβετάς στην εκπομπή ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ για Σουηδια και Νορβηγία

Αντίο Τρύφωνα!

«Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει» Διάλεξη του David Harvey, διακεκριμένος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας-Δευτέρα 20 Μαρτίου, ώρα 19:00